Τρίτη, 31 Μαρτίου 2009

Οι νευροπαθείς ψευδοπατριώται (μέρος 2ο)



Πριν λίγο καιρό είχα αναρτήσει ένα θέμα [1] που είχε να κάνει με την εφημερίδα "Ακρόπολη" του Βλάση Γαβριηλίδη και τον στείρο (και επικίνδυνο εθνικά) τρόπο σκέψης της εκάστοτε άκρας δεξιάς. Τα τελευταία χρόνια, κατά έναν παράδοξο και σαφώς ανιστόρητο τρόπο, η άκρα Δεξιά διεκδικεί ένα παρελθόν που δεν της ανήκει. Ακροδεξιές εφημερίδες και περιοδικά αναρτούν συχνά πυκνά την Ελλάδα "των πέντε θαλλασών και των δύο ηπείρων" θεωρώντας την ως το ζενίθ των απελευθερωτικών πολέμων του ελληνικού έθνους.
Βέβαια αγνοούν [;] ότι η εθνική αυτή επίτευξη πραγματοποιήθηκε από τον φιλελεύθερο Βενιζέλο, την ίδια ώρα που οι ιδεολογικοί πρόγονοι της άκρας δεξιάς ήταν αντίθετοι με την επεκτατική πολιτική του Βενιζέλου ("μικρά πλην έντιμος Ελλάς" διατυμπάνιζαν), θεωρούσαν την Μικρά Ασία ως αποικία, τους έλληνες εκεί ως "αχρείους" [2] και μάλιστα κέρδισαν τις εκλογές [3] με κύρια προεκλογική τους δέσμευση τη λήξη της μικρασιατικής εκστρατείας. Κάποιοι βασιλικοί στρατιωτικοί χαρακτήριζαν τη Μικρά Ασία ως "σεσηπώς μέλος", ως "γάγγραινα" που έπρεπε να αποκοπεί από τον "εθνικά υγιή κορμό"[4].
Η ιδεολογική σύγχυση όμως της άκρας δεξιάς επιτείνεται μέσω της πρόσφατης προσπάθειας αναψηλάφησης της δίκης των έξι [5] και η ιστορία έρχεται και καταδεικνύει τον διαχρονικά επικίνδυνο εθνικά τρόπο σκέψης και δράσης αυτού του ιδεολογικού χώρου που τόσα δεινά έχει φέρει στην πατρίδα μας. Θα ταξιδέψουμε σήμερα πίσω, την περίοδο που αρχικά η Δυτική και έπειτα η Ανατολική Θράκη γίνονται τμήμα της Ελλάδος.
Ο κ. Στάθης Ν.Κεκριδής, Επίκ. Καθηγητής στο τμήμα Ιστορίας-Εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης έκανε μια πολύ καλή μελέτη των δημοσιευμάτων του αντιβενιζελικού Τύπου όσον αφορά την στάση της αντιπολίτευσης και το πως υποδέχτηκε την απελευθέρωση της Θράκης:

