Δευτέρα, 28 Απριλίου 2008

Ασύμμετρη Βλακεία



Κάλπηκες οι ασύμμετρες απειλές [1]

«Ανθρακας» αποδείχθηκε από την πολύμηνη έρευνα των αρχών ασφαλείας και δη της Αντιτρομοκρατικής το άλλοθι περί «ασύμμετρων απειλών» που αναζήτησε η κυβέρνηση, προφανώς για να καλύψει τις τεράστιες αδυναμίες τις οποίες επέδειξε ο κρατικός μηχανισμός κατά το φονικό, πύρινο καλοκαίρι του 2007 που στοίχισε δεκάδες ζωές αλλά και τη μεγαλύτερη οικολογική καταστροφή των τελευταίων ετών.
Σύμφωνα με το πόρισμα των αρμόδιων υπηρεσιών, που παραδόθηκε στον εποπτεύοντα εισαγγελέα Δημ. Παπαγγελόπουλο και αποκαλύπτει η «Κ.Ε.», μετά από την έρευνα και επεξεργασία δικογραφιών 3.000 σελίδων, προκύπτουν τα ακόλουθα:
Πόρισμα ναι μεν, αλλά«Από την συνολική έρευνα, πράγματι διαπιστώθηκε "ασύμμετρη" αύξηση των εμπρησμών σε σχέση με άλλες χρονικές περιόδους, πλην όμως υπήρξε "συμμετρική" γεωγραφική εξέλιξη, χρονική συγγένεια και σε ό,τι αφορά τα πειστήρια διαπιστώθηκαν ομοιότητες κατασκευής σε διαφορετικές περιοχές.
Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, δεν εντοπίστηκαν τα συνδετικά εκείνα στοιχεία που να εντάσσουν τους εμπρησμούς του καλοκαιριού του έτους 2007 στις επιμέρους διατάξεις του άρθρου 187Α Π.Κ [2].
Η έκταση, το μέγεθος, η τοπική και χρονική συγγένεια και τέλος το είδος αρκετών εκ των πειστηρίων προσδιορίζουν ανάπτυξη οργανωμένου σχεδίου.
Ωστόσο, οι ενδείξεις αυτές δεν είναι αρκετές και συγκεκριμένες που να "ικανοποιούν" δικονομικά τις απαιτήσεις της ειδικής αντιτρομοκρατικής νομοοθεσίας.
Παρά τα «...ναι μεν, αλλά» των συμπερασμάτων της έρευνας είναι σαφές ότι δεν υπήρξαν στοιχεία που να εντάσσουν τους φονικούς εμπρησμούς και τις πυρκαγιές του 2007 στις διατάξεις περί οργανωμένου εγκλήματος και δη της τρομοκρατίας, όπως ορίζει το άρθρο 187Α του ποινικού κώδικα.
[...]


Η επίπονη και πολύμηνη έρευνα δεν αποκάλυψε ούτε τρομοκράτες, ούτε «ξένους δακτύλους», ούτε πράκτορες.



«Συγκεκριμένα, όπως διαπιστώθηκε, οι πυρκαγιές οφείλονταν κυρίως σε εμπρησμούς από πρόθεση με γνωστά ή άγνωστα αίτια κατά περίπτωση και σε αμέλεια.
Και στις δύο περιπτώσεις υπήρξαν συνολικά 75 συλλήψεις δραστών εκ των οποίων 45 από πρόθεση και 30 από αμέλεια.

Οι... γνωστοί δάκτυλοι

Τα κίνητρα, κυρίως στις περιπτώσεις της αμέλειας, οφείλονταν σε αποτσίγαρα, υπαίθριες ψυχαγωγικές εκδηλώσεις, εργασίες κοπής μετάλλων και σπινθήρες της ΔΕΗ».
Και αυτό παρ' ότι συγκεντρώθηκε «όλο το προανακριτικό υλικό με καταθέσεις μαρτύρων, μελετήθηκαν τα πειστήρια, ενώ πραγματώθηκε επεξεργασία 450.000 περίπου τηλεφωνικών επικοινωνιών που προέκυψαν έπειτα από τις αντίστοιχες κατά περίπτωση άρσεις απορρήτου των αρμόδιων Δικαστικών Αρχών.
Επιπρόσθετα, εξετάσθηκαν λεπτομερώς πληροφορίες, οι περισσότερες από τις οποίες αφορούσαν υπόπτους και κυρίως αλλοδαπούς».
Ολα λοιπόν βοούν πως η κυβέρνηση «έπαιξε» με το σενάριο των ασύμμετρων απειλών και τις εκδοχές πως «η χώρα δέχεται επίθεση» προκειμένου να αντιστρέψει το κλίμα από τη βιβλική φυσική καταστροφή. Μ' αυτά τα τεχνάσματα και το περίφημο «τριχίλιαρο εξπρές» πέτυχε μια «επικοινωνιακή νίκη» πάνω στα αποκαΐδια.

ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ- 27/04/2008

***


Haze of the smoke over Greece, covering in particular the area of Olympia.
The image was acquired on 27 August 2007
by Envisat's Medium Resolution Imaging Spectrometer (MERIS) optical instrument,
while working in Full Resolution mode to provide a spatial resolution of 300 metres.

Όλοι θυμόμαστε τις φωτιές του περασμένου καλοκαιριού.
Χιλιάδες στρέμματα δάσους και καλλιεργειών έγιναν στάχτη.
Χωριά κάηκαν, και δυστυχώς πολλοί συνάνθρωποί μας έχασαν τη ζωή τους μέσα σε αυτή την κόλαση.
Επίσης, όλοι θυμόμαστε την ανεπάρκεια της κυβέρνησης, την ανυπαρξία των αρμοδίων φορέων και την αδιαφορία των ίδιων των πολιτών όσον αφορά την πρόληψη.
Αυτό που δεν θα ξεχάσουμε όμως είναι η προσπάθεια της εξουσίας να κρύψει την ανικανότητά της μέσα από σενάρια επιστημονικής φαντασίας.
Είναι μνημειώδης πλέον η φράση περί "ασύμμετρης απειλής" [3] από τον τότε υπουργό Δημοσίας Τάξεως, κ.Πολύδωρα.
Επίσης είναι αξέχαστη (και γελοία συνάμα) η εμφάνιση του πρωθυπουργού στις πληγείσες περιοχές με αντιανεμικό μπουφάν εν μέσω καύσωνα. Εμφάνιση α λά Μπους που ήθελε να περάσει στον κόσμο ότι η Ελλάδα δέχεται επίθεση.
Όλοι στην κυβέρνηση συστρατεύθηκαν σε αυτή την άθλια προπαγάνδα.
Και όλα αυτά για να κρύψουν την ανικανότητά τους, την ανεπάρκειά τους.
Στο πλευρό της κυβέρνησης, ο φιλοκυβερνητικός τύπος και οι περισσότεροι δημοσιογράφοι.
ο ANT1 μάλιστα, ακολούθησε τη λογική των αμερικανικών μέσων την 11η Σεπτεμβρίου και έπαιζε με τον τίτλο "ΣΤΟΧΟΣ Η ΕΛΛΑΔΑ", ενώ ύψωσε στην οθόνη του μια ελληνική σημαία, κατά τα πρότυπα των τουρκικών σταθμών που κάνουν το ίδιο σε κάθε εθνική εορτή και επέτειο.




Ο κόσμος μαθαίνει ότι η χώρα δέχεται επίθεση, ότι στόχος είναι η πατρίδα, όπως λέει ο Ν. Ευαγγελάτος. Μιλάει για σχέδιο που είχε εκπονηθεί (άγνωστο από πού) εδώ και καιρό, με την ΕΥΠ ενήμερη εδώ και μήνες από σήμα της Europol, που ούτε λίγο ούτε πολύ έλεγε «Θα σας κάψουν». Και οι τηλεθεατές του ΑΝΤ1 διαβάζουν: «Πήγαν να κάψουν την Ιστορία μας» [4].



Από αυτό το ρεσιτάλ συνωμοσίας δεν θα μπορούσε να λείπει φυσικά ο μαιτρ της συνωμοσιολαγνείας: ο ΛΑΟΣ ο οποίος είτε έβλεπε γκρίζους λύκους μέσω του κ.Γεωργιάδη είτε έπαιζε ανάλογα τηλεοπτικά σποτ στο κανάλι ΤΗΛΕΑΣΤΥ:


Ο κ.Νικήτας Κακλαμάνης δήλωνε τότε στο MEGA ότι "ζούμε τη δική μας 11η Σεπτεμβρίου" συμμετέχοντας και αυτός στην προσπάθεια αποπροσανατολισμού του κόσμου.
«Εσείς δεν νιώθετε ότι κάτι στρέφεται εναντίον της νομιμότητας από κέντρα που επιδιώκουν την αποσταθεροποίηση της χώρας;» αναρωτιέται ο Γιώργος Τράγκας.
Ο Νίκος Χατζηνικολάου φροντίζει να έχει στο πάνελ του τον Αδωνι Γεωργιάδη, που έφτασε να ξηλώσει από το πάθος τα μικρόφωνα: «Υπήρξε δημοσίευμα πρόσφατα που έλεγε ότι οι "Γκρίζοι λύκοι" παραδέχονται ότι έκαψαν τη Σάμο. Εψαξε η κυβέρνηση να βρει αν αληθεύει αυτό;»
Από κοντά πέφτει σαν κεραυνός (σαν για να επιβεβαιωθεί ο ομιλών) και το«σουπεράκι»: «Συνελήφθησαν αλλοδαποί εμπρηστές».
Βιάστηκαν.

Σε δύο λεπτά στο δελτίο του ALPHA τα μάτια της Ελλης Στάη λάμπουν καθώς καγχάζει το αντίπαλο δελτίο, λέγοντας «Συνελήφθησαν αλλοδαποί εμπρηστές, αλλά πρόκειται για δύο εντεκάχρονους που είχαν πάει εκδρομή με τους γονείς τους».
Και συνεχίζει: «Να προσέχουμε, γιατί καίγονται και τα μυαλά μας σιγά σιγά. Μήπως πρόκειται για μικρανίψια του Μπιν Λάντεν;» Η ανκοργούμαν δεν επιδεικνύει ανάλογο ορθολογισμό στις «αποκαλύψεις» του Δήμου Βερύκιου για απόπειρα εμπρησμού σε στρατόπεδο της Αγίας Παρασκευής.
«Βρέθηκε στουπί» (τενεκεδάκι αναψυκτικού, τελικά), μας διαβεβαιώνει. Οι καρδιές σφίγγονται. Εμπρησμοί στρατοπέδων; Εκείνη την ώρα, όμως, χτυπάει το τηλέφωνό του. Απαντά και, με σαρδόνιο χαμόγελο, κοιτάζει την κάμερα:
«Ελλη, έχω εντολή από υψηλά ιστάμενους να σταματήσω αυτήν τη συζήτηση» λέει και αποσύρεται από τη σκηνή...[5].
Ο δε ανεκδιήγητος Άρης Σπηλιωτόπουλος, αποκάλυψε ότι τις φωτιές τις βάζουν οι ...αναρχικοί!
Οταν ο (τότε) βουλευτής (και νυν υπουργός) της Ν.Δ. ρωτήθηκε, αν έχει κάποια στοιχεία που τον οδήγησαν σ' αυτήν την καινοτόμο θεωρία αντέστρεψε την υποχρέωση απόδειξης: «εσείς», είπε, «έχετε κάποια στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τις φωτιές δεν τις βάζουν οι αντιεξουσιαστές;»
Ο Πάσχος Μανδραβέλης έγραψε εύστοχα για την "λογική" του κ.Σπηλιωτόπουλου:

"Το πρόβλημα είναι πως το πολιτικό τοπίο μοιάζει πλέον με μαγική εικόνα, η οποία αντιστρέφει τους κανόνες της λογικής. Μόνο στη Χώρα των Θαυμάτων του Λιούις Κάρολ το βάρος της απόδειξης δεν βαρύνει εκείνον που ισχυρίζεται κάτι, αλλά εκείνους που τον ακούνε" [6].

