Πέμπτη, 27 Σεπτεμβρίου 2007

American Gothic


"American Gothic", Grant Wood, 1930.


Στο "American Gothic", που ζωγράφισε ο Grant Wood το 1930, το ζευγάρι των αγέλαστων αγροτών αναπαρίσταται κρατώντας μία τσουγκράνα.
Η αμερικανική σημαία λείπει.
Παρ' όλ' αυτά, μοιάζει εκκωφαντικά παρούσα.
Το "American Gothic" σχολιάζει τον παλιό, αλλά και τόσο καινούργιο, αμερικανικό πατριωτισμό, την προσκόλληση στη γη (που θυμίζει το ναζιστικό "Αίμα και χώμα"), καθώς και τον ασκητισμό του αφυδατωμένου, άφυλου, φανατικού χριστιανού.


Ralph Waldo Emerson

Ωστόσο, ήδη από τότε που το αμερικανικό έθνος είχε μόλις διαμορφωθεί, ο Ralph Waldo Emerson έγραφε:
"Όταν ένα ολόκληρο έθνος βρυχάται και ωρύεται, καυχώμενο για τον πατριωτισμό του, αμφισβητώ την καθαρότητα των χεριών και της καρδιάς του " ("Ημερολόγια", 1824).
Ποιοι είναι όμως οι συντελεστές αυτής της ισοπέδωσης του ατόμου εις όφελος της μάζας;
"Οικογένειες, σχολεία, εκκλησίες είναι τα σφαγεία των παιδιών μας.
Τα πανεπιστήμια είναι οι κουζίνες.
Ως ενήλικες, στους γάμους και στις επιχειρήσεις, καταβροχθίζουμε το προϊόν".




Ένα υπέροχο βιβλίο, το οποίο διαβάζεται "απνευστί" και στο οποίο την παράσταση κλέβει όχι τόσο η Σώτη Τριανταφύλλου όσο ο Ηλίας Ιωακείμογλου ο οποίος (σελ.40-41) γράφει για την σημαία:
"Το πανί που κυματίζει μετατρέπεται σε φετίχ και γίνεται ο ορατός αντιπρόσωπος της εθνικής κοινότητας, η οποία συνιστά ουσιαστικά το αντικείμενο της λατρείας.
Το φετίχ ανοίγει το δρόμο στον μυστικισμό: η σημαία είναι ένα απλό αντικείμενο το οποίο ο πατριώτης αντιμετωπίζει με δεισιδαιμονικό σεβασμό διότι νομίζει πως υπάρχει μια στενή σχέση συγγένειας ανάμεσα σε αυτόν και το πανί.
Η εθνική σημαία είναι αντικείμενο σεβασμού το οποίο προστατεύεται από οποιαδήποτε προσβολή.
Εδώ ξαναβρίσκουμε τις πρωτόγονες φυλές όπως τις περιγράφει ο Sigmund Freud στο "Τοτέμ και Ταμπού". Τα μέλη της φυλής θεωρούν εαυτούς συγγενείς εξ αίματος, απογόνους κοινών προγόνων και συνδέονται στενά μεταξύ τους τόσο με κοινές υποχρεώσεις του ενός προς τον άλλον, όσο και μέσω της πίστης τους στο τοτέμ.
"Σε διάφορες σημαντικές περιστάσεις", γράφει ο Φρόιντ, "τα μέλη της φυλής προσπαθούν να τονίσουν την συγγένειά τους με το τοτέμ (...) φορώντας το τομάρι του" ακριβώς όπως οι πατριώτες τυλίγονται με την εθνική τους σημαία για να γιορτάσουν μια νίκη στον αθλητισμό ή για να εκφράσουν την αγάπη τους προς την πατρίδα.
Στο ίδιο του έργο, ο Φρόιντ, αναφέρει και άλλα χαρακτηριστικά της πρωτόγονης φυλής που απαντώνται στους πατριώτες: τα μέλη της φυλής θεωρούνται μεταξύ τους "αδέλφια", που τα ενώνουν δεσμοί αλληλεγγύης και συλλογική ευθύνη.
Στην περίπτωση του φόνου ενός μέλους της φυλής από κάποιον ξένο, όλη η φυλή του φονιά ευθύνεται για την πράξη του και όλη η φυλή του θύματος αναλαμβάνει συλλογικά την ανταπόδοση".
doctor
Y.Γ. "Τα έθνη αποτελούν ιστορικά καινοφανείς οντότητες που διατείνονται ότι υπάρχουν εδώ και πάρα πολύ καιρό" (Eric Hobsbawm, "Για την ιστορία", εκδόσεις Θεμέλιο).

Τρίτη, 25 Σεπτεμβρίου 2007

Συγχαρητήριος Επιστολή προς τον Υπουργόν Εθνικής Παιδείας

Προς το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων


webmaster@ypepth.gr
stylianidis@parliament.gr;
estylian@internet.gr

Συγχαρητήριος Επιστολή προς τον Υπουργό Παιδείας δια την κατάργησιν του αντεθνικού σχολικού εγχειριδίου της ΣΤ’ Δημοτικού.


Κύριε Στυλιανίδη,

με περισσίαν χαράν επληροφορήθην ότι χάρη εις τας θεοπνεύστους ενέργειάς σας και με την βοήθειαν της Θείας Πρόνοιας, απεσύρθη, επί τέλους, το επαίσχυντον και αντεθνικόν εγχειρίδιον της ΣΤ’ Δημοτικού και επανήλθε το παλαιό αν και προσωπικώς θα ήθελα να επανέρχετο κάποιο έτι παλαιότερο, κατά προτίμησιν κάποιο εκ των επωφελών σχολικών εγχειριδίων της Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως ή κάποιο έτι παλαιότερο, του αειμνήστου Ιωάννου Μεταξά φερ’ ειπείν.

Επιτρέψατέ μου να προτείνω κάποιας ιδέας σχετικώς με το νέον βιβλίον το οποίον με την βοήθειαν του Παναγάθου Θεού θέλει εκδοθή τα επόμενα έτη, φαντάζομαι όχι υπό του αθέου και αντεθνικώς δρώντος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, αλλά υπό της Ιεράς Συνόδου, και προτείνω οι διορθώσεις να γίνουν από ευσεβή δημόσια πρόσωπα, όπως οι κ.κ. Παπαθεμελής και Καρατζαφέρης, διότι μόνον αυτοί δύνανται να διασφαλίσωσιν ότι το περιεχόμενον του νέου βιβλίου θα είναι εθνικά επωφελές δια τα τέκνα των Ελλήνων.

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από τους ηρωικούς αγώνας του Έθνους ημών κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821 τα οποία θα ήθελα να συμπεριληφθούν εις το νέον εγχειρίδιον ιστορίας ώστε να μάθουν τα τέκνα των Ελλήνων την ιστορίαν των προγόνων των:

1) «Από τους εκτός ενεργείας παραμελημένους στρατιωτικούς αρχηγούς πρεσβύτας επισήμους εις Σαλαμίναν ευρίσκοντο οι Καρατάσιος, Γάτζος, Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης. Εις αυτάς τας περιστάσεις μια εκ των ημερών, διαβαίνοντες οι δύο συμπέθεροι Πανουργιάς [1] και Δυοβουνιώτης [2] με τα σκιάδιά των επί κεφαλής, με τας χείρας όπισθεν εμελημένως και αφελώς πως, με βήμα βραδύ διασκεδάζοντες ενώ διήρχοντο από την αγοράν και διευθυνόμενοι την ακρογιαλιάν του λιμένος, μεταξύ των στρατιωτών οίτινες ευρίσκοντο εις τα καφφενεία, λέγει ο Πανουργιάς προς τον Δυοβουνιώτην:

- Άϊ συμπέθερε. Όλοι οι στρατιωτικοί ευρίσκονται εις δουλειάν. Ημείς τι θα κάνωμεν τώρα;

- Ημείς, λέγει, να μπαρμπερίσωμεν τα αρχίδια μας.

- Το κάμνεις; Λέγει.

- Πληρώνεις;

- Μάλιστα.

- Πηγαίνωμεν λοιπόν, λέγει, να εύρωμεν μπαρμπέρην.

Όλοι ήκουσαν ταύτα, πλην γνωρίζοντες εξάλλου ποσάκις με τας αστείας των αισχρολογίας ευχαριστούσαν τους μικροτέρους, εγέλασαν ακούσαντες ταύτα.
Φθάσαντες λοιπόν εις εν εργαστήριον ενός μπαρμπέρη, εσυμφώνησαν να τον δώση ο Πανουργιάς έναν ρουμπιγέν, δια να ξουραφίση τα αρχίδια του Δυοβουνιώτου.
Ο Δυοβουνιώτης χωρίς συστολήν, λύει τα βρακιά του, και κάθεται εις το κάθισμα έξωθεν του εργαστηρίου με τεντωμένα τα σκέλη.
Ο βαρβέρης τον ρίπτει στο πρόσωπο-πεσκίρια και παίρνει νερόν, και ετοιμάζεται να τον μπαρμπερίζη.
Βλέποντας ο κόσμος μίαν πράξιν τόσο παράξενον και γελοίαν, τρέχοντες και προσκαλούντες ο ένας τον άλλον, εσυσσωρεύθη όλον το πλήθος της αγοράς εκεί. Γέλωτας γενικός από όλους εξήρχετο και μεγίστη αδιαφορία από τον Δυοβουνιώτην, συμπέθερον και τον βαρβέρην.
Ευρεθείς εκεί αστεϊζόμενος είπον:
- Ιδού ποιοι αρχηγοί μας διοικούσαν. Και ηθέλαμεν ελευθερίαν.
- Άειντε συ, λέγει ο Δυοβουνιώτης. Σώπα και μη σε μέλει τι γίνεται.
Τελειωθείσης της πράξεως, ο Δυοβουνιώτης δέσας τα βρακιά του, αναχώρησε με όλην την αδιαφορίαν» [3]

2) « Ο Κουντουργιώτης επήγεν εις την Νύδρα κι αφήσε στο ποδάρι του τον Αναγνώστη Οικονόμο, Νυδραίο.
Του είπα να μου δώσει αυτούς τους μισθούς να πλερώσω τους ανθρώπους και να λάβω από ό,τι έδωκα.
Λέγει του Παπαφλέσια, μου δίνει τους παράδες, ό,τι μόκανε, όμως να του χαρίσω τις πιστόλες μου, ότι τις λιμπίστη.
Του παρήγγειλα κι εγώ να του γαμήσω το κέρατο, όχι να του δώσω τα άρματά μου, οπού τάχω από δεκαοχτώ χρονώνε παιδί» [4].

3) «Είχον φτάσει εις τον Πόρον προ καιρού τινός, ογδοήκοντα βαρέλια μπαρούτι από συνεισφοράς των εν Σμύρνη Αδελφών, η πρώτη και μόνη συνδρομή οπού απεστάλη εις την Ελλάδα παρά των Αδελφών της Εταιρίας, αλλά και αυτή εις μάτην, επειδή, με το να ήτον διορισμένη εις την παραλαβήν του Δικαίου Παπά Φλέσια, αυτός ο αλιτήριος και ασυνείδητος την παρέλαβε και την επώλησεν, όθεν ήθελε και εχρηματολόγει, ενώ η Πατρίς εκινδίνευεν εκ της ελλείψεως τούτου του είδους, όθεν κατήντησαν οι Έλληνες εις τόσην στενοχωρίαν, ώστε εσύναζον εκ των χωρίων τα εκ μολύβδου αγγεία, δια να κάμουν βόλια» [5].

4) «Ο λαός κατά κανόνα έχασε την εμπιστοσύνη του στα προσόντα και στην τιμιότητα των στρατιωτικών και πολιτικών αρχηγών.
Οι γενναιότεροι και οι πιο πατριώτες ηγέτες είχανε πέσει στην μάχη. Δύο ονόματα πάντως εξακολουθούσαν να σκορπίζουν λαμπρό φως μέσα στην πυκνή ομίχλη του εγωισμού, ο Κανάρης και ο Μιαούλης, και οι δύο ναυτικοί ήρωες ανήκαν σε αντιμαχόμενα κόμματα και σε διάφορες εθνικότητες» [6] .

5) «Ήμασταν φτωχοί εγίναμεν πλούσιοι. Ήταν ο Κιαμήλ Μπέης εδώ στην Πελοπόννησο και άλλοι τούρκοι πλουσιώτατοι, έγινε ο Κολοκοτρώνης και άλλοι συγγενείς και φίλοι πλούσιοι από γες, εργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες και άλλα πλούτη των τούρκων. Όταν ο Κολοκοτρώνης και οι σύντροφοί του ήρθαν από την Ζάκυθο, δεν είχαν ούτε σπιθαμή γης. Τώρα φαίνεται τι έχουν. […]
Κατοικίσαμεν τους κατοίκους μέσα στα σπήλαια και ζούνε με τα θηρία και ρημώσαμε τους τόπους και γίναμε η παραλυσία του τόπου» [7].