Τι έχουν να πούνε σήμερα όλοι αυτοί;
Η κυβέρνηση της Ν.Δ. και όσοι την στήριξαν;

Το πόρισμα της Ασφάλειας και της Αντιτρομοκρατικής είναι μια δικαίωση για όσους το καλοκαίρι δεν τσίμπησαν από τα γελοία σενάρια της κυβέρνησης και όσων δημοσιογράφων/καναλαρχών/εκδοτών την υπηρέτησαν και την υπηρετούν.

Ξέρω ότι τίποτα δεν θα αλλάξει. Άλλωστε και επί ΠΑΣΟΚ τα ίδια έλεγε η τότε κυβέρνηση: πράκτορες της ΜΙΤ (τουρκικής υπηρεσίας πληροφοριών), γκρίζοι και κόκκινοι λύκοι, 17 Νοέμβρη, ΕΛΑ, αμερικάνοι, σκοπιανοί, αλβανοί, καίγανε τα δάση μας εκ περιτροπής ή και όλοι μαζί.

Αυτά τα γράφω για όσους λίγους σκέφτονται ακόμη και δεν ανήκουν σε αυτό το 80-85% της μάζας που με υποδειγματική συνέπεια και ευλάβεια δίνει την εξουσία σε αυτούς που έχουν ρημάξει τον τόπο.
Γι'αυτή την ευκολόπιστη μάζα, τα έχει πει έξοχα ο Μακιαβέλι στον "Ηγεμόνα":

"Δεν μπορεί λοιπόν ένας ηγεμόνας να τηρεί τον λόγο του, όταν αυτή η τήρηση στρέφεται εναντίον του και έχουν εκλείψει οι αιτίες που τον έκαναν να δώσει υπόσχεση.
Και, αν οι άνθρωποι ήταν όλοι καλοί, αυτό το δίδαγμα δεν θα ήταν καλό.

Αλλά επειδή είναι μοχθηροί και δεν θα κρατούσαν τον λόγο τους σε σένα, και εσύ δεν χρειάζεται να τον κρατήσεις προς αυτούς. [...]
Και είναι τόσο αφελείς οι άνθρωποι και υποκύπτουν τόσο εύκολα στις υπάρχουσες ανάγκες, ώστε εκείνος που εξαπατάει θα βρίσκει πάντοτε κάποιους που θα αφήνονται να εξαπατώνται"
[7].



doctor

Y.Γ. Το επόμενο βήμα είναι να σηκωθούμε από την πολυθρόνα και να βρεθούμε εκεί: στην φύση, προστατεύοντάς την από όσους την επιβουλεύονται και κάνοντας ο καθένας αυτό το κάτι, αυτό το λίγο, που αν το κάνουμε όλοι τότε σίγουρα θα αλλάξουν πολλά: http://galatsi.blogspot.com/

Update: Βρήκα κι άλλα πρωτοσέλιδα. Τα παραθέτω για να θυμηθούμε όλοι μαζί τι σημαίνει παραπληροφόρηση:






_________________________________________________________

[1] Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 27/4/2008: http://www.enet.gr/online/online_text/c=110,id=89468800

[2] Στον Ν. 2928/01 και κατ' επέκταση στον Ποινικό Κώδικα (άρθρο 187), προβλέπεται η ένταξη του ορισμού της τρομοκρατίας, που υποχρεωτικά θα πρέπει να προβλέπει -μεταξύ άλλων- ότι: "Θεωρούνται τρομοκρατικά εγκλήματα οι από πρόθεση πράξεις, οι οποίες από τη φύση τους ή λόγω των συνθηκών, είναι δυνατό να προσβάλουν σοβαρά τη χώρα ή διεθνή οργανισμό.
Οι πράξεις αυτές πρέπει να έχουν στόχο να εκφοβίσουν σοβαρά τον πληθυσμό ή να εξαναγκάσουν αδικαιολόγητα τις δημόσιες αρχές (ή ένα διεθνή οργανισμό) να εκτελέσουν οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχουν από την εκτέλεσή της ή μπορούν ακόμη να έχουν σκοπό να αποσταθεροποιήσουν σοβαρά ή να καταστρέψουν τις θεμελιώδεις πολιτικές, συνταγματικές, οικονομικές ή κοινωνικές δομές της χώρας (ή διεθνούς οργανισμού).
Εφόσον εκπληρώνονται οι σκοποί αυτοί (του εκφοβισμού, της αποσταθεροποίησης κ.λπ.) τότε μπορούν να θεωρηθούν ως τρομοκρατικά διάφορα εγκλήματα, τα οποία απαριθμούνται σε συγκεκριμένο κατάλογο, έτσι ώστε να μπορούν να τιμωρηθούν αυστηρότερα.
Το πλήρες κείμενο το νόμου 2928/2001 : http://www.bbc.co.uk/greek/local/030328_17nspecial4.shtml

[3] Ασύμμετρη απειλή (Asymmetric threat) : ασύμμετρος θεωρείται ο πόλεμος που διενεργείται από οργανωμένες μη-συμβατικές ομάδες, βασίζεται στην αναίρεση των κανόνων του δικαίου και του δικαίου του πολέμου, ενώ χρησιμοποιεί κυρίως χαμηλού σχετικά κόστους όπλα και επιχειρησιακή δράση που προκαλεί όμως, δυσανάλογα, μεγάλου (ασύμμετρου) κόστους αποτελέσματα στον υπέρτερο αντίπαλο, τόσο σε ανθρώπινες ζωές και υλικό όσο και σε ψυχολογικό και κοινωνικό κόστος. Κύριος σκοπός του είναι η εξασθένιση/κάμψη της αποφασιστικότητας και της αποτελεσματικής χρήσης των συντελεστών ισχύος του υπέρτερου αντιπάλου.
Στις ασύμμετρες απειλές/συγκρούσεις συγκαταλέγονται ακόμη και οι επιθέσεις
ανταρτών, τρομοκρατικών ομάδων ή άλλων οργανωμένων οντοτήτων που ενστερνίζονται τα ανωτέρω, και μπορεί να χρησιμοποιούν από συμβατικά ή αυτοσχέδια όπλα μέχρι όπλα μαζικής καταστροφής WMD (Weapons of Mass Destruction), πχ μικρά πυρηνικά (mini πυρηνικές βόμβες πλουτωνίου), ραδιολογικά (π.χ. dirty bombs), χημικά και βιολογικά όπλα. Ιστορικά, τέτοιες μεθόδους ακολούθησαν ασθενέστερες δυνάμεις εναντίον πολύ ισχυρότερων αντιπάλων (κυβερνήσεων κρατών ή πολυεθνικών οντοτήτων, πχ συλλογικών οργανισμών άμυνας και ασφάλειας).

[4] Ελευθεροτυπία, 02/09/2007: http://www.enet.gr/online/online_text/c=112,dt=02.09.2007,id=10862744

[5] Ελευθεροτυπία, 02/09/2007, σύνδεσμος ο.π.

[6] «Καθημερινή» στις 31.7.2007: http://www.medium.gr/articles/1185876597879.shtml

[7] Νικκόλο Μακιαβέλι, "Ο Ηγεμόνας", εκδόσεις Κάκτος, σελ.114-115.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2008

Άγιο Φως, άλλη μια απάτη...



Αδαμάντιος Κοραής:

«Μην πιστεύετε όσα λέγουν περί του αγίου φωτός.
Το άγιον φως είναι πλάσμα ασεβές και αναίσχυντον
[...]
πλάσμα λατίνων μοναχών και φραγκοπατερικών γέννημα [...]
Μηχανουργήματα λαοπλάνων ιερέων το εξ ουρανού ψευδοκαταίβατα φώτα [...]
όνειδος και αίσχος, στρατηγούμενον από θρασυτάτους θαυματοπλάστας [...]
Μοναχοί, θρασύτατοι γόητες, επενόησαν το θαύμα του αγίου φωτός, δια να ενισχύσουν τον ηλίθιον ζήλον των προσκυνητών [...]
Ξεκίνησε τον ένατο αιώνα [...]
στα χέρια Δυτικών μοναχών... πέρασε στα χέρια των Ανατολικών την δωδεκάτην εκατονταετηρίδα [...]
και έπραξαν βέβαια (πάλιν το λέγω) κακά υιοθετώντας το θαύμα των Δυτικών [...]
διότι έπραξαν ό,τι θα έπραττε και κάθε άλλος κοσμικός, όστις κληρονομών πλούσιον εργαστήριον, δεν το κλείει αλλά απεναντίας φροντίζει και τις πραμάτειες ν' αυξήσει και τους αγοραστές να πολλαπλασιάσει». (Άτακτα: Περί του Ιεροσολύμοις Αγίου Φωτός, 1825) .




Από το "Βήμα" της 21/4/2006 σχετικό άρθρο του πατρός Γεωργίου Τσέτση, πρωτοπρεσβύτερου του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως:

[...]

Υπάρχει, αιώνες τώρα, διάχυτη η πεποίθηση στον ευσεβή μεν, αλλά θεολογικά και λειτουργικά απαίδευτο ορθόδοξο πιστό, που ψάχνει για «θαύματα» προκειμένου να πληρώσει το πνευματικό του κενό, ότι κατά την τελετή της αφής το άγιον φως κατέρχεται θαυματουργικά «ουρανόθεν» για να ανάψει την λαμπάδα του πατριάρχου.
Όπως όμως αναφέρει ο διαπρεπής καθηγητής Κωνσταντίνος Καλοκύρης στο περισπούδαστο σύγγραμμά του «το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του ναού της αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του αγίου φωτός», πρόκειται για έναν θρύλο, ο οποίος καλλιεργήθηκε στους αγίους τόπους μετά την εισβολή των σταυροφόρων και στο πλαίσιο της διαμάχης ορθοδόξων, λατίνων και Αρμενίων, που ο καθείς διεκδικούσε δι' εαυτόν το προνόμιο του «λαμβάνειν εξ ουρανού» το ανέσπερο φως!

Η ευχή την οποία αναπέμπει ο πατριάρχης προ της αφής μέσα στο «ιερό κουβούκλιο» είναι σαφέστατη και δεν επιδέχεται καμιά παρερμηνεία.

Ο πατριάρχης δεν προσεύχεται για την διενέργεια θαύματος.
Απλώς «αναμιμνήσκεται» της θυσίας και της τριημέρου αναστάσεως του Χριστού και απευθυνόμενος σ' Αυτόν λέγει:
«εκ του επί τούτον τον φωτοφόρον σου Τάφον εκκαιομένου φωτός ευλαβώς λαμβάνοντες, διαδιδόαμεν τοις πιστεύουσιν εις σε το αληθινόν φως, και δεόμεθά σου όπως αναδείξης αυτό αγιασμού δώρον...».

Πράγμα το οποίο σημαίνει ότι ο πατριάρχης ανάβει την λαμπάδα του από την ακοίμητη κανδήλα που βρίσκεται πάνω στον πανάγιο τάφο.
Όπως ακριβώς πράττει ο κάθε πατριάρχης και ο κάθε κληρικός την μέρα της Λαμπρής, όταν παίρνει φως Χριστού από την ακοίμητη κανδήλα που βρίσκεται υπεράνω της συμβολίζουσας τον τάφο του Κυρίου αγίας τράπεζας.

Το μυστήριο όμως που καλλιεργήθηκε γύρω από το τελετουργικό της αφής του αγίου φωτός και οι λαϊκές περί αυτού αντιλήψεις στις μέρες μας συνετέλεσαν στην οικειοποίηση και εκμετάλλευση από εξωεκκλησιαστικούς κύκλους της άκρως συμβολικής και κατανυκτικής αυτής λειτουργικής πράξεως της εκκλησίας μας.
Ο λόγος τώρα για την διαπόμπευση του αγίου φωτός με την οργανωμένη αεροπορική μεταφορά του στον ελλαδικό χώρο, συνοδεία κυβερνητικών παραγόντων, τιμητικών αγημάτων, ευζώνων και προσκόπων (και φυσικά τηλεοπτικών συνεργείων!), προκειμένου όπως ο νεοέλληνας γιορτάσει «αυθεντικό ελληνικό Πάσχα».
Ωσάν οι πρόγονοί μας να μη γιόρταζαν Ανάστασιν Χριστού προτού εφευρεθεί το αεροπλάνο! 'Η ωσάν οι ανά τα πέρατα της οικουμένης ορθόδοξοι να μην εορτάζουν Πάσχα Κυρίου, μια και η «ολυμπιακή» δεν «πετά» ως τις χώρες τους!
Επέστη όμως καιρός να τερματισθεί ο διασυρμός των Θείων.
Είναι δε σόλοικο και αποτελεί ασέβεια το να αποδίδει κανείς «τιμές αρχηγού κράτους» στο άγιον φως, το οποίο προέρχεται από τον τάφο Εκείνου που δήλωσε ότι «η Βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου».