6) «Με τα πρώτα διατάγματα των Συμβουλίων Επικρατείας, οι παλαιοί αγωνισταί ήθελαν να ρυθμίσουν τις προσωπικές τους απολαβές, συντάξεις, κτήματα. Το έλεγαν καθαρά: ο παπάς πρώτα ευλογά τα γένια του» [8].

7) Ο Μακρυγιάννης λέει στην πρώτη Εθνική Συνέλευση (Βουλή) του 1843-44: «Αν είναι να μείνουμε εμείς νηστικοί, ας πάει στο διάβολο η ελευθερία.Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα» [9].

8) «Ανάμεσα στους μορφωμένους έλληνες έχει επικρατήσει η συνήθεια να μιλάνε και να γράφουν πολλά για το πατριωτικό πνεύμα και τα εξαίρετα στρατιωτικά κατορθώματα των Κλεφτών, σαν να ήτανε οι ληστές αυτοί οι πρόμαχοι της ελληνικής ελευθερίας.
Αλλά η αλήθεια είναι, ότι αυτοί οι άνθρωποι ήσαν απλοί λήσταρχοι, που και πριν από την Επανάσταση και στη διάρκεια του επαναστατικού πολέμου και υπό τη διακυβέρνηση του Βασιλέως Όθωνος, ληστεύανε τους Έλληνες πιο πολύ απ’ότι τους ληστέψανε οποτεδήποτε οι Τούρκοι» [10] .

9) «Δεν μπορώ να κρύψω την αλήθεια σχετικά με τον κλήρο. Λοιπόν είναι αναμφισβήτητο πως ο ανώτατος κλήρος δέθηκε με την κρατούσαν τάξιν πραγμάτων, δηλαδή με τους Τούρκους με μύριους δεσμούς.
Ο ανώτερος κλήρος δεν ήθελε τον ξεσηκωμό. Έχουμε πολλές περιπτώσεις που τα Πατριαρχεία στάθηκαν θερμοί υποστηρικταί της τουρκικής εξουσίας και πολεμούσαν κάθε επαναστατικήν εκδήλωσιν του υπόδουλου Ελληνισμού [11].

10) «Ο Πανουργιάς ήταν ο χειρότερος από όλους τους τοπικούς τυράννους που μερικοί συγγραφείς έχουν εξυψώσει σε ήρωες. Στην πραγματικότητα ήταν ένας ποταπός ληστής, σκληρημένος μέσα στο κακό. Από εδώ προέρχεται και ο λόγος που οι έλληνες μετανιώσανε για την πρωτινή τους προτίμηση για τους Κλέφτες, που σχεδόν όλοι, αρχίζοντας από τον Κολοκοτρώνη, ήτανε κακόφημοι για τη χαμερπή δυστροπία του χαρακτήρα τους» [12].

11) «Έχοντες αδιάλλακτον πάθος εις τον προεστόν του χωρίου Κυπαρισσία του κάμπου Καρυταίνης, Δημητράκην λεγόμενον, υπήγον αίφνης μίαν νύκταν οι Κολοκοτρωναίοι να τον συλλάβουν, να δώσουν οδυνηρόν θάνατον εις αυτόν και εις όλα τα μέλη της οικογενείας του μέχρι τελείας καταστροφής.
Αυτός δε γνωρίζων προηγουμένως την κατ’αυτού τοσαύτην λύσσαν των, επροφυλάτετο και τυχαίως δεν ευρέθη εκείνην την νύκτα εις την οικίαν του. Αλλά δια να κορέσουν την θηριώδη καρδία των, αφού ήρπασαν όλην την κινητήν περιουσίαν του, έδεσαν και μίαν νύφην την οποίαν είχε από τους μαστούς, εις την ουράν ενός ανδρείου ίππου, τον οποίον ίππευεν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και την έσυραν ανηλεώς και απανθρώπως τρεις ώρας δρόμον, ήτις απαυδήσασα από τοιαύτη πολυώδυνον και φρικαλέαν βάσανον, την κατακερμάτισαν με τα σπαθία, και αφήσαντες το νεκρόν της σώμα εις τον δρόμο απήλθον στα Πέντε Πηγάδια» [13].

12) «Την επαύριον της καταλήψεως της Τριπολιτσάς υπήγον οι οπλαρχηγοί να διανείμουν τους 50 ίππους των βεζυράδων, να πάρη αναλόγως έκαστος το ανήκον εις το σώμα του μερίδιον.
Εγώ έκρινα αναξιοπρεπές δια τον ευατόν μου να παρευρεθώ εις τοιαύτην διανομήν και υπήγεν ο αδελφός μου ο Δημητράκης.
Εδιόρισαν άπαντες τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην ομοφώνως να κάμη την διανομήν και αυτός να δώση αναλογίαν εκάστου και την έκαμεν.
Αλλά ο Κολοκοτρώνης απήτει να λάβη όλον το μερίδιον της επαρχίας Καρυταίνης, να το αναλογίση αυτός ως αρχηγός.
Ο Κυριακούλης τον απήντησεν, ότι όλοι ημείς εγνωρίσαμεν απ’αρχής του αγώνος μόνους τους Δεληγιανναίους.
Θυμωθέντες και οι δύο και λογοτριβούντες, θυμώσας ο Κυριακούλης διότι τον επρόσβαλε, του έδωσεν μιαν κλωτσιάν, ώστε ολίγον έλειψε να τον κρημνίση κάτω από την σκάλαν να συντριφτή, λέξας μετά οργής προς αυτόν:

- Σκατόβλαχε. Θα σε κάμω και σένα αρχηγόν και μεγάλον. Παλιοκλέφτη! [14]


Κατάλαβες κύριε Ευριπίδη ότι η κρίση ενός βιβλίου ιστορίας δεν γίνεται από πολιτικούς και παπάδες αλλά από τους ιστορικούς;

__________________________________________

[1] Ο Πανουργιάς (1767-1834) ήταν οπλαρχηγός της επαρχίας Σαλώνων, καταγόμενος από τον Άγιο Γεώργιο Παρνασσίδος και γεννημένος στη Δρέμισα, από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς του Αγώνα.
Το όνομά του το πήρε από λάθος του νονού του, που τον πέρασε για κορίτσι και τον βάφτισε Πανωραία. Το
1790 εντάχθηκε στο σώμα του κλέφτη Ανδρίτσου Βερούση και συμμετείχε στα Ορλοφικά ως πρωτοπαλίκαρο. Το 1813 ο Αλή πασάς τον διόρισε αρματολό των Σαλώνων, αλλά τον αντικατέστησε γρήγορα με τον Σουλιώτη Λάμπρο Κοσμά. Αργότερα όμως μπήκε στην αυλή του Αλή πασά, παρά τη σύγκρουσή του με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Μυήθηκε στη
Φιλική Εταιρεία και προετοίμασε με επιτυχία την επανάσταση στην Παρνασσίδα στις 24 Μαρτίου 1821. Ηγήθηκε των οπλαρχηγών στην απελευθέρωση των Σαλώνων. Έλαβε μέρος στις μάχες της Αλαμάνας και στο Χάνι της Γραβιάς. Λόγω ασθενείας δεν συμμετείχε στη μάχη των Βασιλικών, αλλά έστειλε στη θέση του το γιο του Νάκο με το ένοπλο σώμα του.
Συμμετείχε στην
Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ως αντιπρόσωπος της επαρχίας Σαλώνων και πρωταγωνίστησε στην παράδοση του Ακροκορίνθου τον Ιανουάριο του 1822. Εκπόνησε το σχέδιο καύσεως των σιτηρών κατά την κάθοδο του Δράμαλη και αφού αποχώρησε λόγω γήρατος από τον Αγώνα, έχρισε διάδοχό του το γιο του Νάκο στην αρχηγία του σώματός του.

[2] Ο Γιάννης Δυοβουνιώτης (
1769-1831) ήταν οπλαρχηγός της Στερεάς, γεννημένος στο χωριό Δύο Βουνά της Φθιώτιδας, γιος της Τριανταφυλλιάς και του Κώστα Ξύκη.
Σε ηλικία 13 ετών είδε τον πατέρα του κρεμασμένο από τους Τούρκους, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα πορεία του. Έφηβος ακόμη πήγε στο
αρματολίκι του Αντρίκου Βερούση και έγινε πρωτοπαλίκαρο.
Πολέμησε το
1770 τους Τουρκαλβανούς κατά την επανάσταση των Ορλόφ. Έγινε γρήγορα ονομαστός για τη δράση και τις ικανότητές του, πραγματικό φόβητρο για τους Τούρκους, οι οποίοι του ανέθεσαν το αρματολίκι της Μπουστουνίτσας. Αργότερα ο Αλή πασάς αναγκάστηκε να του δώσει το αρματολίκι του Ζητουνίου και των Σαλώνων.
Παντρεύτηκε την κόρη της ισχυρής οικογένειας των Γιολδάσηδων, αποκτώντας ένα γιο, τον Γεώργιο.
Μυήθηκε στη
Φιλική Εταιρεία και με την έναρξη της Επανάστασης ύψωσε τη σημαία στη Μενδενίτσα, όπου με τη βοήθεια του Κομνά Τράκα κυρίεψε το κάστρο της. Αγωνίστηκε ασταμάτητα, παίρνοντας μέρος σε όλες τις μάχες, μέσα και έξω από τα όρια της Ρούμελης, χωρίς ποτέ να αναμιχθεί στις πολιτικές ίντριγκες.
Σημαντικότερη στιγμή του υπήρξε το ευφυές σχέδιό του για την αναχαίτιση της στρατιάς του Μπεϊράν πασά στη θέση Βασιλικά, στις
25 Αυγούστου 1821. Ο Δυοβουνιώτης, με τους άλλους οπλαρχηγούς της Στερεάς περίμενε τη στρατιά στα στενά των Βασιλικών και κυριολεκτικά την αποδεκάτισε. Η νίκη στα Βασιλικά ανέτρεψε τα σχέδια των Τούρκων για ενίσχυση της πολιορκημένης Τριπολιτσάς και την κατάπνιξη της Επανάστασης. Του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του στρατηγού.Διορίστηκε το 1833 μέλος της οκταμελούς επιτροπής εκδουλεύσεων και πέθανε στις 4 Αυγούστου του 1834 στα Σάλωνα.

[3] Ν.Κασομούλης, όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.240-241, εκδόσεις Ιωλκός. Πληροφορίες για το βιβλίο:
http://www.books.gr/ViewAuthor.aspx?AuthorId=1384798

Ο Βάσος Τσιμπιδάρος γεννήθηκε το 1919 στο χωριό Καρέα της Μάνης. Υπήρξε δημοσιογράφος επί μισό αιώνα και έζησε όλα τα μεγάλα γεγονότα της εποχής.

Μετά την απελευθέρωση από τη γερμανική Κατοχή ο αρχιεπίσκοπος και αντιβασιλέας Δαμασκηνός του ανέθεσε τη διεύθυνση του Γραφείου Τύπου και από αυτή τη θέση έζησε από κοντά όλα τα διπλωματικά και πολιτικά παρασκήνια για την ανασυγκρότηση του κράτους.
Από το 1946 ως το 1959 πραγματοποίησε 74 δημοσιογραφικές αποστολές σε 35 διαφορετικές χώρες: στην έρημο της Σαχάρας με τζιπ από τη Λιβύη ως τον Ισημερινό, στην Κένυα την περίοδο του αγώνα ανεξαρτησίας των Μάο-Μάο εναντίον των Άγγλων, στην Κωνσταντινούπολη όταν η ελληνική μειονότητα υφίστατο διώξεις, στη Μαδαγασκάρη όταν επέστρεφε ο Μακάριος από την εξορία, και στην Ταγκανίκα.
Στη συνέχεια εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στην Αγγλία από όπου απολύθηκε από τη δικτατορία και εξέδωσε στην ίδια πόλη δική του εφημερίδα, το Εμπρός. Εργάστηκε στις εφημερίδες Ακρόπολις και Απογευματινή.
Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία: Οδηγός του δημοσιογράφου (1953), Δυτικά του Κιλιμαντζάρο (1960), Οδηγός του Λονδίνου (1967), Οι Έλληνες στην Αγγλία (1974), Το χωριό μου η Καρέα (1978), Μανιάτικες αναμνήσεις (1990), Με την άκρη της πένας.


[4] Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.155, εκδόσεις Ιωλκός.

[5] Παλαιών Πατρών Γερμανός «Απομνημονεύματα», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.169, εκδόσεις Ιωλκός.

[6] G. Finley, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.227, εκδόσεις Ιωλκός.