[Το άρθρο το έχω σε μορφή .pdf , για όποιον ενδιαφέρεται. Εδώ δεν ξέρω πως μπορώ να το "ανεβάσω"].


Τέλος, ο καθηγητής και ακαδημαϊκός Κωνσταντίνος Καλοκύρης, στο βιβλίο του «Το αρχιτεκτονικό συγκρότημα του Ναού της Αναστάσεως Ιεροσολύμων και το θέμα του Αγίου Φωτός» (Θεσσαλονίκη 1999) σημειώνει αναφορικά με την ευχή που διαβάζει ο Πατριάρχης ότι «πουθενά δεν γίνεται λόγος (ούτε καν υπαινιγμός) περί “άνωθεν κατερχόμενου αΰλου Φωτός” κατά τη στιγμή εκείνη, αλλά νοείται μόνο φως φυσικό, που ανάβεται στην ανάμνηση του Αναστάντος Χριστού». http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_ell_2_07/04/2007_222459


Βέβαια το πιο αστείο, που αγγίζει τα όρια του γελοίου, είναι η υποδοχή του Αγίου Φωτός στην χώρα μας με τιμές... αρχηγού κράτους!
Κάτι τέτοιο νομίζω ότι δεν συμβαίνει ούτε στα βάθη της ζούγκλας του Αμαζονίου από τις πρωτόγονες φυλές που κατοικούν εκεί...


ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ και καλή Ανάσταση σε όλους (θρησκευόμενους και μη).

doctor

Τετάρτη, 16 Απριλίου 2008

Μικρασιατική Καταστροφή. «Στρατόν σώσατε, πολίτας εγκαταλείψατε».


Βρισκόμαστε λίγο πριν την είσοδο των τούρκων στις ελληνικές παράλιες πόλεις της Μικράς Ασίας.
Ο ελληνικός στρατός υποχωρεί και σε πολλές περιπτώσεις έχει καταρρεύσει και η υποχώρηση μετατρέπεται σε άτακτη φυγή.
Ακόμη πιο τραγική υπήρξε η τύχη του άμαχου ελληνικού πληθυσμού της εμπόλεμης ζώνης. Οι ελληνικές πολιτικές και στρατιωτικές αρχές όχι μόνο απέφυγαν να ενημερώσουν τους κατοίκους για την κατάρρευση του μετώπου και την επικείμενη αποχώρηση του ελληνικού στρατού, παραπλανώντας συνειδητά όσους επιχειρούσαν να πληροφορηθούν τι συμβαίνει, αλλά και απαγόρευσαν κάθε οικογενειακή αναχώρηση από χωριά και πόλεις της ενδοχώρας για τα παράλια. Η άρση αυτής της απαγόρευσης, όπου κι αν γνωστοποιήθηκε στον πληθυσμό, ήρθε κατά κανόνα πολύ αργά [1].
Δεν έλειψαν και οι εντολές ή οι παροτρύνσεις προς τους κατοίκους να μη φύγουν [2], ακόμη και η διά της βίας παρεμπόδισή τους με το μαστίγιο από έλληνες αξιωματικούς που την επόμενη θα εγκατέλειπαν σιδηροδρομικώς την περιοχή [3].
Τα λιμεναρχεία Χίου και Μυτιλήνης απαγόρευσαν ύστερα από διαταγή της Ελληνικής Κυβέρνησης, κάθε απόπλου για παραλαβή προσφύγων [4].
Ακόμη πιο εύγλωττη υπήρξε η θεσμική απαγόρευση της φυγής των Μικρασιατών προς την Ελλάδα με νόμο που ψηφίστηκε ένα μήνα πριν από την κατάρρευση του μετώπου, ενώ αυτή η τελευταία ήταν ορατή πια στον ορίζοντα, και απαγόρευε κάθε «αποβίβασιν» στην Ελλάδα «προσώπων ομαδόν αφικνουμένων εκ της αλλοδαπής» (δηλαδή και από τη Μικρασία), «εφ’όσον ούτοι δεν είναι εφωδιασμένοι διά τακτικών διαβατηρίων νομίμως τεθεωρημένων» [5]
Τα υπόλοιπα άρθρα του εν λόγω Νόμου προέβλεπαν δρακόντειες κυρώσεις για τους παραβάτες ναυτικούς (προσωρινή ή οριστική στέρηση των επαγγελματικών τους δικαιωμάτων).
Σύμφωνα με μαρτυρίες επιζώντων, η απόκτηση διαβατηρίου (ή της ισοδύναμης με αυτό άδειας εισόδου στην Ελληνική Επικράτεια) προϋπέθετε κάποιο κοινωνικό status ή την ύπαρξη «γνωριμιών στη Διοίκηση» [6]
Ακόμη και τις τελευταίες ώρες της ελληνικής κατοχής, οικογένειες Μικρασιατών που δεν ήταν εφοδιασμένες με τέτοια έγγραφα, εμποδίζονταν από τις (ελληνικές) λιμενικές αρχές να επιβιβαστούν στα πλοία που θα τις απομάκρυναν από τον όλεθρο [7].




Μέχρι την τελευταία στιγμή εξέδιδαν διαταγές που απαγόρευαν στον ελληνικό πληθυσμό να επιβιβαστεί στα πλοία.
Είναι χαρακτηριστικός –και απίστευτος- ο διάλογος του Γεωργίου Παπανδρέου με τον έλληνα αρμοστή Σμύρνης, Αριστείδη Στεργιάδη.
Όταν ο Στεργιάδης ανακοίνωσε στον νεαρό τότε πολιτικό Γ.Παπανδρέου την επερχόμενη καταστροφή, δέχτηκε την ερώτηση:
«Γιατί δεν ειδοποιείτε τον κόσμο να φύγει;»
Η απάντηση του έλληνα αρμοστή της Σμύρνης ήταν η εξής:
«Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα» [8].

Ανάλογα αισθήματα έτρεφαν άλλωστε για τους έλληνες της Ανατολίας όχι μόνο πολλοί ελλαδίτες φαντάροι [9] αλλά και ένα τμήμα της ανώτερης στρατιωτικής ηγεσίας.
Γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας προς τον Ι.Μεταξά (Σμύρνη, 19.12.21):
«Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Έλληνες, εκτός ελαχίστων.
Θα άξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψει όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ.
Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις την Σμύρνην και τα μετώπισθεν, αλλοίμονον δε αν εν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού! [10].
Στην ίδια επιστολή, γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας:
«Πρέπει να γίνη κάτι το ταχύτερον δια ν’απαλλαχθώμεν του εφιάλτου της Μικράς Ασίας.
Δεν γνωρίζω τι πρέπει να γίνη, πρέπει όμως να παύσωμεν μπλοφάροντες και ν’αντιμετωπίσωμεν την κατάστασιν οία πραγματικώς είναι.
Διότι επιτέλους τι είναι καλύτερον;
Να πέσωμεν εις την θάλασσαν ή να φύγωμεν προ του λουτρού;» [11]

Ο Συνταγματάρχης Σκυρός, στρατιωτικός διοικητής Φιλαδελφείας (Αλά Σεχίρ) τις ώρες της κατάρρευσης του μετώπου, λέει για την Μικρά Ασία ότι είναι «γάγγραινα» και «σεσηπώς μέλος» που πρέπει –διά της εκκένωσής της- να «αποκοπεί» από τον υγιή εθνικό κορμό [12].



Η αίσθηση εγκατάλειψης των Μικρασιατών θα αποτυπωθεί έτσι στις πικρές περιγραφές όσων επέζησαν (με ένα μόνιμο παράπονο για την απόλυτη προτεραιότητα που δόθηκε στην αποχώρηση στρατού, υπηρεσιών και αρχείων και το συνακόλουθο παραγκωνισμό των πολιτών), ενώ εξίσου αποκαλυπτικοί είναι οι –τερατώδεις πλην επαναλαμβανόμενοι- ισχυρισμοί ότι η κατάρρευση του μετώπου είχε γνωστοποιηθεί στους προεστούς των χωριών με «σφραγισμένα» διοικητικά έγγραφα, τα οποία (υποτίθεται ότι) απαγορεύονταν να διαβαστούν πριν από ορισμένη ημερομηνία ή να κοινοποιηθούν στον πληθυσμό [13].
Ο επικεφαλής της ελληνικής φρουράς λαμβάνει την εξής τηλεγραφική εντολή από τους ανωτέρους του: «Στρατόν σώσατε, πολίτας εγκαταλείψατε» [14].
Μέσα στην αλλοφροσύνη των γεγονότων κατά την είσοδο των τούρκων στις πόλεις της Ιωνίας, η απόλυτη προτεραιότητα στην αποχώρηση του στρατού και η αντίστοιχη εγκατάλειψη του αμάχου πληθυσμού αποτελούν την πιο τραγική εικόνα της Μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής.
Δειγματοληπτικά: σωτηρία πολίτη χάρη στον εφοδιασμό του με στρατιωτική στολή που του επιτρέπει να επιβιβαστεί σε πλοίο [15], είσοδος στα πλοία μόνο σε στρατιώτες [16], επίταξη καραβιού μόνο για τραυματίες αξιωματικούς [17], φόρτωση των επίπλων του φρουράρχου Σμύρνης σε πλοίο στο οποίο απαγορεύεται- με τις λόγχες- η επιβίβαση πολιτών [18].

Εκτός από τη στάση της ελληνικής διοίκησης, μια σειρά εσωτερικοί παράγοντες θα οδηγήσουν επίσης στη μη έγκαιρη αποχώρηση των παράκτιων ελληνικών πληθυσμών.
Κάποιες φορές, η παραμονή των κατοίκων στις εστίες τους υπήρξε το αποτέλεσμα της επιβολής των πλουσιότερων κι ισχυρότερων προυχόντων των ελληνικών κοινοτήτων, που σε ορισμένες περιπτώσεις έφτασαν μέχρι τη συγκρότηση ένοπλων ελληνοτουρκικών πολιτοφυλακών για να εμποδίσουν με τη βία όσους ήθελαν να φύγουν [19].
Αλλού, πάλι, την αναχώρηση απέτρεψαν οι άσχημες μνήμες της πρώτης προσφυγιάς του 1914-1919, της ξαφνικής προλεταριοποίησης των πρώην νοικοκυραίων και της εχθρικής αντιμετώπισής τους από τους γηγενείς ελλαδίτες, με αποκορύφωμα τις αντιπροσφυγικές βιαιότητες στη διάρκεια των Νοεμβριανών και το αρνητικό για τους πρόσφυγες κλίμα μετά την εκλογική ήττα του Βενιζέλου [20].
Οι βασιλικοί που διαδέχτηκαν τον Βενιζέλο στην εξουσία (Νοέμβριος 1920) κινούνταν περισσότερο από το μίσος για τους βενιζελικούς, ακόμα και για τους Μικρασιάτες, παρά από τη διάθεση για ολοκλήρωση του μεγάλου εγχειρήματος.
Αποκαλυπτικές είναι οι επιστολές του αυτοεξόριστου στο Παρίσι Ίωνα Δραγούμη:
"Ο μέγιστος εχθρός ήταν ο Βενιζέλος και οι συμπαραστάτες του, κρητικοί και μικρασιάτες" [21] .
Η αχαλίνωτη κερδοσκοπία πολλών καπεταναίων, που ζητούσαν υπέρογκα ποσά ή προτιμούσαν να μεταφέρουν εμπορεύματα και κλοπιμαία παρά ανθρώπους, συνέβαλε κι αυτή στην εγκατάλειψη πολλών Μικρασιατών από τα φτωχότερα κυρίως κοινωνικά στρώματα [22].
Ούτε η ένοπλη αντίσταση των ντόπιων πολιτοφυλακών (όπως στην Πέργαμο) [23], ούτε η συγκρότηση τοπικών «επιτροπών συμφιλίωσης» από χριστιανούς και μουσουλμάνους [24], ούτε οι ζητωκραυγές υπέρ του Κεμάλ [25] ή η πανηγυρική υποδοχή του τουρκικού στρατού από τις κοινοτικές αρχές και τους έλληνες κατοίκους (όπως στο Αϊβαλί και αλλού) [26] στάθηκαν ικανές να αποτρέψουν τη βία των νικητών.
Ύστερα από ένα τριήμερο φρίκης, με δεκάδες χιλιάδες άστεγους να περιφέρονται τρομοκρατημένοι από το ένα σημείο της Σμύρνης στο άλλο, δεχόμενοι αλλεπάλληλες επιθέσεις από στρατιώτες, χωροφύλακες, αντάρτες κι ένοπλους ντόπιους μουσουλμάνους που επιδίδονται σε ληστείες, φόνους και –κυρίως- βιασμούς, ο στρατιωτικός διοικητής Σμύρνης Νουρεντίν Πασάς θα δώσει με επίσημη διαταγή του διορία 15 ημερών για την αποχώρηση όλων των μη μουσουλμάνων στο εξωτερικό, εκτός από τους άντρες ηλικίας 18-45 ετών, που θεωρούνταν «αιχμάλωτοι πολέμου.
Τελικά, μεταξύ 11 και 17 Σεπτεμβρίου ένας στόλος από ελληνικά, αγγλικά, ιταλικά, γαλλικά κι αμερικανικά πλοία θα παραλάβει 204.600 πρόσφυγες από τη Σμύρνη, 7.000 απ’ τον Τσεσμέ, κι άλλους 10.000 από τα Βουρλά-συνολικά 221.600 άτομα [27].