[7] Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.230-231, εκδόσεις Ιωλκός.

[8] R.Bartelemy, «Ιστορία του Διοικητικού Δικαίου της Ελλάδος» όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.249, εκδόσεις Ιωλκός.

[9] Από την "Ελληνική πολιτική εγκυκλοπαίδεια" του Κων.Μ.Γράψα, όπως το παραθέτει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο αποκαλυπτικό βιβλίο του "Η Ελλάς ως κράτος δικαίου" σελ.446.

[10] G. Finley, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.28 εκδόσεις Ιωλκός.

[11] Π. Πιπινέλης, «Πολιτική Ιστορία της Επαναστάσεως του 1821», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.31, εκδόσεις Ιωλκός.

[12] Gordon, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.30, εκδόσεις Ιωλκός.

[13] Κανέλλος Δεληγιάννης, «Απομνημονεύματα», », όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.49, εκδόσεις Ιωλκός.

[14] Κανέλλος Δεληγιάννης, «Απομνημονεύματα», », όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.51, εκδόσεις Ιωλκός.


Σάββατο, 22 Σεπτεμβρίου 2007

Η ωραία κοιμωμένη



Εθναφύπνιση: H ωραία κοιμωμένη [1]

Το 1770 έλαβε χώρα μια εξέγερση στην Πελοπόννησο κυρίως, υπό την υποκίνηση της Ρωσίας, η οποία ονομάστηκε Ορλωφικά [2] .
Το κύριο αίτημα των εξεγερθέντων χριστιανών ήταν η αντικατάσταση του σουλτάνου ως αφέντη τους με την αυτοκράτειρα της Ρωσίας, Αικατερίνης Β’ και όχι η εθνική ανεξαρτησία τους.
Αυτά πίστευαν τότε οι εξεγερθέντες, αυτά πίστευαν και οι κάτοικοι του ελληνικού κράτους μέχρι το 1869.
Το 1869 ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας έγραψε για τις προσδοκίες απελευθέρωσης στη μακρά διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, εντάσσοντας τα Ορλωφικά στις «επαναστάσεις του έθνους για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού» από την επομένη της Άλωσης μέχρι το 1821 [3].
Από το 1869 λοιπόν, όλες οι τοπικές εξεγέρσεις των χριστιανών ρωμιών κατά την διάρκεια της οθωμανοκρατίας επανεξετάστηκαν και επαναπροσδιορίστηκαν αναδρομικά με τα κριτήρια της εθνικιστικής ιστοριογραφίας και θεωρήθηκαν ως οι εξεγέρσεις ενός συνειδητοποιημένου ελληνικού έθνους, το οποίο ως στόχο από την επομένη της Άλωσης έως και την Επανάσταση είχε την εθνική ανεξαρτησία.
Αυτή η θεώρηση επιβιώνει και σήμερα στον μέσο Έλληνα, αλλά όχι για τους ιστορικούς και την επιστημονική κοινότητα γενικά η οποία ψάχνοντας στις ίδιες ιστορικές πηγές που έψαξαν οι από- και μετά τον Σάθα ιστορικοί, είδε ότι τα συμπεράσματα σύμφωνα με την αντικειμενική θεώρηση αυτών των πηγών ήταν τελείως διαφορετικά με αυτά της εθνικής ιστοριογραφίας της προαναφερθείσης εποχής.
Μία από τις επιστημονικότερες και εμβριθέστερες μελέτες περί των Ορλωφικών είναι αυτή του Νίκου Β.Ροτζώκου, καθηγητή Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Ελλάδας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης [4] με τίτλο «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007 [5].


Η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β' της Ρωσίας (1729-1796)

Ένα καταπληκτικό βιβλίο, το οποίο αποτελεί απαραίτητο ανάγνωσμα για την διαλεύκανση της εξέγερσης των Ορλωφικών.
Ο κ.Ροτζώκος, στα προλεγόμενα του βιβλίου, γράφει και ξεκαθαρίζει εξαρχής κάτι που με καλύπτει απόλυτα και αποτελεί και από εμένα απάντηση σε όσους νομίζουν ότι αυτό εδώ το blog αποτελεί βήμα ανθελληνικής προπαγάνδας, (εξ)υπηρετεί υποχθόνιους σκοπούς, είναι όργανο της Νέας Τάξης, εξωθεί στον …αφελληνισμό του έθνους και άλλα τέτοια χαριτωμένα που έχω κατά καιρούς ακούσει:
«Δεν είναι στις προθέσεις μου να απαξιώσω την εθνική ιστοριογραφία επειδή προέβαλλε στο παρελθόν τις αρχές του εθνικισμού, επειδή δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί αυτό που, σε μεγάλο βαθμό, είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε ή, τέλος πάντων, να συζητήσουμε σήμερα:
ότι το ιδεώδες της εθνικής ανεξαρτησίας δεν αποτελεί πάγιο και διαχρονικό πολιτικό όραμα, αλλά ιστορικά προσδιορισμένο ιδεολογικό και πολιτικό φαινόμενο της νεωτερικότητας- και ότι το έθνος ως υπέρτατη και αποκλειστική μορφή συλλογικής ταυτότητας και πηγή πολιτικής νομιμοφροσύνης αποτελεί φαινόμενο της ίδιας ιστορικής διάρκειας.
Θα ήταν τουλάχιστον ανιστόρητο το επιχείρημα απαξίωσης της εθνικής ιστοριογραφίας , αφού υπήρξε κι η ίδια φορέας, και παράγωγο ταυτόχρονα, των ιδεών του εθνικισμού κα της κατίσχυσής τους στον σύγχρονο κόσμο.
Πρόθεσή μου είναι, με βάση τα διανοητικά εργαλεία και μελετήματα της δικής μου εποχής, και συνεπώς με τη συνείδησης της ιστορικότητας και του δικού μου εγχειρήματος, να δείξω πως παρήχθη ιστορικά η εθνοκεντρική ανάγνωση της προσδοκίας του Ρώσου ελευθερωτή και των Ορλωφικών, πως δηλαδή τα γεγονότα και οι σημασίες τους αποσπάστηκαν από τα ιστορικά τους συμφραζόμενα για να καταστούν μέρος ενός εθνικού αφηγήματος.
Η κριτική προσέγγιση της εθνικής ιστοριογραφίας έχει λοιπόν να κάνει με την ανάδειξη της ιστορικότητάς της και όχι με την καταγγελία του εθνοκεντρισμού της. [6]

Υπό την κυριαρχία της Εθνικής Ιδέας, το ιδανικό της ελευθερίας (της εθνικής ελευθερίας), για το οποίο είχαν πολεμήσει οι άνθρωποι του Εικοσιένα, παρουσιάζεται ότι ενέπνεε ανέκαθεν τους ίδιους αλλά και τους προγόνους τους, από τους πιο κοντινούς μέχρι τους πλέον μακρινούς- το ίδιο πάντοτε όραμα φερόταν να έχει καθοδηγήσει την δράση όλων [7].
Αυτό που κάνει η εθνικιστική ιδεολογία είναι να πλάθει νοερά το σημερινό έθνος σαν κάτι που διατρέχει και ορίζει ολόκληρη την ιστορία.
Φαντάζεται δηλαδή την εθνική κοινότητα του παρόντος σαν μια οντότητα ουσιαστικά αναλλοίωτη στον χρόνο, δίχως ορατή αρχή και τέλος, σαν κάτι το οποίο υπήρχε ανέκαθεν στη μορφή που παρουσιάζεται στις σημερινές συνθήκες.
Έτσι όμως και η τωρινή συνείδηση των μελών ενός έθνους προβάλλεται επίσης αναδρομικά ως μια κατ’ ουσίαν αμετάλλακατη ποιότητα- ωσάν δηλαδή οι πρόγονοι που ένα έθνος διεκδικεί σήμερα να πίστευαν κι οι ίδιοι ότι ανήκαν σε αυτό, αποδίδοντάς του την ίδια με την σημερινή σημασία, την ίδια αξία, τις ίδιες προεκτάσεις.
Αλλιώς πoιο νόημα έχει η σύντονη προσπάθεια κάθε εθνικιστικής ιδεολογίας να αποδείξει ότι οι πρόγονοι τους οποίους διεκδικεί είχαν συμπεριφερθεί ως homines nationalis στον καιρό τους; [8].
Από τα απομνημονεύματα του Αγώνα [9] μέχρι τις ιστοριογραφικές συνθέσεις του 19ου αιώνα, αλλά και συνολικά σε όλη την εθνική ιστοριογραφία, εξιστορείται η διαρκής και καθολική αντίσταση του έθνους στον κατακτητή.
Οι θεσμοί, οι θέσεις και οι ρόλοι των ραγιάδων στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας παρουσιάζονται συλλήβδην ως εκδηλώσεις εθνικών φρονημάτων, αξιών και προσανατολισμών.
Σε κάθε μορφή κοινωνικής και πολιτικής ζωής αποδίδεται εθνική σημασία: στους θεσμούς και τα αξιώματα της κοινοτικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης, στην κάθε είδους ένοπλη δραστηριότητα, στο ρόλο της εκκλησίας και γενικότερα της ορθοδοξίας, στην ανυπακοή αλλά και στη νομιμοφροσύνη προς την οθωμανική εξουσία, στα κατά καιρούς αποσχιστικά σχέδια που συνδέονταν με ξένες δυνάμεις, στους θρησκευτικούς μύθους περί της επικείμενης «ημέρας της κρίσης» και της «ανάστασης του γένους».
Οι ιδέες, οι δοξασίες και οι πράξεις των Ρωμιών στο παρελθόν, από τις πλέον καθιερωμένες πρακτικές ενσωμάτωσης στο οθωμανικό σύστημα μέχρι τη μερική ή συνολική εναντίωση προς αυτό, κατέληξαν να παρουσιάζονται, παρατακτικά, ως στιγμές της διαρκούς εθνικής αντίστασης, ως ένας αδιάλειπτος αγώνας για τη διαφύλαξη της εθνικής υπόστασης, με απώτερο βέβαια στόχο την απελευθέρωση από τον «τουρκικό ζυγό» [10].
Από τα μέσα του 19ου αιώνα, ο ιστοριογραφικός λόγος, δεσμευμένος με τις αρχές βάσει των οποίων είχε συγκροτηθεί το εθνικό κίνημα, προβλήθηκε συνολικά και αδιακρίτως στον κόσμο του παρελθόντος, κι έτσι τον χρωμάτισε, τον αφομοίωσε, τον εθνικοποίησε κατά τρόπο ώστε το ιστορικό παρελθόν να προσλαμβάνεται αποκλειστικά και μόνον ως εθνικό παρελθόν [11].
Η διαδρομή την οποία φερόταν να ακολουθεί η ιστορία παρουσιαζόταν ως προδιαγεγραμμένη:
το παρελθόν αναπλάστηκε με τρόπο που να προαναγγέλει το εθνικό παρόν.
Και αντιστρόφως, το εθνικό παρόν νοούνταν ως η ολοκλήρωση μιας ένσκοπης διαδρομής, σε κάθε «φάση» της οποίας προετοιμάζονταν και εξαγγέλλονταν οι μεταγενέστερες εξελίξεις.
Σε τελική ανάλυση, η σύγχρονη εθνική πραγματικότητα παρουσιάστηκε ως η περίπου αναπόδραστη φυσικοϊστορική απόληξη μιας συνεχούς και εξελικτικής διαδικασίας εθνικής ολοκλήρωσης [12].
Έτσι, εξεγέρσεις τοπικού χαρακτήρα και κινήσεις ανυπακοής προς την οθωμανική διοίκηση αντιμετωπίζονται από την εθνική ιστοριογραφία ως οι αγώνες ενός υπόδουλου έθνους, το οποίο από την επομένη της Άλωσης και μέχρι την απελευθέρωσή του είχε ως μόνο σκοπό την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.
Οι προσλήψεις, τα βιώματα και οι εικόνες της Κατοχής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τους σύγχρονους έλληνες οδηγούν σε παρόμοιους συνειρμούς: θεωρούν τα 400 χρόνια της τουρκοκρατίας κάτι σαν την Κατοχή της Ελλάδος από τους Γερμανούς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Επίσης, η ελληνική εθνική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει την κατάσταση στην οποία ζούσε το γένος υπό την οθωμανική κυριαρχία ως «αιχμαλωσία».
Αυτή η εικόνα της «αιχμαλωσίας» αντλεί βεβαίως από την χριστιανική, την ιουδαϊκή, καθώς επίσης και την αρχαιοελληνική παράδοση.
Σύμφωνα με προφητείες ευρύτατα διαδεδομένες, ιδίως μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, οι Ρώσοι ήταν το περίφημο «ξανθό γένος», το θεϊκά σταλμένο με σκοπό την άρση της οθωμανικής κυριαρχίας και την ανασύσταση χριστιανικού βασιλείου στο πρότυπο του βυζαντίου.