Έτσι πλήρωσε ο ελληνισμός της Μικράς Ασίας την «Μεγάλη Ιδέα» και οδηγήθηκε στη σφαγή από τους τούρκους, αφού φρόντισε η «Μάνα Ελλάς» φεύγοντας να τον εγκαταλείψει στην τύχη του.

«Άρχισε ο στρατός μας να φεύγει.
Χτυπούσαν τις πόρτες μας και ζητούσαν ρούχα για να βγάλουν το χακί από πάνω τους. Πόσους δεν ντύσαμε!
Οι μεγάλοι οι δικοί μας ξεκουμπίστηκαν και φύγανε κι αφήσαν τον κόσμο στο έλεος του Θεού. Έφταναν οι στρατιώτες ξυπόλητοι, γυμνοί, κουρελιασμένοι, πρησμένοι, νηστικοί.
Οι Τούρκοι κατεβαίναν και σφάζαν τους Έλληνες.
Το ίδιο έκαναν και οι δικοί μας.
Παντού φωτιά και μαχαίρι άκουες και έβλεπες…» [28]

doctor

Υ.Γ. Ευχαριστώ θερμά τον κ.Βλάση Αγτζίδη, δρ.Ιστορίας, για τα δύο ιστορικά ντοκουμέντα που μου έστειλε (τον νόμο περί απαγόρευσης εξόδου των ελλήνων της Ιωνίας και την προκήρυξη του Νουρεντίν Πασά).

_____________________________________________________________

Βιβλιογραφία:

* Τάσος Κωστόπουλος, «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση, η ξεχασμένη πλευρά μιας δεκαετούς εθνικής εξόρμησης», εκδόσεις Βιβλιόραμα (Main Source).
* Βλάσης Αγτζίδης, «Έλληνες του Πόντου», ελληνικές εκδόσεις Α.Ε.
* Ιστορία των Ελλήνων, τόμος 12 «Νεώτερος Ελληνισμός», εκδόσεις ΔΟΜΗ.

Πηγές:

[1] «Η Έξοδος» . Τόμος Α, Μαρτυρίες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας. Πρόλογος Γ. Τενεκίδη. Εισαγωγή, επιλογή κειμένων - επιμέλεια Φ. Δ. Αποστολόπουλου, σελ. 27,63,140, 132,139,158, 229-30,237, Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, «Η Ελλάδα στη Μικράν Ασίαν», σελ.336, Ροδάς Μιχαήλ, Αθήναι 1950.
[2] Έξοδος, σ.94 (Αϊβαλί), 102 (Γκομέτς), 119 (Ερίκιοϊ), 142 (Ατζανός), 337 (Πάνορμος).
[3]Βλάχος Σπύρος, Απομνημονεύματα, σ.216-20, (Στρατ.Διοικητής Φιλαδέλφειας συνταγματάρχης Α.Σκυρός).
[4] Έξοδος, σ.229 και 245, Ροδάς σ.366.
[5] ΦΕΚ 1922/Α/119, Ν.2870 της 16.7.1922 «Περί της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις Ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής», άρθρο 1.
[6] Έξοδος, σ.229, Φωτιάδης Κωνσταντίνος, «Παραευξείνιος Ελληνισμός», σε ΥΠΕΠΘ-Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Θέματα Ιστορίας, Μάθημα επιλογής Β’Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθήνα 2005, σ.206-7. Για φωτοτυπία μιας τέτοιας άδειας αναχωρήσεως, που ισοδυναμούσε με διαβατήριο, βλ.Κουλιγκάς Βασίλειος, «Κίος 1912-1922, Αναμνήσεις ενός Μικρασιάτη», σ.257.
[7] Κουλιγκάς, σ.15 και 211-2.
[8] Γρηγόρης Δαφνής, «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων», 2η εκδ., Αθήνα, εκδόσεις Ίκαρος, 1974, σ.16, Άλκης Ρήγος, «Η Β’ Ελληνική Δημοκρατία 1924-1935, Αθήνα, 1988,σ.257, Βλάσης Αγτζίδης, «Έλληνες του Πόντου, η Γενοκτονία από τον τουρκικό εθνικισμό», 2005,σ.219.
[9] Για το «μίσος» πολλών «διεστραμμένων» στρατιωτών προς τους Μικρασιάτες, Τούρκους κι Έλληνες χωρίς διάκριση, «όχι για άλλο λόγο παρά γιατί…υπήρχαν και τους φέραν στη Μ.Ασία»,βλ. Βλάχος, σ.136. Για τις παρεμφερείς διαπιστώσεις ενός μικρασιάτη αξιωματικού: Μουμτζής Τάσος, «Η Μικρασιατική εκστρατεία και ο Μικρασιατικός Ελληνισμός, Αναμνήσεις,σκέψεις, στοχασμοί», σ.24-5. Για τη δυσφορία ελλαδιτών φαντάρων και αξιωματικών για την περιορισμένη συμβολή των Μικρασιατών στην πολεμική προσπάθεια: Ντούλας Κώστας, «Ένας φαντάρος θυμάται (τον Μικρασιατικό πόλεμο), σ.65, Αθανάσιος Αργυρόπουλος, «Μνήμες πολέμων 1917-1922», σ.79, Αθήνα, 1985, Στάμου Παναγιώτης, «Αναμνήσεις ενός πολεμιστού από το Μακεδονικό μέτωπο 1918 και την εκστρατεία στη Μικρά Ασία 1921», σ.27, Γιαλιράκης Ιωάννης, «Αναμνήσεις από την μικρασιατικήν εκστρατείαν», σ.42. Για τις μαζικές λιποταξίες Μικρασιατών και την εκ μέρους τους αποφυγή της στράτευσης: Pallis A.A., “Greece’s Anatolian venture-and after”, σ.61, Αξιώτης Μανώλης, «Ενωμένα Βαλκάνια», σ.144.
[10] Μεταξάς Ιωάννης, «Το προσωπικό του ημερολόγιο» τ.Γ2 (1921-1932) επιμ.Π.Σιφναίος, Γκοβόστης, Αθήνα χ.χ. (α’ εκ.1960), σ.759.
[11] «Η κατάσταση του ελληνικού στρατού τον χειμώνα του 1921-1922. Επιστολή του πρίγκιπα Ανδρέα στον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη, 19/12/1921)», όπως παρατίθεται από τον Γ.Μαργαρίτη, καθηγητή νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ, «Η ιστορία των ελλήνων», ΔΟΜΗ, τ.12, σ.185.
[12] Στέφανος Σαράφης, Ιστορικές Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Αθήνα 1980 (α’έκ.1952), σ.207 και Βλάχος ο.π., σ.189.
[13] Για δείγματα αυτής της φημολογίας: Έξοδος, σ.109 και 119 και για έναν σχολιασμό αυτών των μαρτυριών: στο ίδιο, σελ.147.
[14] Έξοδος, σ.240.
[15] Έξοδος, σ.241
[16] Έξοδος, σ.245
[17] Έξοδος, σ.320
[18] Βλάχος, σ.247-9.
[19] Για τις πολιτοφυλακές που εμπόδισαν την αναχώρηση: Ντάμπος Κωνσταντίνος, Μικρά Ασία 1914-1922. Το χρονολόγιο του Ανθυπασπιστή Κωνσταντίνου Ντάμπου, σ.54-6 (Ρεϊς Ντερέ), «Έξοδος» σ.50 και 57-8 (Φώκιες), 139-141 (Πέργαμος) και 143 (Τσανταρλί), Χατζήμπεης Σταμάτης, «Μια ζωή γεμάτη αγώνες», σ.92 (Τσεσμές). Για την αντίστοιχη στάση του Χρυσοστόμου Σμύρνης, Νοταράς Μιχάλης,»Εις την Ιωνίαν, Αιολίαν και Λυδίαν. Πριν πενήντα χρόνια», σ.67.
[20] Έξοδος, σ.78-9, 96, 141, 245 και 250. Χατζήμπεης σ.89-90. Για το αντιπροσφυγικό πογκρόμ των Νοεμβριανών βλ.: «Τα Νοεμβριανά του 1916», Ιωάννης Γ. Μουρέλος,αναπληρωτής καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και διευθυντής του Ιδρύματος Μελετών Χερσονήσου του Αίμου (ΙΜΧΑ). Επίσης, Βεντήρης Γεώργιος, «Η Ελλάς της δεκαετίας του 1910-1920, σ.277, Φωτιάδης Δημήτρης, «Σαγγάριος, Εποποιία και καταστροφή στη Μικρά Ασία», Φυτράκης [σειρά: Τα φοβερά Ντοκουμέντα],σ.147-8.
[21] Ι.Δραγούμης, «Έθνος, Σοσιαλισμός, Ανατολή», Η Αριστερά και το Ανατολικό Ζήτημα, Αθήνα, Εναλλακτικές Εκδόσεις, 1998, σ.153-163, Βλάσης Αγτζίδης, ο.π. σελ.222.
[22] Έξοδος, σ.57,71,76 και 238.
[23] Έξοδος, σ.138 και 140-141.
[24] Έξοδος, σ.75-6.
[25] Ντάμπος, σ.55 (Αλάτσατα).
[26] Έξοδος, σ.94-7 (Αϊβαλί) και 102 (Γκομέτς).
[27] Αναλυτικός κατάλογος ανά ημέρα, με βάση σχετική αναφορά του αμερικανού ναυάρχου Μπρίστολ, σε Shaw Stanford, From Empire to Republic. The Turkish war of national liberation, 1919-1923. A documentary study, τ. ΙV, σ.1740.
[28] Από τις αναμνήσεις της Ελένης Καραντώνη από το Μπουνάρμπασι της Σμύρνης, Δημοσιεύτηκε στο έργο «Έξοδος» του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (παρατίθεται από Βλ.Αγτζίδης, σ.216).

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2008

Μικρασιατική Εκστρατεία- The dark side of the moon



«Για να μάθει κανείς την αλήθεια, πρέπει να τελειώσει και το Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο, να διαβάσει και να ερευνήσει μοναχός του. Τότε μόνον θα λυτρωθεί από τα κακόγουστα κείμενα της πατριδοκαπηλίας, όπου όλα εμφανίζονται ρόδινα, αέρινα, και φυσικά ψεύτικα.
Η επίσημη ιστορία, αυτή τουλάχιστον που διαβάζεται στα σχολεία, εφαρμόζει μια περίεργη –και οπωσδήποτε αντιιστορική- μέθοδο λήθης και κουκουλώματος για τις σκοτεινές όψεις της.
Αυτή η μέθοδος όμως δεν ωφελεί.
Ζημιώνει.
Και πρώτα απ’ όλα ζημιώνει τις καινούργιες γενιές, που διψασμένες για γνήσια και όχι ψεύτικα ιδανικά, χρειάζεται να αντλούν διδάγματα όχι μόνον από τις θετικές, αλλά και από τις αρνητικές πλευρές της εθνικής ιστορίας.
Αλίμονο, το δέντρο της ελευθερίας δεν είναι πάντα λουλουδιασμένο στην τρικυμισμένη πατρίδα μας».