Ευγένιος Βούλγαρης

Τι γραφόταν όμως κατά την περίοδο των γεγονότων;

1) Στο «Ικετηρία του Γένους των Γραικών προς πάσαν την χριστιανικήν Ευρώπην» που κατά πάσα πιθανότητα συνέγραψε ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο συγγραφέας ορίζει τους υπόδουλους ως «Χριστιανούς Γραικούς»: «Περιττόν και ανωφελές ουδέν ήττον, το να θελήση τινάς να περιγράψη το εις όλην την Ευρώπη γνωριμώτατον : δηλαδή την αθλία κατάστασιν απάντων των Χριστιανών Γραικών…» [13]
2) Ο λόγιος μοναχός Καισάριος Δαπόντες, μετά την καταστολή της εξέγερσης αναφέρει:
"… Τούτων ούτως εχόντων λοιπόν, δεν θέλουν βασιλεύσει πλέον εις την Πόλιν, ούτε Ρωμαίοι, ούτε Ρούσσοι, έως της συντελείας. Ας μας ελεήση δ’ ο πολυέλεος θεός, και ας μας δώση την βασιλείαν του την ουράνιον, και ας λείψη αυτή η επίγειος" [14].
3) Την ίδια αντίληψη με τον Δαπόντε μοιραζόταν κι ένας άλλος εκκλησιαστικός λόγιος της εποχής, ο Αθανάσιος Υψηλάντης Κομνηνός, που κι αυτός είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στους Ρώσους ελευθερωτές:
"Πρόδηλον ουν ότι δια τας αμαρτίας μας παρεχώρησεν ο θεός και δεν έγινε το δια χρησμών βεβαιωμένον, εις καιρόν οπού έπρεπε να γένη, προκρίνας καλήτερον να ματαιωθούν οι χρησμοί και αυτών των αγίων ανδρών, παρά να βασιλεύσουν οι, βασιλείας όχι, αλλά και αυτής της ζωής, τη αληθεία ανάξιοι, μάλιστα δια το αμετανόητον των εις τον καιρόν της βασιλείας κακοηθειών τους […]
Αν λοιπόν εις καιρόν διωρισμένον από τους χρησμούς, και μετά τοσαύτας και τηλικαύτας νίκας των Μοσχόβων κατά των Οθωμανών και εις τοιαύτην ευκαιρίαν, δεν ηλευθερώθημεν οι Ρωμαίοι, δύσκολον πολλά το να γένη εις το εξής η ανάστασις της ρωμαϊκής βασιλείας…" [15].
4) Ο Ιωάννης Πρίγκος γράφει μετά την απογοήτευση των Ορλωφικών:
«Μεγαλοδύναμε Θεέ λυτρωτά!
Γίνου έλεος, πάψε τον θυμόν σου, πέμψον άλλον λυτρωτή ως ποτέ τον Μωυσή για να ελευθερώση την άμοιρη Ελλάδα από τον τύραννο Τούρκο. […]
Κάμε άλλον έναν Πέτρο δια εμάς ως εκείνον της Ρουσίας, όπου από Εσού και διά Εσού τα πάντα διέπονται και κυβερνούνται» [16].
5) Ο Αθανάσιος Ψαλίδας, στα 1791, ανέφερε απευθυνόμενος στην Αυτοκράτειρας της Ρωσίας Αικατερίνη Β’:
«Ταις Σαις ουν ακτίσι και η Ελλάς η το πάλαι μεν ένδοξος τε και ευδαίμων διά την Αθηνάν και Άρην, νυν δε άδοξος και δυστυχής διά τον των βαρβάρων θλίβοντα και επιβαρύνοντα ζυγόν, ψυχρά ούσα, θερμαίνεσθαι ήρξατο και τας χείρας εκτείνειν και τω νω ως παρούσαν οράν Σε την αυτής αντιλαμβανομένην και υπερασπιζομένην και του δεινού ζυγού λυτρωσομένην και δέσποιναν αυτής εσομένην»[17].

Κυπαρισσία, 1770

Ο Ν.Ροτζώκος γράφει σχετικά με τα παραπάνω:

«Σύμφωνα με τις αρχές του ελληνικού εθνικισμού, οι ιδέες και οι οραματισμοί ανθρώπων του 18ου αιώνα, όπως ήταν ο Καισάριος Δαπόντες, ο Ιωάννης Πρίγκος, και ο Αθανάσιος Υψηλάντης Κομνηνός, φαντάζουν «αφελείς» και «ανώριμοι» - είδαμε ότι χαρακτηρίστηκαν από τους Έλληνες ιστορικούς θρησκευτικές προκαταλήψεις («δεισιδαιμονίες»).
Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική εθνική ιστοριογραφία διάβασε αναδρομικά το παρελθόν βάσει των αρχών του εθνικισμού.
Οι άνθρωποι όμως του ύστερου 18ου αιώνα που εξετάζουμε εδώ, οι οποίοι δεν ανήκαν στην εποχή του εθνικισμού και δεν συμμερίζονταν τις αρχές του, οι φορείς δηλαδή και οι εκφραστές της παραδοσιακής εσχατολογίας, είχαν ταυτίσει τη μοίρα του γένους με τους Ρώσους.
Όπως είδαμε, σε όλες τις αφηγήσεις του Ρωσο-Οθωμανικού Πολέμου και των προσδοκιών για ρωσική επέμβαση, κεντρικός πρωταγωνιστής και φορέας της απελευθέρωσης είναι πάντοτε ένας «άλλος» ελευθερωτής:
είτε είναι η Πρόνοια και η θεόπεμπτη ομόδοξη δύναμη, είτε είναι ο «φωτισμένος» ηγεμόνας ελευθερωτής με το αναμορφωτικό και εκπολιτιστικό του έργο.
Το «έθνος των Ελλήνων» της εποχής των Ορλωφικών δεξιωνόταν τις επιδράσεις του δυτικού/σύγχρονου κόσμου και συνιστούσε έτσι μέρος του κόσμου αυτού, αλλά δεν μπορεί να συνδεθεί ή και να ταυτιστεί με το σύγχρονο πολιτικό έθνος της εθνικής ιδεολογίας, καθώς δεν αντιλαμβάνονταν τον εαυτό του ως πολιτικό υποκείμενο, δηλαδή ως τον κατεξοχήν φορέα της δικής του απελευθέρωσης»[18]
Ας πάμε όμως και στα δύο σημαντικότερα κείμενα της εποχής:
Α) Τον Απρίλιο του 1770, κι ενώ η εξέγερση στην Πελοπόννησο ήταν σε κρίσιμη καμπή μετά την ήττα στην Τριπολιτσά, ο Αλέξιος Ορλώφ, ως «πληρεξούσιος» της Αικατερίνης, συνέταξε στο Ναυαρίνο προκήρυξη, την οποία απηύθυνε προς «όλους κοινώς τους ορθοδόξους χριστιανούς Ρωμαίους όπου ευρίσκονται υποκάτω εις την τυραννίαν των Τούρκων».
Με την προκήρυξη αυτή τους καλούσε να συνεχίσουν τον αγώνα στο όνομα της πίστης της πατρίδας και της ελευθερίας τους. Η προκήρυξη μοιράστηκε στις επαρχίες της Πελοποννήσου, με σκοπό να εμψυχωθούν και να κινητοποιηθούν οι πληθυσμοί και οι ηγεσίες τους μετά την ήττα στην Τριπολιτσά [19].
Ο Ορλώφ υπόσχεται ότι ο σκοπός της Αικατερίνης είναι να τους ελευθερώσει και να τους «ευτυχήση» αναλαμβάνοντάς τους υπό την «προστασίαν» της:
«Τώρα δε οπού έφτασα εις τον Μορέαν φανερώνω εις όλον το γένος των Ρωμαίων, ότι δεν θέλω λείψη να βάλω εις πράξιν από μέρους μου κάθε μέσον, μη ψηφώντας κινδύνους δια να τους ελευθερώσω.
Και τους τάζω από το μέρος της ευσεβέστατης βασίλισσάς μας, πως δεν θέλει τους αφήση ποτέ από την σκέπην και προστασίαν της, αλλά να υπερμαχήση ότι μονάχα να τους ξεσκλαβώση, αλλά και να τους ευτυχήση.
Προσκαλώ λοιπόν όλους τους ομοπίστους μου Ρωμαίους να συντρέξωσιν και να συνεργήσωσιν αντάμα με τα στρατεύματα τα ιδικά μας με ζήλον και προθυμίαν δια την πίστιν, πατρίδα, ελευθερίαν και ευτυχίαν τους».
Β) Ένα άλλο, επίσης πολύ γνωστό κείμενο, το οποίο κυκλοφόρησε την εποχή εκείνη (αρχές του 1769) σε όλη τη Βαλκανική και στις ιταλικές πόλεις, απ’ όπου οι Ρώσοι αξιωματούχοι προετοίμαζαν τις εξεγέρσεις στα οθωμανικά εδάφη, ήταν η Διακήρυξη της Αικατερίνης, με αποδέκτη αυτή τη φορά συνολικά «τους χριστιανούς της Τουρκίας» και, πιο συγκεκριμένα, «απάσας τα Ελληνικάς και Σλαυικάς εθνότητας τας πρεσβεύουσας το ορθόδοξον δόγμα και κατοικούσας εν τε τη Χερσονήσω και ταις νήσοις του Αρχιπελάγους» [20]
Η Αικατερίνη απευθύνει δραματική έκκληση προς τους ομοδόξους της να εξεγερθούν, υποσχόμενη τη «σωτηρία» τους, καθώς επίσης και τη μέλλουσα «ευτυχία» τους υπό την δική της «αιγίδα» και «προστασία»:
«Η μεγίστη ευχαρίστησις ημών έσται να ιδώμεν τας χριστιανικάς επαρχίας απολελυτρωμένας της αφορήτου δουλείας και τας εθνότητας υπό την αιγίδα ημών ακολουθούσας τα ίχνη των προγόνων αυτών, δι’ ο και εν τω μέλλοντι δεν θέλομεν αρνηθή παρέχοντες αυταίς πάντα τα μέσα, χορηγούντες αυταίς την ημετέραν προστασίαν και συμπάθειαν….»
Όσον αφορά το πώς έβλεπαν οι Ρώσοι τους μετέπειτα έλληνες, γράφει ο Ν.Ροτζώκος [21]:
«Για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι Ρώσοι τους Ρωμιούς, θα πρέπει να δούμε πως τους αποκαλούσαν, πως δηλαδή απευθύνονταν σε αυτούς. […]
Όπως προαναφέρθηκε, η προκήρυξη του Ορλώφ συντάχτηκε στο Ναυαρίνο τον Απρίλιο του 1770 και μοιράστηκε στους Πελοποννησίους με σκοπό να τους εμψυχώσει και να τους κινητοποιήσει.
Την ίδια εποχή, ο Ρώσος αξιωματούχος, απογοητευμένος από την εξέλιξη του πολέμου στην Πελοπόννησο, σε επιστολή του προς την Αικατερίνη έκανε λόγο για τη «δειλία των τε Ελλήνων και Μανιατών» [22].
Υπάρχουν όμως κι άλλες προσφωνήσεις για τους Ρωμιούς και γενικότερα για τους χριστιανούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τους οποίους οι Ρώσοι επίσης προέτρεπαν να ξεσηκωθούν.
Το 1765, ο απεσταλμένος των Ρώσων στην Πελοπόννησο, Εμμανουήλ Σάρρος, έκανε λόγο για το «Σπαρτιατικόν Έθνος» το «πρεσβεύον το χριστιανικό δόγμα» εννοώντας τους Μανιάτες [23].
Σε άλλο έγγραφό της, η Αικατερίνη αναφερόταν στις «Σλαυικές», «Αλβανικές» και «Ελληνικές Εθνότητες», με τις οποίες δηλώνονταν όλοι κοινώς οι ορθόδοξοι λαοί [24].
Γίνεται φανερό από τα προαναφερθέντα ότι το «ορθόδοξο δόγμα» είναι το ενοποιητικό στοιχείο όλων αυτών των «εθνοτήτων», τόσο μεταξύ τους όσο και με τους Ρώσους.
Μια τέτοια χρήση των όρων «έθνος» και «εθνότητα» από τους Ρώσους προκαλεί εντύπωση σε μας σήμερα.
Μας φαίνεται εννοιολογικά ασαφής ή και λανθασμένη.
Αυτό συμβαίνει διότι ζούμε μέσα σε αποκρυσταλλωμένες από καιρό ταξινομήσεις και πολιτικές ρυθμίσεις που έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με την εθνική ιδεολογία.
Και συμμεριζόμαστε τις εν λόγω ταξινομήσεις και ρυθμίσεις, διότι αποτελούν τις βασικές παραδοχές του δικού μας πολιτικού σύμπαντος, στο οποίο το έθνος αποτελεί το κεντρικό πολιτικό υποκείμενο στην ιστορία και την υπέρτατη και ενιαία μορφή ατομικής και συλλογικής ταυτότητας και οργάνωσης του κράτους.
Όταν λοιπόν αυτή η αντίληψη περί έθνους προβάλλεται αναδρομικά και αδιακρίτως στο παρελθόν, τότε θεωρείται αυτονόητο ότι οι Ρώσοι καλούσαν σε ξεσηκωμό ενιαία εθνικά πολιτικά υποκείμενα που διεκδικούσαν το δικαίωμά τους στην πολιτική αυτοδιάθεση ή αντιστρόφως, ότι οι Ρωμιοί προσδοκούσαν ως εθνικά υποκείμενα τη συνδρομή των Ρώσων.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτά τα κριτήρια, φαίνονται «αφύσικοι» , εννοιολογικά ασαφείς ή ακόμη και λανθασμένοι οι διαχωρισμοί των Ρώσων σε «Ελληνικόν» και «Σπαρτιατικόν έθνος», σε «Έλληνες» και «Μανιάτες», καθώς επίσης και η χρήση του πληθυντικού αριθμού για να ονοματιστούν οιονεί ενιαία και ομοιογενή εθνικά υποκείμενα («Ελληνικές και Σλαυικές Εθνότητες»).
Στο λόγο των Ρώσων, όμως, τα σημαίνοντα «έθνος» και «εθνότητα» δεν παραπέμπουν στα σημαινόμενα τα οποία επρόκειτο να τους προσδώσει αργότερα η Εθνική Ιδέα (και η ελληνική ιστοριογραφία).
Οι χρήσεις των όρων αυτών δεν είχαν την εποχή που μελετάμε την εννοιολογική αυστηρότητα και σαφήνεια που θα τους προσέδιδε αργότερα η Εθνική Ιδέα, διότι για τους ανθρώπους της εποχής δεν είχαν την ιδεολογική και πολιτική σημασία που θα αποκτούσαν χάρη στη μεταγενέστερη αυτή πολιτική ιδεολογία.
Οι Ρώσοι έκαναν λόγο για «ελληνικές εθνότητες» (στον πληθυντικό αριθμό) διότι αναγνώριζαν πολλές και συνεπώς διακριτές επιμέρους κοινότητες με βασικά κριτήρια αναφοράς τον τόπο καταγωγής ή την ιστορία τους και όχι τις ενοποιητικές αρχές της εθνικής ιδεολογίας.
Στη ρωσική αυτοκρατορική αντίληψη, το πρώτιστο (αν όχι μόνο) ταυτοποιητικό στοιχείο όλων αυτών των πληθυσμών, το στοιχείο δηλαδή που υπερέβαινε τις επιμέρους εντάξεις (τόπος, ιστορία, καταγωγή) ήταν το «ορθόδοξον δόγμα» που πρέσβευαν από κοινού.
Το «ομόθρησκον» συνέδεε άλλωστε τους ραγιάδες μεταξύ τους και, ταυτοχρόνως, όλους μαζί με τον Ρώσο ηγεμόνα-ελευθερωτή σε ένα κοινό σχέδιο δράσης, εν όψει της δημιουργίας μιας νέας μορφής πολιτικής ρύθμισης και συμβίωσης.
Με άλλα λόγια, ο «φωτισμένος» και «φιλεύσπλαχνος» ορθόδοξος ηγεμόνας παρουσιαζόταν και αναμενόταν ως ελευθερωτής, υπό την έννοια ότι αυτός αποτελούσε την υπέρτατη πηγή πολιτικής νομιμοφροσύνης, και όχι οι ασυστηματοποίητες ακόμη ιδέες περί έθνους- οι οποίες, μόνον αφότου θα αποκρυσταλλώνονταν λίγο αργότερα στο πλαίσιο της εθνικής ιδεολογίας, έμελλε να οδηγήσουν στην συγκρότηση νέων (και πλέον ατόφια εθνικών) μορφών πολιτικής νομιμοφροσύνης.
Αλλά ούτε οι Ρωμιοί αναγνώριζαν τον ευατό τους σε αυτήν την υπέρτατη και ενιαία μορφή συλλογικής ταυτότητας που έμελλε να είναι το έθνος της εθνικής ιδεολογίας, ούτε οι προσδοκίες εναρμονίζονταν με το πολιτικό πρόταγμα της εθνικής ανεξαρτησίας.
Κεντρικό σημείο αναφοράς των προσδοκιών τους ήταν ο «φωτισμένος», «δίκαιος» και «φιλεύσπλαχνος» χριστιανός ηγεμόνας-ελευθερωτής, ο οποίος αναμενόταν στη θέση του «άδικου», «άσπλαχνου», και «τύραννου» κατακτητή.
Δεν αντιλαμβάνονταν δηλαδή την ελευθερία με τους όρους της εθνικής επανάστασης αλλά με την έννοια της αποκατάστασης της σχέσης ανάμεσα στον ηγεμόνα και τους υπηκόους του.
Η «πατρίδα» στις ρωσικές εκκλήσεις ορίζεται με δύο τρόπους: και με την στενή της έννοια, δηλαδή ως ο τόπος της βιωματικής εμπειρίας, αλλά και ευρύτερα, ως αφηρημένη έννοια, δηλαδή ως ιστορική και πολιτισμική οντότητα.
Σε καμία περίπτωση πάντως η έννοια της «πατρίδας» στις ρωσικές εκκλήσεις δεν ταυτίζεται με την έννοια του εθνικού χώρου, δηλαδή με την ενιαία και αποκλειστική εθνική-εδαφική κυριαρχία, όπως αντιλαμβάνεται η εθνική ιδεολογία την πατρίδα του μοντέρνου έθνους».
Ο Νικόλαος Γλυκύς, σημαντικός τυπογράφος στη Βενετία, μεταφραστής και εκδότης της περίφημης Nakaz (Εισήγηση) της Αικατερίνης, γράφει στα 1767:
«Με την ανάγνωσιν τούτου, οι ομογενείς μου πρώτον θέλουσι καρποφορηθεί εις την αρετήν, και δεύτερον θέλουσι λάβει ευφροσύνην και παρηγορίαν των θλίψεών των, βλέποντες το ηγαπημένον μας και ομόπιστον Γένος να ευρίσκεται εις ευαδαιμονίαν και καλήν πολιτικήν κυβέρνησιν, λαμβάνοντας εκ θείας προνοίας δια Μονάρχισσαν μίαν φιλόσοφον και φιλάνθρωπον Νομοθέτριαν, οπού αι αρεταί και μεγάλα της κατορθώματα περιβόητον εις άπασαν την Ευρώπην την έκαμαν.
Βέβαια τώρα θέλει πληρωθή η μεγάλη επιθυμία, ως σοφέ Πλάτων, και η αγαπημένη πατρίς σου η Ελλάς να φθάση εις το άκρον της ανθρωπίνης ευδαιμονίας, αν αι θερμαί δεήσεις του Ταλαιπώρου σου γένους οπού μετά δακρύων, ημέραν και νύκταν προς τον Ύψιστον θέλει εξακουσθώσι διά να κυβερνηθεί και αυτό με τους ίδιους νόμους αυτής της φιλοσόφου Αυτοκρατορίσσης, και να ευρίσκεται υπό την σκέπην, και προστασίαν της»
[25].
Αντί επιλόγου, παραθέτω ένα απόσπασμα από τον Franco Venturi, σχετικά με την αποτίμηση των γεγονότων των Ορλωφικών:
"Πουθενά τα γεγονότα αυτά δεν οδήγησαν σε ανατροπές των θεμελίων της κοινωνίας ή του κράτους, ούτε στην δημιουργία νέων θεσμών με διάρκεια.
Αλλά ούτε και συνέβησαν χωρίς να αφήσουν πίσω τους σημαντικά ίχνη.
Αποκάλυψαν υπόγειες δυσαρέσκειες, εκρηκτικές προσδοκίες, ελπίδες ασυμβίβαστες με την παραδοσιακή τάξη πραγμάτων κααι μια απρόσμενη αγωνιστική θέληση ενάντια σε παλιές και νέες μορφές καταπίεσης" [26].