Έτσι προλογίζει το (υπέροχο) βιβλίο του με τίτλο «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα» [1] ο Βλάσης Τσιμπιδάρος [2].

Σήμερα θα ασχοληθούμε με την Μικρασιατική Εκστρατεία.
Μόνο που δεν θα ασχοληθούμε με τα χιλιοειπωμένα (συχνά σε μορφή παλιάς μελό ελληνικής ταινίας, με τη μορφή Εθνικού Δράματος) περί των όσων υπέστησαν οι έλληνες της Ιωνίας από τον μαινόμενο τουρκικό στρατό, τακτικό και άτακτο. Αυτά τα γνωρίζουμε «εξ απαλών ονύχων», από το σχολείο, την οικογένεια, την εκκλησία, τον στρατό, τα ΜΜΕ, με αυτά μεγαλώσαμε, με αυτά μάθαμε να μισούμε τους τούρκους.
Σήμερα, θα ξύσουμε πληγές.
Θα διαβάσουμε πράγματα που «πονάνε», πράγματα που ίσως ξενίζουν όσους τα πρωτοδιαβάζουν.
Ίσως κάποιους τους ενοχλήσουν, όχι διότι δεν είναι αληθινά, αλλά διότι απλώς γράφονται.
Σήμερα, θα διαβάσουμε για τα όσα υπέστησαν οι τούρκοι κατά την προέλαση του ελληνικού στρατού αλλά και κατά την οπισθοχώρησή του.
Πηγή του σημερινού ποστ, το υπέροχο βιβλίο του Τάσου Κωστόπουλου, με τίτλο «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση» [3].
Ένα βιβλίο που πρέπει να διαβάσουν όλοι όσοι θέλουν να έχουν μια ολοκληρωμένη εικόνα των ετών 1912-1922.
Αυτό που μου άρεσε πολύ στο βιβλίο είναι οι πηγές του. Πιο ..πηγές δεν γίνονται:

«Για τις ακριβείς διαστάσεις αυτής της καθόδου στην κόλαση, δεν χρειάζεται να καταφύγουμε στους ισχυρισμούς της τουρκικής ιστοριογραφίας (ισχυρισμούς συχνά υπερβολικούς, τουλάχιστον όσον αφορά τους αριθμούς) ούτε να στηριχθούμε σε διπλωματικές εκθέσεις και περιγραφές του δυτικού παράγοντα. Την πιο εύγλωττη μαρτυρία για το τι ακριβώς έκανε ο ελληνικός στρατός στην Μικρασία αποτελούν τα γραπτά των ίδιων των ελλήνων φαντάρων-όσων τουλάχιστον επέζησαν από το τρίχρονο σφαγείο: απομνημονεύματα, επιστολές και (κυρίως) ημερολόγια, πολλά από τα οποία έχουν δημοσιευθεί, τα τελευταία ιδίως χρόνια» [4].

Ας διαβάσουμε μερικά «νέα από το μέτωπο», μέσα από τις πιο άμεσες πηγές:

1) Χριστούγεννα στο Κιοπρού Χισάρ (1920).

Το μεσημέρι μπήκαμε μέσα στο Κιοπρού Χισάρ. Οι τούρκοι φύγανε. […]
Η βροχή είχε τώρα σταματήσει. Θαρρείς πως περίμενε να σταματήσει το κακό, για να σταματήσει εκείνη.
Μέσα στη λασπωμένη τουρκόπολη, γύριζαν τα μπουλούκια από αρματωμένους φαντάρους. Σπάγανε τις πόρτες και μπαίνανε μέσα στα σπίτια, στα μαγαζιά.
Όλη την ώρα άκουγες ξεφωνητά, γυναικείες φωνές, κλάματα, θρήνο. Που και που έπεφτε και καμιά ντουφεκιά.
Είδα μια ανοιχτή πόρτα και μπήκα. Λίγο μέσα απ’το κατώφλι, φράζοντας το δρόμο, ήταν ξαπλωμένος ένας γέρος Τούρκος. Απ’τα ρουθούνια του κι απ’τα στήθια του έτρεχε πηχτό αίμα.
Μέσα γινότανε μεγάλη φασαρία. Δρασκέλισα το σκοτωμένο Τούρκο και ζύγωσα. Καμιά δεκαριά φαντάροι, αναμαλλιασμένοι, βρώμικοι, γεμάτοι λάσπες, ματωμένοι, κυλιόντουσαν χάμω, χτυπιόντουσαν αναμεταξύ τους, γελούσαν δυνατά, μπήγανε ξεφωνητά ηδονής και λύσσας. Και στη μέση κι από κάτω τους μια νεαρή Τουρκάλα, με σηκωμένα τα ρούχα, μισόγυμνη, ξεμαλλιασμένη, τσίριζε, έκλαιγε, παρακαλούσε, βογγούσε.
Μόλις μπήκα, κάποιος τους γύρισε και με κοίταξε και φώναξε:
- Έλα ρε Τάσο, έλα να πάρεις μεζέ!
Δεν ξέρω γιατί το είπε στα τούρκικα και ακόμα δεν ξέρω γιατί κι εγώ απάντησα στα τούρκικα:
- Ντροπή ρε παιδιά, ντροπή!
Η Τουρκάλα σαν άκουσε την κουβέντα κατάφερε να ξεφύγει από τα χέρια τους και ρίχτηκε πάνω μου, αγκαλιάζοντας τα πόδια μου, φωνάζοντας με ανατριχιαστική, κομμένη φωνή γεμάτη παρακάλιο:
- Κουλτάρ μπενί ντιλ καρντασί, κουλτάρ! (Σώσε με αδερφέ στη γλώσσα, σώσε με!).
Οι άλλοι χαχάνιζαν και την τραβούσανε.
Παρακάλεσα, θύμωσα, έβρισα, θέλησα να τους φέρω στο φιλότιμο:
- Ντροπή ρε παιδιά! Μια γυναίκα! Ντροπή! Πόλεμο έχουμε.
Μα τίποτα. Ένας μάλιστα τράβηξε την ξιφολόγχη του σα μεθυσμένος, με τα μάτια θαμποκόκκινα, γυαλένια:
- Α σιχτίρ, «κύριος»! Να μη σου γ…. καμιά Παναγία!
Έφυγα, ξαναδρασκελώντας και πάλι το σκοτωμένο Τούρκο, ενώ από πίσω μου ξαναφούντωσαν οι βλαστήμιες, οι βαριές σα μεθυσμένες αντρίκιες φωνές, τα ξεφωνητά της γυναίκας.
Όξω, μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, οι δρόμοι και τα σπίτια φωτιζόντουσαν από τις κόκκινες, κολασμένες αναλαμπές των σπιτιών που λαμπαδιάζανε.
Και σαν γυρίζαμε πίσω στην αυγή, τα χίλια σπίτια του Κιοπρού Χισάρ ήταν ένας θαμπός κόκκινος καπνός, που από μέσα του ακουγόντουσαν ως πέρα μακρυά ένα γύρο τα ουρλιάσματα των σκυλιών και των γυναικών τα ξεφωνητά [5].

Με την εξόρμηση του ελληνικού στρατού για την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ, του Αφιόν Καραχισάρ και της Άγκυρας, το Μάρτιο του 1921, εγκαινιάζεται η δεύτερη φάση του πολέμου. Στο εξής, οι επιχειρήσεις διεξάγονται σε περιοχές ολότελα εχθρικές, όπου οι ελληνικοί πληθυσμοί είτε απουσιάζουν παντελώς, είτε μπορούν να θεωρηθούν απλώς αμελητέοι. [6]
Η διάθεση είναι ούτως ή άλλως αρνητική (στις 18 Ιουλίου χιλιάδες στρατιώτες υποδέχονται στο Εσκί Σεχίρ το βασιλιά Κωνσταντίνο με την ιαχή «Απόλυσιν! Απόλυσιν!)» [7]).
Βαδίζοντας σ’ένα έδαφος ολοκληρωτικά ξένο και αφιλόξενο, «που μόνο η αρχαιολογική ικανότητα των ελλήνων δημοσιογράφων απεκάλυπτε πως όχι μονάχα ήτανε, μα και (εξακολουθούσε να) είναι ελληνικό [8], αντιμέτωπος με τις πρώτες –και μάλιστα πολύνεκρες- κανονικές ήττες του στο πεδίο της μάχης, ο ελληνικός στρατός εγκαινιάζει στο εξής μια πολιτική καμένης γης, καταστρέφοντας ό,τι δεν μπορεί πια να κατακτήσει. Η «απελευθέρωση» παίρνει όλο και περισσότερο τη μορφή ισοπεδωτικού τυφώνα.

2) «Το ίδιο βράδυ», σημειώνει στο ημερολόγιό του ο πυροβολητής Βασίλης Μουστάκης, «φτάσαμε σε ένα χωριό που καιγόταν, κλαίνε μανάδες για παιδιά και τα παιδιά για μάνες. Καίγονται σαν λαμπάδες τα αρχοντικά των μπέηδων και των πασάδων τα παλάτια. Ήταν η πρώτη φορά που ο ελληνικός στρατός άρχισε να βάζει φωτιά στα χωριά» [9].
Εμπρησμοί χωριών αναφέρονται σχεδόν καθημερινά στα ημερολόγια των φαντάρων, τόσο καθ’οδόν προς το σφαγείο του Σαγγαρίου όσο και κατά την επιστροφή από αυτό [10] :

3) «Το παν καίγεται κατά την αναχώρησιν, χωριά, σπαρτά, χόρτα και δέντρα, εάν υπήρχε κανένα» σημειώνει ο Αναστάσιος Στεφάνου, φωτογράφος του ελληνικού στρατού στις 30 Αυγούστου [11] . «Διέλευσις παρά χωρίων πυρποληθέντων και λεηλατηθέντων. Εικόνες φρίκης», διαβάζουμε σε ένα άλλο ημερολόγιο και πιο κάτω «Όσα χωριά εσυναντούσαμε εκαίοντο» [12].

4) «Κατά τα χαράματα εφθάσαμεν εις τι χωρίον, ονομαζόμενον Μουλ, το οποίον εκαίετο, οι δε Τούρκοι κάτοικοι είχαν μαζευθή επάνω εις έναν λοφίσκον ψηλότερα από το χωριό και θρηνούσαν λυπητερά και φώναζαν. Εμείς δεν εγνωρίζαμεν τι λέγουν, όμως εκαίοντο τα σπίτια τους και όλα τα υπάρχοντά τους. Στο ερημωμένο χωριό ο κάθε φαντάρος επίταζε ό,τι έβρισκε, όλοι όμως νοιώθαμε συγκινημένοι ακούγοντας τις θλιβερές κραυγές τους [13].

5) «Εις όλα τα χωριά που διαβαίνομεν, βάζομεν φωτιά και τα καταστρέφομεν τελείως. Σιτάρια, εκτομμύρια οκάδες, εις τα αλώνια καίγονται μέχρι οκάς. Τα γυναικόπαιδα έξω των χωρίων οδύρονται προ του θλιβερού θεάματος. Τούτο εστίν ελευθερία!!! [14].


6) «Χρόνια και χρόνια παλεύανε να φτιάξουν ένα σπιτάκι, μια αχερώνα κι έτυχε να περάσουμε μεις να τους ξεκληρίσουμε. Μουγκρίζανε τα βόδια μέσα στις φλόγες. Κλαίγανε και ξεφωνίζανε οι γυναικούλες. Τα παιδάκια σπαρταρούσανε μπροστά μας. Μα εμείς άγριοι, φοβεροί, αιμοβόροι άνθρωποι μας οδηγούσαν. Ούτε συμπόνεση έχει, ούτε ανθρωπιά [15].

7) Ο Ανθυπολοχαγός Παντελής Πρινιωτάκις καταγράφει κι αυτός μια παρόμοια εικόνα: «Την τύχην των διαφόρων χωρίων ακολουθεί εμπρησμός των οικιών και των σιτηρών, τον οποίον οι δυστυχείς και άξιοι οίκτου κάτοικοι παρακολουθούν έντρομοι. Η κατάστασις είναι λυπηρά και αξιοθρήνητος» [16].