Ευχαριστώ για τον χρόνο σας.
doctor
________________________________________________________


Σημειώσεις- Βιβλιογραφία (όλα τα παρακάτω έχουν ληφθεί από το βιβλίο του κ.Ροτζώκου).

[1] Η παρομοίωση της εθναφύπνισης με το μύθο της «ωραίας κοιμωμένης» ανήκει στον Κένεθ Μίνονγκ.
Με αφορμή αυτή την παρομοίωση, ο Παντελής Λέκκας αναλύει τον τρόπο με τον οποίο παράγεται από τον εθνικισμό το ιδεολόγημα της εθναφύπνισης:
«Ο Μίνονγκ ισχυρίζεται ότι όλη η εικόνα που η εθνικιστική ιδεολογία φιλοτεχνεί για το έθνος μπορεί να ιδωθεί σαν παραλλαγή του μύθου της ωραίας κοιμωμένης.
Όπως η ηρωίδα του παραμυθιού ξυπνά από τον βαθύ της ύπνο για να συναντήσει τη μοίρα της, έτσι και το έθνος ανακαλύπτει τον εαυτό του μόνον όταν αποκτά συνείδηση της μακραίωνης ιστορίας του και, συνακόλουθα, συνείδηση των δυνατοτήτων και του πεπρωμένου του: η εθνική ιστορία παρουσιάζεται πάντοτε με τα χαρακτηριστικά της αυθυπαρξίας και της αυτοτέλειας να νοούνται οίκοθεν […]
ο εθνικισμός αναφέρεται στην ιστορία του έθνους ως μια δεδομένη πραγματικότητα η οποία είναι ανεξάρτητη από τον ίδιο.
Όπως συμβαίνει λοιπόν με όλους τους μύθους, έτσι κι εδώ η πράξη της αφήγησης αποσυνδέεται από το περιεχόμενό της.
Ο ρόλος της εθνικιστικής ιδεολογίας περιορίζεται, με εξίσου «αυτονόητο» τρόπο, στην ανακάλυψη του ήδη υπάρχοντος εθνικού παρελθόντος – χωρίς ποτέ να ομολογείται ότι πρόκειται για την πράξη της αφήγησης μιας καθ’όλα νέας και ιδεολογικά προσδιορισμένης ιστορίας, για την πράξη της παραγωγής της εθνικής μυθολογίας (Παντελής Λέκκας, «Το παιχνίδι με τον χρόνο. Εθνικισμός και νεωτερικότητα, Αθήνα 2001, σελ.103-104. Για τη σχέση ανάμεσα σε εθνογένεση και εθναφύπνιση, βλ.Ernest Gellner, «Έθνη και εθνικισμός, Αθήνα 1992, σελ.93-96, 102-110.
[2] Τον Φεβρουάριο του 1770, μεσούντος του τρίτου κατά τον 18ο αιώνα Ρωσο-οθωμανικού Πολέμου (1768-1774) ελλιμενίστηκε στο Οίτυλο της Μάνης μια μοίρα του ρωσικού στόλου που μετέφερε ένα μικρό στρατιωτικό σώμα.
Ήταν η πρώτη φορά που, σε μια παράτολμη επιχείρηση, ο ρωσικός στόλος έπλεε στα νερά της Μεσογείου με επικεφαλής τον αξιωματικό του ρωσικού στρατού Αλέξιο Ορλώφ και τον αδελφό του Θεόδωρο.
Με την άφιξη των ρωσικών πλοίων και μέσα σε κλίμα επανασταστικού αναβρασμού οι χριστιανικές ηγεσίες της Πελοποννήσου ξεσήκωσαν τις περισσότερες επαρχίες, συγκρότησαν ένοπλα σώματα και τα έθεσαν υπό την καθοδήγηση των Ρώσων.
Οι ισχνές οθωμανικές δυνάμεις της Πελοποννήσου και οι ντόπιοι μουσουλμάνοι κλείστηκαν στα κάστρα, ενώ τα άτακτα σώματα των εξεγερμένων τους πολιορκούσαν και, ταυτοχρόνως, άρχισαν να επιδίδονται σε εκτεταμένες σφαγές και λεηλασίες.
Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα η οθωμανική εξουσία είχε καταλυθεί στην Πελοπόννησο και ο τόπος είχε μετατραπεί σε ένα από τα μέτωπα του Ρωσο-οθωμανικού πολέμου.
Η εξέγερση όμως δεν εδραιώθηκε.
Διήρκεσε περίπου τρεις με τέσσερις μήνες και κατεστάλη εύκολα όταν κατέφθασαν οθωμανικές ενισχύσεις μέσω του Ισθμού και του πορθμού Ρίου-Αντιρρίου, την ίδια εποχή που ο οθωμανικός στόλος ελλιμενιζόταν στο Ναύπλιο. Μετά τις ήττες των εξεγερμένων στην Τριπολιτσά (2 Μαρτίου/9 Απριλίου 1770) και στη Μεθώνη (17/28 Μάη 1770), οι Ρώσοι αναχώρησαν από την Πελοπόννησο παίρνοντας μαζί τους αρκετούς από τους Μοραΐτες πρωτεργάτες της εξέγερσης (κοτσαμπάσηδες και μέλη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας), εγκαταλείποντας, όμως, τους ντόπιους στην μήνιν των Οθωμανών. (Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.19-20).
[3] Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν Δοκίμιον περί των προς αποτίναξιν του οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων του ελληνικού έθνους (1453-1821)», Αθήνα, 1869. Την ίδια εποχή άρχισε να γράφεται και η μεγάλη ιστορική σύνθεση του Κ.Παπαρηγόπουλου «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» που πρωτοδημοσιεύτηκε μέσα σε 14 χρόνια, από το 1860 έως το 1874.
[4] Ο Νίκος Ροτζώκος σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Paris I.
Διδάσκει Νεότερη και Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και είναι συγγραφέας του βιβλίου «Επανάσταση και Εμφύλιος στο Εικοσιένα», Πλέθρον, Αθήνα 1997.
[5] Πληροφορίες για το βιβλίο: http://www.lemoni.gr/shop/details.asp?ProductID=116083
[6] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.19-20.
[7] ο.π. σελ.79.
[8] Π. Λέκκας, «Το παιχνίδι με τον χρόνο, σελ.6-7. Για τη δημιουργική επέμβαση του εθνικισμού στην ανασύσταση και ανάπλαση του παρελθόντος, βλ. επίσης του ιδίου «Η εθνικιστική ιδεολογία» σελ.73-74,96-106. Βλ.ακόμα, Κ.Τσουκαλάς, «Η εξουσία ως λαός και ως έθνος. Περιπέτειες σημασιών», Αθήνα 1999, σελ.297-308, 337-353, Ετιέν Μπαλιμπάρ «Η μορφή Έθνος: ιστορία και ιδεολογία» στο Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν, «Φυλή, έθνος, τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες, Αθήνα, 1991, σελ.132,134,139.
[9] Οι αγωνιστές εξιστόρησαν το ένδοξο παρελθόν του έθνους, και συνεπώς τη μεγάλη προσφορά των ίδιων και των προγόνων τους στην εθνική υπόθεση.
Η εξιστόρηση της ζωής τους στο παρελθόν ακολούθησε τα δραματουργικά αφηγηματικά μοτίβα της εθνικής εποποιίας – η οποία αποτελούσε, άλλωστε, το σημαντικότερο κομμάτι και τη νέα αφετηρία της ζωής τους. Ιδού πόσο ωραία τις πρώτες γραμμές των απομημονευμάτων του ο Φωτάκος:
«οι Έλληνες πάντοτε εσυλλογίζοντο πως να αποκτήσουν την ελευθερίαν των, και μάλιστα μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως της Πελοποννήσου, της γενομένης κατά το 1769, και ύστερον εσκέπτοντο πως και δια ποίου τρόπου να οργανώσουν το έθνος προς την επανάστασιν κατά του τυράννου»
(Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1960, σελ.25).
Οι αγωνιστές διαμόρφωσαν τη σχέση τους με το παρελθόν μέσω της ιδεολογίας της εθνικής επανάστασης και της εθνοκρατικής κοινότητας – στη δημιουργία της οποίας είχαν και οι ίδιοι συνεργήσει με τους αγώνες και τις θυσίες τους. Στα απομνημονεύματά τους λοιπόν αναφέρονται στο παρελθόν, όπως ακριβώς το προσελάμβαναν και το ανέπλαθαν ένα κράτος και μια κοινωνία που έβγαιναν μέσα από ένα εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.
Υπ’ αυτή την έννοια, τα απομνημονεύματα του Αγώνα, μαρτυρούν περισσότερο για την πραγματικότητα των ανθρώπων της επανάστασης και του εθνικού κράτους (και τους όρους πρόσληψης του παρελθόντος και της ιστορίας στη νέα αυτή ιδεολογική συνάφεια), παρά για την ίδια την κάθε φορά εξιστορούμενη πραγματικότητα του παρελθόντος.
Για το ζήτημα αυτό, βλ.Σπύρος Ασδραχάς, «Ελληνική κοινωνία και οικονομία, ιη’ και ιθ’ αιώνες», Αθήνα 1982, σελ.315-349, του ιδίου, Σχόλια, Αθήνα 1993, σελ.187-191. Ν .Θεοτοκάς, «Ατομική μαρτυρία και συλλογική συνείδηση. Τα κείμενα του Μακρυγιάννη ως τεκμήρια της ιστοριογραφίας», η οικονομία της βίας, ο.π. σελ.349-385.
Ελένη Αδριάκαινα, Το «νόημα του ‘21» στα Απομνημονεύματα του Φωτάκου, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1999. Ν.Ροτζώκος «Τα απομνημονεύματα του Εικοσιένα ως υλικό της ιστοριογραφίας», Δοκιμές, 3 (1195), σελ.3-11.
[10] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.81-82.
[11] Βλ. σχετικά, Ν.Θεοτοκάς: «Ο εθνικισμός ως δεσμευτική αρχή της κατασκευής του παρελθόντος», Ο Πολίτης, 127 (1994), σελ.32-36. Α.Λιάκος, «Προς επισκευήν ολομελείας και ενότητος: η δόμηση του εθνικού χρόνου» στο Επιστημονική συνάντηση στη μνήμη του Κ.Θ. Δημαρά, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1994, σελ.171-199. Κ.Τσουκαλάς, «Ιστορία, μύθοι και χρησμοί», στο «Έθνος-Κράτος-Εθνικισμός», Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας Σχολής Μωραΐτη , Αθήνα 1994, σελ.287-303.
[12] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.83.
[13] Το κείμενο παρατίθεται στο Φ.Ηλιού, Προσθήκες στην Ελληνική Βιβλιογραφία, σελ.293-300.
Ο Βούλγαρης, στο έργο του «Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του Οθωμανικού κράτους (Κέρκυρα 1854- πρώτη έκδοση Στοχασμοί ςις τους παρόντας κρισίμους καιρούς, του Κράτους του Οθωμανικού, Πετρούπολη, 1771 ή 1772) προτείνει τον διαμελισμό των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία μιας ελληνικής ηγεμονίας υπό την αιγίδα των Ρώσων.
[14] Καισάριος Δαπόντες, Ιστορικός Κατάλογος Ανδρών Επισήμων (1700-1784), σελ.119-120.
[15] Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης, Τα μετά την Άλωσιν, σελ.534.
[16] Παρατίθεται στο Β.Σκουβαράς, «Ιωάννης Πρίγκος» σελ.201-203.
[17] Αθανάσιος Ψαλίδας, Αληθής ευδαιμονία ήτοι βάσις πάσης θρησκείας. Vera felicitas sive fundamentum omnis religionis, Βιέννη 1791. Το απόσπασμα παρατίθεται στο Π.Κιτρομηλίδης «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Γ’ έκδοση, σελ.189.
[18] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.285-286.
[19] Η εν λόγω προκήρυξη παρατίθεται, μεταξύ άλλων, στο Π.Κοντογιάννης, Οι Έλληνες, σελ.461-464. Επίσης εκτεταμένα αποσπάσματα στο παραπάνω βιβλίο του Ν.Ροτζώκου (σελ.180-185).
[20] Η διακήρυξη της Αικατερίνης κοινοποιήθηκε στους Πελοποννησίους ηγέτες από τον Θεόδωρο Ορλώφ στα τέλη Φεβρουαρίου του 1770, όταν αυτός αφίχθη στο Οίτυλο της Μάνης. Παρατίθεται στο Κ.Π. Παλαιολόγος, «Ρωσικά περί Ελλάδος έγγραφα», σελ.147-148. Σχετικά με τον τρόπο που διακινήθηκε η διακήρυξη στις ιταλικές πόλεις και τις συζητήσεις που προκάλεσε, βλ. F.Venturi, The End of The Old Regime, σελ.35-36.
[21] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.204-218.
[22] Κ.Π. Παλαιολόγος, «Ρωσικά περί Ελλάδος έγγραφα», Παρνασσός τ.Ε(1883) σελ.149.
[23] ο.π. σελ.145.
[24] ο.π. τ.Α(1877) σελ.918.
[25] Νικόλαος Γλυκύς, Ερμηνεία της κραταιοτάτης και σεβαστής Αικατερίνης Β’ σελ.4-6. Πρόκειται για τη μετάφραση της περίφημης Nakaz (Εισήγηση) της Αικατερίνης προς τη Νομοθετική Επιτροπή των Αντιπροσώπων, το 1767.
Η Εισήγηση, εμπνευσμένη κυρίως από τις ιδέες του Μοντεσκιέ και του Μπεκαρία, συνιστούσε έναν νέο κώδικα νόμων που σκοπό είχε να μεταρρυθμιστεί το νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία του ρωσικού κράτους. Για τη Nakaz, βλ. την εισαγωγή του P.Dukes, στο P.Dukes, Russia under Catherine the Great, Vol.II: Catherine the Great’s Instruction (Nakaz) to the Legislative Cοmmision, 1767, Newtonville, Mass.1977. σελ.9-38.
Επίσης την εισαγωγή του Reddaway, στο W.F. Reddaway, Documents of Catherine the Great. The Correspondance with Voltaire and the instruction of 1767 in the English text of 1768, Νέα Υόρκη 1971, σελ.xxx-xxxii.
Για το ίδιο ζήτημα, βλ. επίσης την ανάλυση που επιχειρείται στο Π.Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σελ.179-184. Βλ.ακόμα, F.Venturi, The End of the Old Regime in Europe, σελ.18,80-82 και S.Batalden, Catherine II’s Greek Prelate, σελ.17-19.
[26] Franco Venturi, The End of the Old Regime in Europe, 1768-1776. The First Crisis, Πρίνστον, New Jersey, 1989.

Τετάρτη, 19 Σεπτεμβρίου 2007

Τι έκανες στην τουρκοκρατία μπαμπά;


Πασχάλης Κιτρομηλίδης

Η επίσημη εκκλησία, αλλά και οι θιασώτες του ιδεολογήματος του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» , κατά πλήρη αντιδιαστολή προς την ιστορική πραγματικότητα, διακηρύσσουν ότι η εκκλησία ήταν αυτή που έσωσε τον ελληνισμό μετά την Άλωση της Πόλης.

Είναι όμως έτσι τα πράγματα;
Τι δίδασκε η εκκλησία κατά την τουρκοκρατία;
Ποια ήταν τα αγαπημένα αναγνώσματα τότε;
Τι πίστευε ο κόσμος ως ιστορία;
Ποιους θεωρούσε προγόνους του;
Τι έγραφαν αυτά τα περίφημα Χρονικά που ήταν τα τότε βιβλία της ιστορίας;

Εδώ λοιπόν προσκρούει το ιδεολόγημα περί της συνεχούς και αδιάλειπτης παρουσίας του ελληνικού Έθνους, μιας επινόησης του ιστορικού Ρομαντισμού: η εκκλησία αυτοδιαψεύδεται και αυτοαναιρείται όπως θα δείτε παρακάτω μέσα από τα όσα η ίδια πίστευε και δίδασκε κατά την τουρκοκρατία.

Παραθέτω αποσπάσματα μέσα από ένα βιβλίο που πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει όποιος θέλει να πληροφορηθεί επιστημονικά για το πότε δημιουργήθηκαν οι νέοι έλληνες και το πώς ο Νεοελληνικός Διαφωτισμός δημιούργησε αυτή την εθνογένεση.

Το βιβλίο ονομάζεται «Νεοελληνικός Διαφωτισμός» (εξεδόθη από το "Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας") και συγγραφέας του ένας μεγάλος πανεπιστημιακός, ο Πασχάλης Μ.Κιτρομηλίδης, Διδάκτωρ Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Harvard, Καθηγητής της Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών [1].

Ορίστε λοιπόν τι πίστευαν τότε οι χριστιανοί ρωμιοί (μετέπειτα έλληνες) υπό την καθοδήγηση της εκκλησίας:


«Το πιο πλατιά διαδεδομένο χρονικό στους τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας ήταν το λεγόμενο «Βιβλίον ιστορικόν», το οποίο αποδιδόταν ψευδεπίγραφα στον Δωρόθεο, ανύπαρκτο μητροπολίτη Μονεμβασίας [2].
Δημοσιευμένο για πρώτη φορά στα 1631, το κείμενο ανατυπώθηκε τουλάχιστον 24 φορές μέχρι το 1818.
Στόχος της εκλαϊκευτικής αφήγησης ήταν να εδραιώσει τον «φόβον Κυρίου» στον ευσεβή λαό του Θεού [3].
Το κύριο σώμα του βιβλίου καταλάμβανε η Βιβλική ιστορία. Ως προς την δομή της θεματολογίας τους τα χρονικά της Τουρκοκρατίας συνέχιζαν μια πολύ παλαιότερη βυζαντινή χρονογραφική παράδοση. Τις αφηγήσεις των γεγονότων της Παλαιάς Διαθήκης ακολουθούσε η ιστορία των αρχαίων Εβραίων ως την εποχή των πολέμων τους με τους άλλους αρχαίους λαούς της Μέσης Ανατολής καθώς και η ιστορία της αυτοκρατορίας του Αλεξάνδρου. Με αυτόν τον τρόπο ένα κομμάτι της ελληνικής ιστορίας παρεμβαλλόταν στην αφήγηση. Είναι αξιοσημείωτο, ότι η ελληνική ιστορία δεν εμφανιζόταν στο προσκήνιο παρά μόνο στην ελληνιστική της φάση, εποχή στην οποία τεμνόταν με την αρχαία εβραϊκή ιστορία.
Η αφήγηση προχωρούσε με την ρωμαϊκή ιστορία και την ιστορία της ανατολικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, από την ίδρυση ως την πτώση της Κωνσταντινούπολης, και συνεχιζόταν με την ιστορία των Οθωμανών σουλτάνων μέχρι τις ημέρες σύνταξης του χρονικού.
Σε όλη την αφήγηση αποδιδόταν ιδιαίτερη προσοχή στην εκκλησιαστική ιστορία, ενώ έλειπαν αναφορές στην αρχαία Ελλάδα και στον πολιτισμό της. Οι Οθωμανοί σουλτάνοι της Κωνσταντινούπολης προβάλλονταν ως οι φυσικοί διάδοχοι των χριστιανών αυτοκρατόρων.

Παρόμοιες αντιλήψεις αντανακλούσε και ένα άλλο χρονικό, πρωτοδημοσιευμένο τον 17ο αιώνα, το οποίο γνώρισε συχνές ανατυπώσεις κατά τη διαδρομή του 18ου αιώνα.
Πρόκειται για την «Επιτομή της ιεροκοσμικής ιστορίας», συγγραφέας της οποίας ήταν ο Νεκτάριος ο Κρης, ο λόγιος πατριάρχης Ιεροσολύμων (1602-1676).
Αντίθετα προς τους αρχαίους ειδωλολάτρες συγγραφείς που είχαν περιγράψει το μεγαλείο των κρατών και των βασιλείων, καθώς και τους πολέμους των εθνών και των ηγεμόνων, με πρόθεση να προκαλέσουν τον θαυμασμό για την ανθρώπινη αρετή, ο στόχος της ιστορίας επαναπροσδιοριζόταν τώρα σε νέα βάση: δεν την απασχολούσαν πια τα κατορθώματα των ανθρώπων αλλά τα θαύματα της θείας πρόνοιας και της θείας δύναμης, που άνοιγαν τον δρόμο προς τη μέλλουσα μακαριότητα.
Η ενασχόληση με το υπερβατικό συσκότιζε την έννοια του κοσμικού χρόνου.
Η πολιτική ιστορία καταγραφόταν χωρίς να διατυπώνονται ερωτήματα για τον λογικό της άξονα ή για τους στόχους της. Εκφραζόταν άλλωστε μια πολιτική ταύτιση με την οθωμανική μοναρχία.
Αναφερόμενος στην οθωμανική κατάκτηση της Μέσης Ανατολής, τον 16ο αιώνα, ο συγγραφέας πανηγύριζε τις νίκες του Σουλτάνου, που είχαν επιτέλους επαναφέρει αυτές τις περιοχές υπό το σκήπτρο της βασιλίδας των πόλεων. Κατά την εκτίμησή του, είχε έτσι δοθεί τέλος στην σύγχυση και στις αναστατώσεις ολόκληρων αιώνων και η ειρήνη είχε επανέλθει στους Αγίους Τόπους.
Ούτε για μια στιγμή δεν φαίνεται να πέρασε από το νου του ευσεβούς συγγραφέα η σκέψη ότι η βασιλίδα των πόλεων (Κωνσταντινούπολη), στην κυριαρχία της οποίας είχαν υποταχθεί η Παλαιστίνη και η Αραβία, βρισκόταν και η ίδια αιχμάλωτη ενός ξένου και χριστιανομάχου δυνάστη. Εντοπίζεται και στο σημείο αυτό η πολιτική ταύτιση της ηγεσίας της ελληνικής κοινωνίας με το οθωμανικό καθεστώς, η οποία είναι εμφανής και στη στάση των Φαναριωτών.
Η ελληνική ιστορία παρέμεινε απούσα από την Επιτομή, όπως απουσίαζε και από το Βιβλίον Ιστορικόν. Γινόταν μία σύντομη μνεία της πτολεμαϊκής κυριαρχίας στην Αίγυπτο, μόνο και μόνο γιατί η περίοδος αυτή ενσωματωνόταν στο κοσμολογικό σχήμα που περιλάμβανε τη Δημιουργία, τη βιβλική εβραϊκή ιστορία, την ελληνιστική και τη ρωμαϊκή κυριαρχία επί των αρχαίων Εβραίων και τη χριστιανική ρωμαϊκή αυτοκρατορία[4]».


Βλέπουμε λοιπόν ότι οι χριστιανοί ρωμιοί (οι ελληνόφωνοι χριστιανοί της οθωμανικής αυτοκρατορίας) είχαν μια οικουμενική αντίληψη για την ιστορία τους ως χριστιανοί και όχι ως έλληνες. Θεωρούσαν τους ευατούς τους πρωτίστως και κυρίως ως χριστιανούς και αυτοαποκαλούντο «ρωμαίοι». Ο ελληνόφων που ασπαζόταν τον μουσουλμανισμό γινόταν αυτόματα "τούρκος" ("τούρκεψε" έλεγαν γι'αυτόν που άλλαζε θρησκεία) και ο ελληνόφων χριστιανός ένιωθε τον αλβανόφωνο χριστιανό ορθόδοξο (αρβανίτη) πολύ πιο κοντά του και για τον λόγο αυτό κατά την διάρκεια της Επανάστασης πολέμησε μαζί με τον αλβανόφωνο, τον βλαχόφωνο, στον σλαβόφωνο χριστιανό τους μουσουλμάνους τουρκόφωνους, ελληνόφωνους κ.λπ.

Ο ορισμός του έλληνα στα πρώτα συντάγματα αποδεικνύει του λόγου το αληθές ("Οσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες") [5].

Για τον λόγο αυτό η ιστορία τους ήταν η ιστορία του χριστιανισμού και όχι κάποια εθνική ιστορία.
Για να «δέσει» το ιδεολόγημα περί της –δήθεν- συνεχούς και αδιάλειπτης παρουσίας του ελληνικού έθνους, ολόκληρες κοινωνίες και για εκατοντάδες χρόνια παρουσιάζονται από την εθνικιστική ιστοριογραφία σχεδόν ως ηλίθιες, ως ευρισκόμενες σε λήθαργο, ως μη έχουσες συνείδηση του τι είναι, και έτσι μια εθνικιστική θεώρηση της ιστορίας πραγματοποιείται αναδρομικά: αφού δεν έλεγαν τότε ότι είναι Έλληνες αλλά χριστιανοί ρωμαίοι, τότε εξ ανάγκης αυτοί οι άνθρωποι είναι σαν μεθυσμένοι, τελούν εν υπνώσει, εν αφασία και κάποια στιγμή αφυπνίζονται και έρχονται στα συγκαλά τους γιατρεμένοι από την αμνησία τους!

Η εισαγωγή των ιδεών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού στον ελληνικό χώρο ήταν αυτή που άρχισε να αλλάζει τα δεδομένα.
Γράφει σχετικά ο Π.Κιτρομηλίδης:

«Η μετάβαση στην κοσμική αίσθηση του χρόνου και η μεταφορά των πνευματικών προσανατολισμών και των μεθόδων της ιστοριογραφίας του Διαφωτισμού στην ελληνική σκέψη καλλιέργησαν την ιδέα ενός ξεχωριστού εθνικού παρελθόντος έναντι του κοινού ιερού παρελθόντος όλων των χριστιανικών λαών, τους πρόσφεραν μιαν αρχική επίγνωση της ιδιαιτερότητάς τους στη νεότερη διεθνή κοινωνία…» [6]

Οι λόγιοι του Νεοελληνικού Διαφωτισμού οι οποίοι αντιμάχονταν την μοιρολατρική θεώρηση της κατάστασης από την επίσημη εκκλησία, προσπάθησαν (και τελικά κατάφεραν) να πείσουν τους χριστιανούς ρωμιούς ότι οι τελευταίοι είναι απόγονοι των αρχαίων ελλήνων. Σε αυτό συνετέλεσαν οι ευρωπαίοι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού, το τεράστιο φιλελληνικό κίνημα και οι ευρωπαίοι περιηγητές κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας.

Φυσικά οι δυσκολίες ήταν τεράστιες στο έργο τους μιας και ο λαός δεν ήταν και τόσο δεκτικός σε αυτή την εθνογένεση.

Ο Γρηγόριος Παλιουρίτης γράφει: «[Οι ξένοι]… επαίνους επί επαίνοις καθ’εκάστην των Ελλήνων και ημετέρων προγόνων πλέκουσι και ξυγγράφουσι και τας πρώτας αρχάς της αρετής από τους έλληνας λαμβάνοντες εις τας απαλάς των παιδίων ψυχάς αγωνίζονται να εμφυτεύσωσι, και καθείς δεν παύει να αναγιγνώσκη την Ελληνικήν Ιστορίαν, και αναγιγνώσκων να θαυμάζη και θαυμάζων εκείνους μεν επαινεί, ημάς δε ελεεί. Οι Έλληνες δε, οι απόγονοι λέγω του Μιλτιάδου, του Λεωνίδα, του Επαμεινώνδου και άλλων τοιούτων, ου μόνον αγνοούσι τα έργα αλλά και τα ονόματα των Προπατόρων αυτών. Η δε άγνοια πόθεν; εκ της ελλείψεως των τοιούτων επωφελών τοις Έλλησι Βιβλίων» [7].

Το μέγεθος του συνειδησιακού προβλήματος των χριστιανών ρωμαίων απεικονιζόταν στην συνήθεια των νεότερων Ελλήνων να αυτοαποκαλούνται Ρωμαίοι, όταν έπρεπε να δηλώσουν το εθνικό τους όνομα.

Γράφει επ’ αυτού ο Γρηγόριος Παλιουρίτης: «… των Ιστορικών Βιβλίων η σπάνις κρατεί το ποτε ευκλεές των Ελλήνων γένος εις άγνοιαν, η δε άγνοια τοσούτον κατεκυρίευσεν αυτό ώστε και το όνομα Έλληνες, ου μόνον δεν θέλομεν να δεχώμεθα, αλλά και ότε το ακούωμεν, δυσαρεστούμεθα, Ρωμαίοι δε καλούμενοι χαίρομεν, δια να χαρακτηρίζωμεν καλλίτερον το όνειδος της δουλείας, την οποία ελάβομεν από τον λαόν της Ρώμης ως πατρικήν τινα αρετήν» [8].


Ο ιατροφιλόσοφος Γιώργος Σακελλάριος επίσης παρατηρεί:

«Βλέποντας τα μεν άλλα γένη να είναι πλουτισμένα με παρόμοια βιβλία της Αρχαιολογίας των παλαιών γενών… και ου μόνον οι πεπαιδευμένοι και διδάσκαλοι αλλά και οι άκρω δακτύλω της παιδείας γευσάμενοι, σχεδόν δε και τα παιδία να έχωσιν ικανάς ιδέας της ιστορίας όλων των γενών, το δε ειδικόν μας γένος να μην έχη ουδεμίαν ιδέαν ούτε αυτών των προγόνων του..» [9].

Και έτσι, σιγά σιγά, μέσω του Διαφωτισμού, μέσω των ευρωπαίων και των ελλήνων διαφωτιστών άρχισαν οι χριστιανοί ρωμαίοι (ρωμιοί) να θεωρούν εαυτούς ως απογόνους των αρχαίων ελλήνων.
Για τα δεδομένα της εποχής, κάτι τέτοιο ήταν επαναστατικό και βρήκε την εκκλησία απέναντι, η οποία μη μπορώντας να επηρεάσει τις εξελίξεις, απλώς τις ακολούθησε.
Σήμερα φυσικά η εκκλησία, αντιστάσεως μη ούσης (το πολιτικό κόστος βλέπετε), διακηρύσσει εντελώς ανιστόρητα ότι ήταν αυτή που συνετέλεσε στην εθνογένεση.