8) «Όλα του κάμπου τα χωριά καίονται από το υποχωρούν Γιουνάν-ασκέρ το οποίον μεταλαμπαδεύει, επ’ευκαιρία της διαβάσεώς του, τα πραγματικά φώτα… του πολιτισμού. Δεν πρόκειται για αυθόρμητο ξέσπασμα,αλλά για την εφαρμογή συγκεκριμένης διαταγής του Επιτελείου. Το τελευταίο απαιτεί κατά την παλινδρομικήν αυτή κίνησιν (όπως βαφτίζει την υποχώρηση) «το παν να καίεται εφ’όσον δεν είναι δυνατόν να μετακομισθή». [17]

9) «Μετά που φτάσαν οι δικές μας στρατιωτικές δυνάμεις βάλαν φωτιά στο χωριό και σήμερα που φτάσαμε ακόμα καίγεται. Οι κάτοικοι που είχαν μείνει ζωντανοί είναι όλοι συγκεντρωμένοι σ’ένα αρχαίο φρούριο, που είναι στη διάθεση των φαντάρων. Ό,τι τους βαστάει η ψυχή τους, άλλοι σκοτώνουνε τούρκους χωρικούς για αντίποινα, άλλοι ατιμάζουνε κορίτσια και γυναίκες». [18]

10) Την επομένη της μάχης του Εσκί Σεχίρ, η ημερήσια διαταγή της 5ης Μεραρχίας καυτηριάζει δημόσια το γεγονός ότι «αι περίλαμπραι νίκαι» του εκστρατευτικού σώματος «ημαυρώθησαν λόγω ορισμένων εκτρόπων διαπραττομένων εις τρόπον ώστε να παρουσιάζηται ο Ελληνικός Στρατός πλέον άγριος και αυτού του τουρκικού. Στον κατάλογο των βαρβαροτήτων που διέπραξαν τα ολίγα καθάρματα, άτινα ασφαλώς δεν έχουσι ελληνικόν αίμα, περιλαμβάνονται εμπρησμοί χωρίων, φόνοι αθώων χωρικών, ληστείαι και ατιμώσεις». [19]


11) «Παρασκευή 9 Ιουλίου 1921. Άφιξις περί την 10ην νυχτερινήν εις χωρίον Αριμπερέν, πλησίον ποταμού. Το χωρίον ελεηλατήθη κυριολεκτικώς και διηρπάγη. Εγένοντο πολλαί ατιμώσεις υπό τα όμματα γονέων. Περιουσίαι και έπιπλα διηρπάγησαν διά προσωπικήν χρήσιν. [20]

12) Ο Συνταγματάρχης Π.Παλαιολόγος ζητά από τους άντρες του να σεβαστούν μονάχα δύο χωριά, τα οποία θεωρούνται ειρηνόφιλα ή εν πάση περιπτώσει αμέτοχα της αντίστασης. Ακόμη και στα δύο αυτά χωριά, ωστόσο, οι στρατιώτες επιδίδονται σε βιασμούς γυναικών, βασανιστήρια και λεηλασίες. Κάθε γυναίκα, κάθε παιδί και κάθε αδύνατο μέρος είναι στη διάθεση του κάθε Έλληνα στρατιώτη. Ευτυχώς που λίγοι είναι αυτοί που έχουν κακούργικα ένστικτα και σκοτώνουν γυναικόπαιδα. Δεν έχουν τελειωμό οι διηγήσεις φαντάρων τι είδανε και τι κάνανε σε αυτό το διάστημα. Η εκστρατεία θα ολοκληρωθεί με το συστηματικό κάψιμο κάθε κατοικημένου τόπου. Η διαταγή λέει: «καταστρέψτε διά πυρός και τελείως όλα τα χωριά που θα συναντήσετε και τις κωμοπόλεις. Ποιμνιοστάσια, νερόμυλους και ανεμόμυλους. Κάθε εξοχικό κι απομονωμένο σπίτι». Σε ορισμένες περιπτώσεις τα σπίτια καίγονται μαζί με τους ηλικιωμένους κατοίκους τους. [21]

Το τέλος της Μικρασιατικής περιπέτειας ήρθε σχεδόν ένα χρόνο μετά την ήττα του Σαγγάριου. Το πρωί της 13/8/1922, ο στρατός του Κεμάλ εξαπέλυσε την προ πολλού αναμενόμενη τελική του επίθεση. Με τις αντοχές και το ηθικό τους από καιρό εξαντλημένα, οι έλληνες φαντάροι προχώρησαν σε απεργία αρνούμενοι να πολεμήσουν άλλο και ξεκινώντας ομαδικά για τα σπίτια τους [22]. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο, το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα μεταβλήθηκε σε έναν αλλόφρονα συρφετό που εγκατέλειπε πανικόβλητος τα πάντα για να φτάσει σώος στη θάλασσα.

13) Ο Στρατηγός Π.Δεμέστιχας γράφει: «τις καταστροφές στις πόλεις και τα χωριά απ’όπου περάσαμε, τους εμπρησμούς και τις άλλες ασχήμιες, δεν είμαι ικανός να τις περιγράψω και προτιμώ να μείνουν στην λήθη»[23].

14) «18 Αυγούστου: Περνούμε τροχάδην από το μέσον του χωρίου Μπουνάζ, το οποίο παρεδόθη εις τας φλόγας υπό τας κατάρας και τα αναθέματα των χανουμισσών που γυμνές τρέχουν εις τους κήπους δια να σωθούν από τη φωτιά. Πολλοί φονεύονται καθ’οδόν. Μπροστά μου,ένας δικός μας μεταγωγικός εστήριξε την κάνην του όπλου του εις τον λαιμόν του Τούρκου και πυροβολήσας επέταξε το κεφάλι του με την δύναμιν των αερίων της μπαρούτης εις απόστασιν 15 μέτρων.
Οποία αποθηρίωσις!
Οποία αποχαλίνωσις των κτηνωδών ενστίκτων!!
Αλληλοεξόντωσις ζούγκλας!. […]
Το Ουσάκ καίγεται.
Όλα τα γύρω χωριά παραδίδονται εις τας φλόγας.
Φωτιά, παντού φωτιά.
Μετά πορεία δώδεκα συνεχών ωρών φθάνομεν εις το χωρίον Εϋνέκ, κείμενον εντός χαράδρας, φωτιζομένης με αγρίαν μεγαλοπρέπειαν από τας φλόγας του καιομένου χωρίου. Μέσα εις την χαράδραν επικρατεί αφάνταστος αλαλαγμός από τας φωνάς, αναμίκτους με τους κρότους τους ξηρούς που προέρχονται από τα καιόμενα ως τεράστια πυροτεχνήματα σπίτια του χωριού.
Νερώνειον αληθώς θέαμα.
ουρανομήκεις φλόγες φωτίζουν τους ακινήτους φαντάρους οι οποίοι ψήνουν διαρκώς όρνιθας, χήνας και κριάρια προερχόμενα από την διαρπαγήν και την λεηλασίαν που μας απέμεινε ως μόνη Επιμελητεία [24].

15) «Εμπρησμοί, ατιμώσεις, βιασμοί και σφαγαί συμπληρούσι την απιασίαν εικόναν της ακατασχέτου υποχωρήσεως» διαβάζουμε σε έγγραφο του αρχιστράτηγου Χατζηανέστη στις 19/8/1922 [25].


16) Από αφηγήσεις μικρασιατών γνωριζουμε ότι έλληνες στρατιώτες σκότωναν καθ’οδόν χωρικούς και «μέσα στην Πάνορμο έκαψαν ζωντανούς μέσα στο τζαμί πολλούς Τουρκους» [26].
Κοντά στο Ουσάκ «γέροι, γυναίκες και παιδιά είχαν κλειστεί στο τζαμί. Τους πήραν χαμπάρι κάποιοι φαντάροι δικοί μας αλλά, θρασύδειλοι όπως είναι όλοι οι παλιάνθρωποι, δεν τόλμησαν να παραβιάσουν την πόρτα του τζαμιού για να μπουν να βιάσουν τις γυναίκες. Μάζεψαν ξηρά άχυρα, τάριξαν από τα παράθυρα μέσα βάζοντάς τους φωτιά. Καθώς τους έπνιγε ο καπνός, ο κόσμος άρχισε να βγαίνει έξω από την πόρτα. Τότε οι τιποτένιοι αυτοί βάλαν τα αθώα γυναικόπαιδα την σκοποβολή και σκότωσαν κάμποσα»[27].

17) Διαβάζουμε επίσης για νεαρές τουρκάλες δεμένες στα δέντρα που βιάζονταν ομαδικά από έλληνες στρατιώτες μπροστά στα μάτια των οικογενειών τους αλλά και για ένα «καταχθόνιο κόλπο» που σύμφωνα με αφηγήσεις, χρησιμοποιήθηκε για τον ίδιο σκοπό: «κάρφωναν μεγάλα καρφιά στο πάτωμα, έδεναν σε αυτά τις κοτσίδες των γυναικών για να τις ακινητοποιήσουν και τις βίαζαν ομαδικά» [28].

18) Ο Ταγματάρχης Παν.Παναγάκος τηλεγραφεί στις 18/8/1922 στην ηγεσία της στρατιάς: «Φυγάδες-λησταί προβαίνουν εις εμπρησμούς και διαπράττουν ανηκούστους ληστείας και φόνους, ουδέν συντεταγμένον τμήμα υπάρχει ενταύθα ίνα εμποδίση τούτους από τα κακουργήματά των [29].

Την επαύριο του πολέμου, η Μικρασία ήταν ουσιαστικά μια ισοπεδωμένη χώρα. Με το άρθρο 59 της Συνθήκης της Λωζάνης η Ελλάδα ανέλαβε συμβολικά «την υποχρέωσιν όπως επανορθώση τας προξενηθείσας εν Ανατολία ζημίας εκ των πράξεων του ελληνικού στρατού ή της ελληνικής διοικήσεως, των αντιθέτων προς τους νόμους του πολέμου» [30] .

Επτά χρόνια αργότερα, ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος θα εκφράσει στην Πηνελόπη Δέλτα την έκπληξή του για την υποδοχή που του επιφύλαξαν κατά την επίσημη επίσκεψή του εκεί, οι Τούρκοι της Μικρασίας:

«Είχα πάγει, ξέρετε, με κάποια ανησυχία, γιατί είχα περάσει απ’ όλα αυτά τα μέρη όπου οι δικοί μας δεν είχαν αφήσει πέτρα επί πέτρας, στην υποχώρηση…θυμάστε…τη φοβερή εκείνη υποχώρηση, όπου φεύγοντας κατέστρεψαν τα πάντα… Αφήστε τα» έκανε ταραγμένος με την ενθύμιση πάλι [31].