Το οξύμωρο είναι ότι οι σημερινοί εθνικιστές αντίκεινται στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και αντιπαρατάσσουν τον αρχαιοελληνικό (αγνοώντας ότι ο πρώτος είναι συνέχεια του δεύτερου), θεωρώντας αφελώς ότι πρόκειται για δύο αντιμαχόμενα στρατόπεδα και αγνοώντας ότι αυτή τους η σκέψη είναι αντιφατική και σχιζοφρενική αφού και οι ίδιοι υπάρχουν χάρη στον ευρωπαϊκό πολιτισμό και σε ό,τι αυτός γένησε: τον Διαφωτισμό, που εξύψωσε τον άνθρωπο από υπήκοο σε πολίτη και γκρέμισε τις αυτοκρατορίες στήνοντας εθνικά κράτη σε όλη την Ευρώπη, και άρα και στην Ελλάδα.

doctor



Πληροφορίες για το βιβλίο: http://www.greekbooks.gr/web/book/details.aspx?ProductID=119484

_______________________________________________________

[1] Ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης σπούδασε Πολιτική Επιστήμη στο Πανεπιστήμιο Harvard απ' όπου έλαβε το διδακτορικό του δίπλωμα. Είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διευθυντής του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στην ιστορία των πολιτικών θεωριών και περιλαμβάνουν ζητήματα κλασικής και νεότερης πολιτικής σκέψης. Το συγγραφικό του έργο περιλαμβάνει μεγάλο αριθμό άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά και συλλογικούς τόμους. Στα βιβλία του περιλαμβάνεται το Enlightenment, Nationalism, Orthodoxy (Ashgate, 1994).
[2] Δωρόθεος Μονεμβασίας, Βιβλίον Ιστορικόν, Βενετία 1631, επιμ.εκδ.Απόστολος Τζιγαράς. Για το έργο βλ. Σπ. Λάμπρος, «Δωροθέου Βιβλίον Ιστορικόν», «Νέος Ελληνομνήμων, 16 (1922), σσ. 137-190. Για τις πηγές του έργου βλ.G.Moravcsik, Byzantinoturcica, I, Βερολίνο 1958 σσ. 412-413, και Ελισάβετ Ζαχαριάδου, «Μια ιταλική πηγή του Ψευδο-Δωροθέου για την ιστορία των Οθωμανών», Πελλοπονησιακά, 5 (1961), σσ. 46-59. Μέχρι στιγμής έχουν επισημανθεί οι εξής εκδόσεις του έργου, όλες τυπωμένες στην Βενετία: 1631,1637,1654,1673,1676 (δις), 1681,1684, 1686, 1691, 1740, 1743, 1750, 1752, 1761, 1763, 1767, 1778, 1781, 1786, 1792, 1798, 1805, 1818.
Για βιβλιογραφικές λεπτομέρειες βλ.Θ.Παπαδόπουλος, Ελληνική Βιβλιογραφία 1791-1795, Αθήνα 1970, σσ.116-117.
Μια άλλη χρονογραφική πηγή συναφής με το Βιβλίον Ιστορικόν ήταν η Νέα Σϋνοψις Διαφόρων Ιστοριών του Ματθαίου Κιγάλα, Βενετία 1637. Αμφότερες οι πηγές απηχούν τις παραδόσεις του προφητικού χιλιασμού της περιόδου της οθωμανικής κυραρχίας. Βλ. Cyril Mango, “The Legend of Leo the Wise”, Byzantium and its Image, Λονδίνο:Varorium, 1984, Μελέτη ΧVI, ιδίως σσ.75,78.
Η παράθεση των ανωτέρω πηγών ελήφθη από το βιβλίο του Π.Κιτρομηλίδη «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»(Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας), σελ.532-533.
[3] «Βιβλίον Ιστορικόν», Βενετία 1743, Πρόλογος.
[4] Πασχάλη Κιτρομηλίδη, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός»(Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας), σελ.86-88.
[5] Βουλή των Ελλήνων: http://www.parliament.gr/1821/anafora/xrono4c.asp

[6] Πασχάλη Κιτρομηλίδη, "Νεοελληνικός Διαφωτισμός" (Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας), σελ.123.
[7] Γρηγόριος Παλιουρίτης, Επιτομή ιστορίας της Ελλάδος, Βενετία 1815, τομ.Α’ σσ. ιζ’-ιη’.
[8] ο.π. σσ. ιη’-ιθ’.
[9] Γιώργος Σακελλάριος, «Αρχαιολογία συνοπτική των Ελλήνων», Βιέννη 1796.

Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδας (1844)



Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδας [1]

Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδας, αυτή του Ιωάννη Κωλέττη, η οποία αναδείχθηκε δια της ψήφου του λαού το 1844 και τερμάτισε τον βίο της το 1847 με τον θάνατο του Κωλέττη, φανέρωσε εξαρχής ορισμένα χαρακτηριστικά στην άσκηση της εξουσίας τα οποία έκτοτε υπήρξαν μόνιμα των κυβερνήσεων της χώρας.

Ο Κωλέττης ηγέτης ενός από τους τρεις πολιτικούς σχηματισμούς που αναφέρονται έκτοτε ως «κόμματα» του «γαλλικού» ανήλθε στην εξουσία αφού κατόρθωσε να παραμερίσει τους δύο αντιπάλους του, ηγέτες των άλλων δύο σχηματισμών, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Ανδρέα Μεταξά, αρχηγούς αντίστοιχα του «αγγλικού» και του «ρωσικού» κόμματος.
Η έλλειψη κομματικής συνοχής στους τρεις πολιτικούς σχηματισμούς της εποχής έδωσε την δυνατότητα στον Κωλέττη να προσεταιριστεί υποστηρικτές των αντιπάλων του και να αναδειχθεί νικητής [2].

Τα χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης της χώρας

1) Η κοινοβουλευτική αυτή πλειονοψηφία ήταν εκ των πραγμάτων επισφαλής εξαιτίας της έλλειψης κομματικής συνοχής. Μοναδικό συνεκτικό ιστό αποτελούσαν η νομή της εξουσίας και η προσδοκία νομής της. Για να διατηρήσει την πλειονοψηφία στη Βουλή, ο Κωλέττης ήταν υποχρεωμένος να ικανοποιεί όλους τους υποστηρικτές του, ή τουλάχιστον να μην τους δυσαρεστεί περισσότερο από όσο έκρινε πως επέτρεπαν οι περιστάσεις και οι προσδοκίες τους και να καλλιεργεί στους υποστηρικτές των αντιπάλων του την ανοχή που εμπνέει η προσδοκία να συμπεριληφθούν και αυτοί στον κύκλο εκείνων που νέμονταν την εξουσία.

2) Δεύτερο χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ηπειρώτη πολιτικό ήταν η αποφυγή γενικά μέτρων που αναμένονταν να δυσαρεστήσουν πολιτικές ή κοινωνικές ομάδες και πρόσωπα, και συνεπώς να απειλήσουν τη σταθερότητα της κυβέρνησης.

Η πολιτική αυτή η οποία αποσκοπούσε πρωτίστως στην παραμονή της κυβέρνησης στην εξουσία με την αποφυγή ρήξεων με συμφέροντα εκπροσωπούμενα στο κοινοβούλιο, εξασφάλιζε κυβερνητική σταθερότητα, με τίμημα την κοινωνική και οικονομική υπανάπτυξη και αποτελμάτωση.

3) Το τρίτο χαρακτηριστικό της κυβέρνησης του Κωλέττη ήταν η προβολή της «Μεγάλης Ιδέας» του ελληνικού έθνους, της «αποστολής» που είχε η Ελλάδα να λυτρώσει όλους τους αλύτρωτους έλληνες στο πλαίσιο μιας μεγάλης και ισχυρής ελληνικής αυτοκρατορίας, καθώς και η καλλιέργεια της εντύπωσης ότι η κυβέρνηση θεωρούσε την πραγματοποίηση αυτού του οράματος πρωταρχικό της μέλημα και ιερό καθήκον. Καπετάνιοι της Ρούμελης και της βόρειας Ελλάδας προσκείμενοι στον Κωλέττη διενεργούσαν επιδρομές στις τουρκοκρατούμενες τότε ακόμα Θεσσαλία και Ήπειρο, στις οποίες χρησιμοποιούσαν εθελοντές κάθε προέλευσης, μεταξύ των οποίων και πολλούς ληστές προσκείμενους σε αυτούς. Οι συγκεκριμένες επιδρομές, τις οποίες ο αλυτρωτικός Τύπος πρόβαλλε ως συνέχεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, εξασφάλιζαν:

α) την περιοδική «εξαγωγή» του προβλήματος της ληστείας στην όμορη χώρα και στην ανακούφιση της Στερεάς από τα δεινά της μεγάλης αυτής μάστιγας
της υπαίθρου.

β) την ικανοποίηση των προσκείμενων στους κωλεττικούς καπετάνιους ληστών και άλλων εθελοντών εκτός της ελληνικής επικράτειας, και εις βάρος της όμορης επικράτειας και

γ) την εντύπωση ότι η κυβέρνηση προωθούσε με σθένος τη Μεγάλη Ιδέα.

Από τις άμεσες συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν αφενός η έξαρση του προβλήματος της ληστείας, αφετέρου η σύνδεση των ληστών με τον αλυτρωτισμό και η «αποδοχή» τους ως τμήματος του αλυτρωτικού στρατού του έθνους.

Σύμπτωμα ενός σοβαρότερου προβλήματος παρά συνέπεια αυτής της πολιτικής –το οποίο όμως έφερε στην επιφάνεια η πολιτική του αλυτρωτισμού- ήταν η προφανής αυτοεξαπάτηση του έθνους και της ηγεσίας του και η αποδοχή αυτής της αυτοεξαπάτησης.
Αυτή ήταν η πρώτη σοβαρή άσκηση του έθνους και της ηγεσίας του στη φυγή από την πραγματικότητα, με την αποδοχή ενός υποκατάστατου εθνικής ανάπτυξης[3].


Οι αγρότες της Ελλάδας είχαν ήδη εισέλθει με την ανοχή των εκπροσώπων της κεντρικής και της τοπικής εξουσίας στο στάδιο της εξαπάτησης των εθνικών γαιών, την οποία νομιμοποίησε η τότε κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου με ειδικό προς τούτο νόμο.

Οι βουλευτές, όπως παλαιότερα οι πρόκριτοι της Τουρκοκρατίας και οι πληρεξούσιοι του Αγώνα, ήταν ουσιαστικά κηδεμόνες «πολιτικώς ανήλικων» και εκπρόσωποι της κεντρικής εξουσίας, μεριμνούσαν δε για τα συμφέροντα των πολιτικών φίλων τους που αποτελούσαν τα ερείσματα της επιρροής και της ισχύος τους, και προήγαν τα ίδιά τους συμφέροντα. Τη λειψή αυτή αντιπροσώπευση καθιστούσαν ακόμα πιο προβληματική ο αναλφαβητισμός, το πρωτόγονο σύστημα συγκοινωνιών, η οικονομική δυσπραγία και η βία στην ύπαιθρο, τόσο η κρατική όσο και η παράνομη.

Οι χωρικοί, οι οποίοι αποτελούσαν την πλειονότητα του πληθυσμού, εκτεθειμένοι όπως ήταν στα όργανα των ισχυρών και απροστάτευτοι από τα όργανα της τάξης και του νόμου, έδιναν την ψήφο τους συνήθως σε εκείνους προς τους οποίους δυσπιστούσαν λιγότερο ή σε εκείνους που φοβούνταν περισσότερο. Ενίοτε δε ήταν σε θέση να παράσχουν την υποστήριξή τους έναντι προσωπικών ωφελειών.
Οι συζητήσεις στη Βουλή για τον έλεγχο των εκλογικών αποτελεσμάτων φανερώνουν όλα τα μέσα που μετέρχονταν οι υποψήφιοι και τα όργανά τους στην ύπαιθρο –συκοφαντικές επιθέσεις εναντίον αντιπάλων, ψευδείς ειδήσεις, απειλές και χρήση βίας διά των ληστών ή των οργάνων της τάξης.

doctor

______________________________________________

[1] Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια, σελ.133-135 Πληροφορίες για το βιβλίο:
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/07/macedonian-slavs.html

[2] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σελ.112 κ.εξ.
[3] J.S. Koliopoulos, Brigands with a Cause. Brigandage and Irredentism in Modern Greece, 1821-1912, Oxford University Press, New York 1987, pp.121ff.