Αντί επιλόγου, τι άλλο:

«Ας διατηρήσουμε την Ελλάδα καθαρή, εμείς τουλάχιστο, στην καρδιά μας. (...).
Οι ατιμίες των Ρωμιών στη Μ. Ασία είναι αντάξιες των Τούρκων.
Εμάς πια ο Άνθρωπος μας ενδιαφέρει, χωρίς ετικέτες.
Τον Άνθρωπο ατίμασαν στη Μ. Ασία Έλληνες και Τούρκοι». (Νίκος Καζαντζάκης)[32]

doctor

___________________________________________________________

[1] Από το εν λόγω βιβλίο είχα εμπνευστεί το θέμα που είχα ανοιξει με τίτλο: «Συγχαρητήριος Επιστολή προς τον Υπουργό Παιδείας δια την κατάργησιν του αντεθνικού σχολικού εγχειριδίου της ΣΤ’ Δημοτικού». Το απόσπασμα που παρέθεσα είναι από τον πρόλογο του βιβλίου (σελ.13)
[2] Ο Βάσος Τσιμπιδάρος γεννήθηκε το 1919 στο χωριό Καρέα της Μάνης. Υπήρξε δημοσιογράφος επί μισό αιώνα και έζησε όλα τα μεγάλα γεγονότα της εποχής. Μετά την απελευθέρωση από τη γερμανική Κατοχή ο αρχιεπίσκοπος και αντιβασιλέας Δαμασκηνός του ανέθεσε τη διεύθυνση του Γραφείου Τύπου και από αυτή τη θέση έζησε από κοντά όλα τα διπλωματικά και πολιτικά παρασκήνια για την ανασυγκρότηση του κράτους. Από το 1946 ως το 1959 πραγματοποίησε 74 δημοσιογραφικές αποστολές σε 35 διαφορετικές χώρες: στην έρημο της Σαχάρας με τζιπ από τη Λιβύη ως τον Ισημερινό, στην Κένυα την περίοδο του αγώνα ανεξαρτησίας των Μάο-Μάο εναντίον των Άγγλων, στην Κωνσταντινούπολη όταν η ελληνική μειονότητα υφίστατο διώξεις, στη Μαδαγασκάρη όταν επέστρεφε ο Μακάριος από την εξορία, και στην Ταγκανίκα. Στη συνέχεια εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στην Αγγλία από όπου απολύθηκε από τη δικτατορία και εξέδωσε στην ίδια πόλη δική του εφημερίδα, το Εμπρός. Εργάστηκε στις εφημερίδες Ακρόπολις και Απογευματινή.Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία: Οδηγός του δημοσιογράφου (1953), Δυτικά του Κιλιμαντζάρο (1960), Οδηγός του Λονδίνου (1967), Οι Έλληνες στην Αγγλία (1974), Το χωριό μου η Καρέα (1978), Μανιάτικες αναμνήσεις (1990), Με την άκρη της πένας.
[3] Πληροφορίες για το βιβλίο:
http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=08.11.2007,id=7356600
[4] Τάσος Κωστόπουλος, «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση», σ.97-98.
[5] Α.Δημητρίου, Έφεδρος Υπαξιωματικός, «Απ’τη φρίκη του πολέμου. Φωτιά και αίμα», Ριζοσπάστης, 31.8.1934 σ.3. Η διήγηση αφορά την ημέρα των Χριστουγέννων του 1920. Σύμφωνα με την επίσημη ιστορία του Γενικού Επιτελείου Στρατού, η κατάληψη του Κιοπρού Χισάρ από τον ελληνικό στρατό έγινε στις 25/12/1920 [ΓΕΣ-Διεύθυνσις Ιστορίας Στρατού. Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν, τ.3, Επιθετικαί Επιχειρήσεις Δεκεμβρίου 1920-Μαρτίου 1921, Αθήναι 1963, σ.62.
[6] «Σημειωτέον ότι από Φιλαδέλφεια και επάνω, πουθενά δεν συναντήσαμε Έλληνα, διότι ελάχιστοι μόνο κατοικούσαν στο Εσκί – Σεχήρ και Αφιόν [Ανδρούτσος Σπύρος, Προσωπικό ημερολόγιο από την εκστρατεία της Μικράς Ασίας, σελ.59-60, Π.Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη,1997.
Ακόμη κι από έναν ένθερμο υποστηρικτή της εκστρατείας, η συνάντηση με Ελληνίδα, στο Σεϊντί Γαζή («μέσα στην Τουρκιά») θεωρείται αναπάντεχη, «σαν σε όνειρο» (Βλάχος Σπύρος, Απομνημονεύματα, τ.Α., σελ.133, Αθήνα, 1958.
[7] Τριανταφυλλίδης 1984, τ.Α. σ.283, Κορδάτος 1958 σ.558, ΓΕΣ-ΔΙΣ, Η εκστρατεία εις την Μικράν Ασίαν, τ.6, Τα προ της τουρκικής επιθέσεως γεγονότα (Σεπτέμβριος 1921-Αύγουστος 1922), Αθήναι 1960, σ.157, Τάσος Μουμτζής, Η Μικρασιατική καταστροφή κι ο Μικρασιατικός Ελληνισμός, Αθήνα 1984,σ.27.
[8] Μάξιμος Σεραφείμ, Κοινοβούλιο ή δικτατορία; σελ. 19, Στοχαστής, Αθήνα 1975, (α’εκδοση, Θεσσαλονίκη, 1930).
[9] Βασίλειος Μουστάκης, Λόγια του κανονιέρη, 1079 συνοδοιπόροι με το θάνατο, σελ.34, Ν.Υόρκη, 2000.
[10] Πρινιωτάκις 1998, σ.120-1, 144,146 και 147. Ανδρούτσος, σ.37,41,55,56 και 57. Βασιλικός, σ.72,108,109,110 και 113. Κραββαρίτης, σ.60-1 και 71. Πληζιώτης σ.252. Γονατάς,σ.178-180. Βαμβακάς, σ.21-2,25,58-9 και 74. Βλάχος, σ.135-6, 143-4 και 176-7. Αργυρόπουλος, σ.57 και 71-2. Χριστοδουλίδης, σ.60-1.
[11] Αναστάσιος Στεφάνου, «Ημερολόγιο από το μικρασιατικό μέτωπο», Καθημερινή-7ημέρες, 8.9.02, σ.31.
[12] Πέτρος Βαμβακάς, Σημειώσεις του στρατιωτικού μου βίου, σ.58-9, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη, 1990.
[13] Ανδρούτσος, ο.π., σ.56.
[14] Αθανάσιος Αργυρόπουλος, Μνήμες πολέμων 1917-1922, σ.71, Αθήνα, 1985.
[15] Ιωάννης Καβαλλιώτης, «Δεν πρέπει να ξαναγίνει. Ποτάμι το αίμα στο Μποζ Γιουκ», Ριζοσπάστης, 12.8.34 σ.5.
[16] Ανθυπολοχαγός Παντελής Πρινιωτάκης, Ατομικόν Ημερολόγιον, Μικρά Ασία, 1919-1922, Εστία. σ. 144,147.
[17] Νίκος Βασιλικός, Ημερολόγιο Μικρασιατικής Εκστρατείας, σ.108-9, Γνώση, Αθήνα, 1992.
[18] Χρήστος Καραγιάννης, Το ημερολόγιον, σ.258, Αθήνα, 1976.
[19] Ημερήσια Διαταγή Μεραρχίας (Συνταγματάρχης Ι.Τριλίβας), 9.7.1921, Βαμβακάς σ.28-9.
[20] Βαμβακάς, ο.π. σ.27.
[21] Καραγιάννης, ο.π., σ.290-7.
[22] Για την απεργία του ελληνικού στρατού: Βλάχος σ.207, και 278, Κώστας Ντούλας, ένας φαντάρος θυμάται,σ.50, Δημήτριος Αρβανίτης, Εκστρατεία Μικράς Ασίας, Λεύκωμα προσφιλών αναμνήσεων, σ.54, Ελευθέριος Σταυρίδης, Τα παρασκήνια του ΚΚΕ, σ.81 και 88.
[23] Παναγιώτης Δεμέστιχας, Απομνημονεύματα, Αθήνα 2002, σ.104.
[24] Βασιλικός, ο.π., σ.181-2.
[25] Παναγιώτης Παναγάκος, Συμβολή εις την ιστορίαν της δεκαετίας 1912-1922, σ.707-8.
[26] Έξοδος, σ.75 και 262.
[27] Αποστολίδης Πέτρος, Όσα θυμάμαι 1900-1969, Α, Γκαρνιζόν Ουσιάκ 1922-1923, Κέδρος, σ.20.
[28] Αποστολίδης, ο.π. σ.19-21. Για ομαδικούς βιασμούς που υπέστησαν Τουρκάλες από έλληνες στρατιώτες κατά την Μικρασιατική Εκστρατεία βλ. επίσης Βλάχος σ.139-140, Μουστάκης σ.23, Καραγιάννης, σ.258,290-1 και 296, Κ.Τσαλάρας, Γράμμα παλιού πολεμιστή, Ριζοσπάστης 2.8.34, Α.Δημητρίου «Απ’τη φρίκη του πολέμου», Ριζοσπάστης, 31.8.34 σ.3 Για συστηματικότερες επιδόσεις ελλήνων αξιωματικών σε αυτό το σπορ, κατά την παραμονή τους σε τουρκικά χωριά της Νικομήδειας: Toynbee Arnold, The Western Question in Greece and Turkey, Constable & Co., Λονδίνο 1922, και β΄έκδοση με νέο πρόλογο, Λονδίνο 1923, σ.295-6.
[29] Π.Παναγάκος, ο.π., σ.697-698.
[30] Υπουργείο Εξωτερικών-Ειδική Νομική Υπηρεσία, Πράξεις που υπογράφηκαν στη Λωζάνη στις 30 Ιανουαρίου και 24 Ιουλίου 1923, Αθήνα, 1992, σ.30. Η αναγνώριση της ευθύνης είχε μόνο ηθική σημασία, καθώς με την αμέσως επόμενη παράγραφο του ίδιου άρθρου η Τουρκία «παραιτείται οριστικώς» από κάθε σχετική απαίτηση, «λαμβάνουσα υπ’ όψιν την οικονομικήν κατάστασιν της Ελλάδος».
[31] Καταγραφή της Πηνελόπης Δέλτα (13.11.1930), σε Ζάννας Παύλος (επιμ.) Αρχείο Π.Σ. Δέλτα. Ελευθέριος Βενιζέλος, Ερμής, Αθήνα, 1988,σ.173.
[32] Nίκου Καζαντζάκη, Επιστολές προς Γαλάτεια, Γ'έκδοση, Δίφρος, 1993 (Εισαγωγή-Σχόλια: Έλλης Αλεξίου, Πρόλογοι: Γιάννη Γουδέλη),σ.97.

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2008

Μίσος

«Σαν έφεξε, βάρεσε η σάλπιγγα συναγερμό πάνω απ’ το λασπωμένο λοφάκι του χωριού.
Εκεί μαζεύτηκαν όλοι οι αιχμάλωτοι άντρες και κατόπι ντουφεκίστηκαν. Βρέθηκα αντίκρυ στο γέρο.
Είχε μερικές μελανιές στο πατριαρχικό του πρόσωπο και ψιθύριζε ολοένα προσευχές.
Τα μεταξωτά του γένια ανέμιζαν απαλά στον αγέρα. Το πιο καλό που μπορούσα να του κάνω ήταν να τον σκοτώσω αμέσως και τελειωτικά για να μην τυραγνιέται σα μερικούς που σπάραζαν σαν τα βουβάλια χτυπώντας τις απαλάμες στο χώμα.
Είχαμε κάτι θαυμάσια μάνλιχερ[1] τότες, ολοκαίνουργια, λαφριά κι ευθύβολα, που βαρούσες πεντάρα με δαύτα. Τόνε σημάδεψα στο κούτελο, ανάμεσα στα ολάσπρα φρύδια του.
Σήκωσε απάνω μου τα γαλανά μάτια του και με κοίταξε γαλήνια.
Θαρρείς πως ένιωσε την οπτική σκοπευτική μου γραμμή ν’ακουμπά σαν κάτι στερεό πάνου στο κούτελό του.
Τράβηξα τη σκανδάλη και σωριάστηκε μονοκόμματα σαν αστραποκαμμένος στη λάσπη.
Μια ψιλή κόκκινη κορδελίτσα κύλισε απ’ το κούτελό του πάνου στο ήσυχο πρόσωπο, και λεκέδιασε τα χιόνια της γενειάδας του.
Σαν τελείωσαν οι εχτελέσεις, ανοίχτηκε το τζαμί για νάβγουνε τα μαντρισμένα γυναικόπαιδα. Κατόπι βάλθηκε φωτιά στο χωριό.
Οι φαντάροι τρέχανε με γκαζοτενεκέδες και περεχούσανε πετρέλαιο τα σπίτια […]
Μαυροκόκκινες φωτιές βγάλανε τις πεινασμένες γλώσσες τους απ’τα ξυλένια πορτοπαράθυρα, ανεμίζοντας σαν παράξενες κουρελιασμένες σημαίες πάνου στα καφασωτά. Ο καπνός της πυρκαγιάς ανακατεβότανε μέσ’ τη σκοτεινή αντάρα.
Ξεκινήσαμε να φύγουμε.
Ξαφνικά μες από ένα σοκάκι χύμηξαν, ένα ξεφρενιασμένο πλήθος, τα μωρά και οι γυναίκες που είχανε κλεισμένες μες το τζαμί και τις ξαπολύκανε. Ούρλιαξαν και τρέχανε προς τα πτώματα.
Ήτανε χωρίς γιασμάκ [2], ξεστηθωμένες σαν άγριες μαινάδες [3].
Τα μάτια τους ήτανε τεράστια ανοιγμένα απ’την τρομάρα και τα μαλλιά τους πετούσανε πίσω σα μαύρα ζωντανεμένα σερπετά.
Τρέχανε προς το λόφο, μες απ’ το γλιστερό καλντερίμι του χωριού, για να ψάξουνε μες τα στρωμένα κουφάρια να γνωρίσουνε τους δικούς τους.
Από τότες χρόνια πέρασαν και διαβαίνουν ολοένα. Όμως μέσα μου κάθεται μια κρύα γαλάζια ματιά.
Τη νιώθω που απόμεινε μέσα μου ακίνητη, στυλωμένη και αθάνατη.
Ζει και κυκλοφορεί μέσα στο αίμα μου, σα μόλεμα και σα μαράζι.
Και θαρρώ πως μόνο μαζί με την ψυχή μου θα φύγει από πάνω μου» (Στράτης Μυριβήλης, «Διηγήματα»)



Οι παραπάνω γραμμές δημοσιεύτηκαν πριν από 80 περίπου χρόνια, στη συλλογή «Διηγήματα» ενός άσημου ακόμη Μυτιληνιού πεζογράφου ονόματι Στράτης Μυριβήλης. Περιέγραφαν το κάψιμο ενός τουρκικού χωριού της Πτολεμαΐδας-που τότε λεγόταν ακόμη Καϊλάρια- και τη μαζική εκτέλεση των αρρένων κατοίκων του από τον προελαύνοντα ελληνικό στρατό, τον Νοέμβριο του 1912 [5].

***

"Μας βγάζουν στην αυλή. Είχε ήλιο άφθονο-χωρίς σκοπό. Άρχισα να’ρχουνται πάλι ντόπιοι, άγριοι, σκληροί σα σίδερα. Μας κοίταζαν. Γυρεύαν φιρί φιρί αν είχαμε κανέναν Αρμένη. Η λύσσα τους γι’αυτουνούς ήταν δέκα φορές πιο πολλή.
Δεν είχαμε.
Άξαφνα, τρεις σταθήκαν από πάνου μας, από μένα και τον Αργύρη. Τυλίγαμε κείνη την ώρα τα ποδάρια μας με τα παλιοτσούβαλα, ετοιμάζοντάς τα για το δρόμο. Είδα τις σκιές τους που στάθηκαν.
- Ε! λέει αυστηρά ο ένας απ’τους τρεις.
Γυρίσαμε.
Χώνουν τα μάτια τους στο μούτρο του Αργύρη.
Ψάχναν.
- Δεν είναι,λέει ο ένας δισταχτικά.
- Είναι σου λέω! Φωνάζει ο άλλος. Τώρα θα δεις!
Και γυρίζοντας στον Αργύρη, τον διατάζει:
- Άνοιξε το στόμα σου!
Το άνοιξε –έτσι να φανούν τα δόντια του.
- Βλέπετε; φωνάζει με χαρά το Τουρκί.
Στη σειρά με τα άσπρα δόντια του Αργύρη έλαμπε ένα χρυσό δόντι. Γυάλιζε στον ήλιο-σα γυναίκα, τόσο ωραία.
- Γκιαούρ! βλαστήμησαν τότες κ' οι τρεις μαζί και τρέξαν να βγουν όξω.
-Ηλία... μουρμουρίζει ανήσυχο το παιδί. Τι θέλαν;
Τίποτα.
Πέρασε κάμποση ώρα, το ξέχασε. Ήταν και τ'όνειρο που τον είχε γεμίσει ουρανό, η χρυσή λάσπη.
Σε μια ώρα ξεκινήσαμε. Μας παράλαβε άλλη πόστα. Δεν είχαμε βγει ακόμα όξω απ'το χωριό όταν είδαμε να'ρχεται κοντά στο απόσπασμα ένα τσούρμο καμιά πενηνταριά ντόπιοι Τούρκοι.
Μας σταμάτησαν.
Ψάχναν στη γραμμή μας κάτι γυρεύοντας. Τέλος στάθηκαν σ'εμάς τους δυο.
- Τσαούς, λέει ένας απ'τους τρεις που ήταν στην αυλή. Αυτόν θα μας τον δώσεις.
Δείχνανε τον Αργύρη. Ο λοχίας πλησίασε. Του εξηγούν: Τούτος του λένε,ήταν αστυνομικός στ χρόνια της ελληνικής κατοχής, έκαμε το και το. Θα μας τον δώσεις;
Το παιδί δίπλα μου άρχισε να τρέμει. Τον κοίταξα: ένα κίτρινο χρώμα πασπάλισε το μούτρο του όπυ δεν ήταν λάσπη.
-Εγώ;... Εγώ;...τραύλιζε.
- Κοίταξε το στόμα του! δείχνανε οι πολίτες στο λοχία. Είχε ένα χρυσό δόντι. Κοίταξέ το!
- Εγώ πήγαινα σχολειό...., έλεγε το παιδί. Να, από δω ήταν συμμαθητής μου. Ποτές δεν έχω έρθει κατά δω...
Μα όσο μιλούσε τόσο τον σουσούμιαζαν. Όλο το τσούρμο τώρα ούρλιαζε:
- Θα μας τον δώσεις! Θα μας τον δώσεις!
Οι τσέτες [6] τραβηχτήκαν λίγο παράμερα με το λοχία. Πις, πις. Η χαρά άστραψε στα πρόσωπά τους σαν το δόντι.
- Εμπρός!
Αρχίσαμε να βαδίζουμε. Από πίσω, απ' τα πλάγια ακολουθούσε το τσούρμο βουίζοντας. Ο κίνδυνος σπιρούνιαζε τον αγέρα, το παιδί μου έσφιγγε τη χούφτα.
Τ'αδύνατα δάχτυλά του τρέμαν.
Τα κρατούσα -έτσι χεράκι χεράκι.
Μια παλιοντενεκεδένια κατσαρόλαήταν πεταμένη στο δρόμο. Ένας από το τσούρμο την πήρε και την έχωσε στο κεφάλι του Αργύρη.
Τα μεγάλα σγουρά γλιτσασμένα μαλλιά κρύφτηκαν.
- Ηλία!... Ηλία!... Θα με σκοτώσουν...
Του σφίγγω το χέρι πιο πολύ:
- Σώπα...
- Αρκαντάς... (σύντροφε) , αρκαντάς.... , γυρίζει, έξαλλο, στο στρατιώτη που βάδιζε δίπλα μας. Δεν είμαι εγώ...
Αταραξία.
- Σου λέω, δεν είμαι, αρκαντάς...
- Γκιαούρ! φωνάζει τότες ο στρατιώτης.
Σώπασε φοβισμένο.
Βγήκαμε όξω απ' το χωριό.
- Κάτσετε χάμου!
Καθίσαμε. Τότες ένας άντρας αψηλός και βαρύς μας πλησιάζει. Έκρυβε τα χέρια του πίσω στις πλάτες του. Δεν τα βλέπαμε. Στυλώνει μια ματιά στον Αργύρη.
- Βγάλ' το αυτό! του λέει άγρια για την κατσαρόλα.
Το παιδί τρέμει. Βγάζει την κατσαρόλα, την απιθώνει χάμου και σηκώνει στο δήμιο τα δακρυσμένα μάτια του. Αυτός, αργά, λύνει τα χέρια του. Κι απότομα, σα ζαρκάδι, του κατεβάζει μια, μ' ένα σφυρί που κρατούσε, στο κεφάλι.
Η κραυγή του παιδιού σκίζει τον αγέρα σα λεπίδι.
Τα ψιλά δάχτυλα που με σφίγγαν χαλάρωσαν.
Όλο το τσούρμο μουντάρησε σ'αυτό το σύνθημα. Τον τράβηξαν στην άκρη, κι ένα σωρό χέρια κουνιούνταν, ανέβαιναν, κατέβαιναν.
Δεν πρόφτασα να δω τίποτ'άλλο. Οι στρατιώτες μας σήκωσαν εμάς τους άλλους. Ξαναρχίσαμε το δρόμο. Μας σπρώχνανε, τρέχαμε. Μόλις ακούγαμε ένα δύο τελευταίες κραυγές πιο αδύνατες που διαλύουνταν.
Τις ρουφούσε η σκόνη". (Ηλίας Βενέζης, "το νούμερο 31328" [7] .



***
Δύο ακόμη φωτογραφίες, δύο ακόμη γεύσεις μιας μεγάλης σύγκρουσης με πολύ αίμα, με χιλιάδες νεκρούς, με μίσος άσβεστο και βαθύ.
Και σήμερα, τα εγγόνια και τα δισέγγονα αυτών, μαθαίνουν μόνο τη μία φωτογραφία, την άλλη δεν την ξέρουν, δεν την θέλουν.
Και έτσι συνεχίζουν να μισούν.
Ορίζουν τη ζωή τους μαθαίνοντας ότι οι ίδιοι είναι αγνοί και αμόλυντοι ενώ οι άλλοι είναι γεννημένοι φονιάδες και ρυπαροί.
Φροντίζουν γι'αυτό η οικογένεια, το σχολείο, οι παπάδες, ο στρατός, τα ΜΜΕ.
Όλοι στην υπηρεσία του μίσους και του σκοταδισμού.
Ο φόβος για τον "άλλον", οι παροιμίες, τα τραγούδια, η τέχνη, όλα στην υπηρεσία του μίσους.
Τα στερεότυπα και οι φοβίες στις δύο όχθες κοινά, απλώς δίπλα πιο έντονα, πιο φανατισμένα, με μια διαφορά: δεν μας θεωρούν πλέον ως τον υπ'αριθμόν ένα κίνδυνο:


Ελευθεροτυπία, 10/6/2007

Τι θα μάθετε εσείς στα παιδιά σας;

doctor

_______________________________________________________

[1] Το Mannlicher-Schönauer (Μάνλιχερ-Σενάουερ) υπήρξε ένας τύπος επαναληπτικού τυφεκίου, με περιστροφικό γεμιστήρα, που παρήχθη από τη Steyer-Mannlicher για τον Ελληνικό στρατό και αργότερα χρησιμοποιήθηκε και από το στρατό της Αυστροουγγαρίας. Περισσότερα: Μάνλιχερ
[2] Γιασμάκ, γιασμάκι = πέπλο < τουρκ. yasmak = καλύπτρα προσώπου.
[3] Μαινάδες: Κατώτερες Θεές που συνοδεύουν τον Διόνυσο. Όταν καταλαμβάνονται από το πνεύμα του θεού, επιδίδονται σ' έναν ασταμάτητο, ξέφρενο χορό. Εκείνη τη στιγμή είναι σαν να έχουν βγει από τον εαυτό τους· η μέθη και η έκσταση οδηγεί τα βήματά τους. Ο χορός τους πολλές φορές γίνεται άγριος και τρομαχτικός στους απλούς ανθρώπους. Όταν καταλαμβάνονται από μανία -γι' αυτό λέγονται Μαινάδες- δεν γνωρίζουν τι κάνουν· η παραφροσύνη τις οδηγεί σε πράξεις εξωφρενικές. Έτσι η μητέρα του Πενθέα κομμάτιασε μαζί με άλλες Μαινάδες τον ίδιο το γιο της. Οι Μαινάδες της Θράκης κομμάτιασαν το κορμί του δύστυχου Ορφέα που απογοητευμένος από την εξέλιξη του έρωτά του, άρχισε να μισεί τις γυναίκες.
[4] Στράτης Μυριβήλης, «Πόλεμος», στη συλλογή του ίδιου «Διηγήματα», Μυτιλήνη 1928, σ.26-7. Το απόσπασμα ελήφθη από το «Πόλεμος και Εθνοκάθαρση» του Τάσου Κωστόπουλου, σελ.11-12.
[5] Τ.Κωστόπουλος, ο.π. σ.12
[6] τούρκοι άτακτοι.
[7] Ηλίας Βενέζης, "το νούμερο 31328", 50η έκδοση, σελ.124-127.
Βλ. προηγούμενα ποστ:
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/11/31328.html
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/11/31328_06.html