Οι ανωμαλίες της ελληνικής πολιτικής ζωής και η επαπειλούμενη σύγκρουση, λόγω της διχοστασίας βενιζελικών και αντιβενιζελικών βασιλοφρόνων, στάθnκε η κύρια αιτία, ώστε μερίδα του ελληνικού Τύπου να μη δώσει στην ενσωμάτωση, αρχικά της Δυτ. Θράκης και στη συνέχεια της Ανατολικής, το χαρμόσυνο τόνο που άρμοζε σ' ένα τόσο σημαντικό εθνικό γεγονός. Με προσκτήσεις νέων εδαφών μεγάλωνε η Ελλάδα, σημαντικό μέρος του αλύτρωτου Ελληνισμού επανερχόταν στη μητρική αγκάλη, άλλα μεγάλη μερίδα του τύπου συνέχιζε να προσεγγίζει και να ερμηνεύει τα γεγονότα με τη διχαστική συλλογιστική.
Την προέλαση των ελληνικών στρατευμάτων παρακολουθούσαν εκ του σύνεγγυς αρκετοί πολεμικοί ανταποκριτές του ελληνικού και ξένου Τύπου. Ο Φέριμαν (Ferryman) της Mornίng Post, ο Ρέιμοντ (Raymond) της Havas, ο Περδικίδης της Exchange, ο Μοσχόπουλος του γραφείου τύπου του ελληνικου υπουργείου Εξωτερικών, ο Δ. Σβολόπουλος της "Νέας Ελλάδας", ο Π. Οικονόμου του "Εμπρός", ο Α. Κονιτόπυλος της "Πατρίδος", ο Πέτρος Λεβάντης της "Μακεδονίας" Θεσσαλοvίκης, ο Aρίστος Xάσηρτζόγλου της "Νέας Αλήθειας" Θεσσαλονίκης κ.ά. Ολοι αυτοί, και πολλοί άλλoι μαζί τους, υπηρέτησαν σε δυσχείμερες εποχές την έγκυρη πληροφόρηση και την αλήθεια με πνεύμα αυτοθυσίας.
Στην Αθήνα όμως ο συμπολιτευόμενος με τον Βενιζέλο τύπος έδινε διαστάσεις θριάμβου και περιέβάλλε τα γεγονότα με την αχλύ του θρύλου. Ο αντιπολιτευόμενος, χωρίς να αποσιωπά τις θετικές εξελίξεις, τις υποβάθμιζε και τις απέδιδε στο "δαιμόνιο της φυλής"! Ο μικρότερης εμβέλειας αθηναικός Τύπος έδινε έμφαση σε αλλότρια ζητήματα. Ο "Ριζοσπάστης" επέχαιρε για την προέλαση των μπολσεβίκων στην Ασία, η "Πολιτεία" υποστήριζε ότι ο Βενιζέλος επιβλήθηκε "δια των ξένων λογχών", η "Εφημερίς του Χρηματηστηρίου" σχολίαζε το σηροτροφικό ζήτημα!
Ο ρόλος των κυβερνώντων, και ιδιαίτερα του Βενιζέλου, υποβαθμίζονταν, αν δεν εκμηδενίζονταν. Γι' αυτο η φιλοβενιζελικη "Αρκόπολις" (δ/ντης Θ.Ν. Συναδινός), στο κύριο άρθρο της 19ης Μαίου με τίτλο "Θράκη", καταφερόταν εναντίον όλων εκείνων που αποσιωπούσαν τους θριάμβους και "αντί να αναγνωρίσουν τα επιτελεσθέντα μεγαλουργήματα, ευρίσκουν και πάλιν νέαν ακά θαρτov επιχειρηματολογίαν και σιελίζουν με αυτήν το φως και τηv αλήθειαν».
Διαπίστωνε με πικρία ότι «πράγματι ο αντιπολιτευόμενος τύπος δεν εύρε δυο λέξεις διά να χαιρετίσει τηv απελευθέρωσιν της Θράκης». Και προσέθετε ότι «μια Θράκη ελευθερωμένη, αποτελούσα έναν οργανισμόν και ένα σώμα, δεν είναι προδοσία κατά της Ελλάδος, δεν είναι πώλησις αυτής εις τους ξένους, δεν είναι παράδοσις αυτής εις τους στρατoύς άλλων Δυνάμεων . Είναι υπερηφάνεια, και ζωή, και εθνική κολυμβήθρα, και αναγέννησις και σταθμός προόδου, ευτυχίας και μεγαλείου δια το Κράτος μας. Η Θράκη είναι θρύλος και παράδοσις και θρησκεια και πίστις διά τους κληρονόμους της αρχαίας ελληνικής και Βυζαντινής παρουσίας, βεβαρυμένης με δουλείας και χρέη και υποθήκας, και αποδιδομένης ήδη ελευθέρας εις τους δικαιούχους αυτής και νομίμους κυρίους. Η Θράκη διά τηv Ελλάδα δεν είναι Βενιζέλος, κύριοι αντιπολιτευόμεναι, είναι και θα είναι παρά τηv θέλησίν σας έστω μόνov Ελλάς».
Η αθηναϊκή αυτή εφημερίδα, παρά τηv πρόσφατη απώλεια του ιδρυτή της Βλάση Γαβριηλίδη (κηδεύτηκε στις 13 Απριλίου 1920 από Άγιο Γεώργιο Καρύτση), παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις και με συνεχή ειδησεογραφία ενημέρωνε τους αναγνώστες της. Εκτός από τπν πλούσια ειδησεογραφία της, που κάλυπτε όλες τις πτυχές του ζητήματος, με σχόλια και άρθρα της εγκωμίαζε την ενσωμάτωση της Δυτ. Θράκης.
Στις 14 Μαίου δημοσίευσε το ανακοινωθέν του στρατιωτικού γραφείου Τύπου, που είχε ως εξής: «Η Μεραρχία Σερρών ηγουμένου του αντιστρατήγoυ κ. Ε. Ζυμβρακάκη εισήλθε μετά μεγάλης τάξεως και επιβλητικότητoς εις Γκιουμουλτζίvαv (τα Βυζαντινά Κουμουτζηνά) γενομένη ενθουσιωδέστατα δεκτή υπό του πληθυσμού. Παρίσταντο οι πρόεδροι όλων των κοινοτήτων μηδέ των Βουλγάρων εξαιρουμένων. Πλήρης ησυχία και τάξις επικρατεί. Οι σιδηρόδρομοι κυκλοφορούν ελευθέρως». Με πρωτοσέλιδες ανταποκρίσεις και πολύστηλα ρεπορτάζ έδινε τις πραγματικές διαστάσεις στα συμβάντα. Οι τίτλοι της καθόριζαν το στίγμα των εθνικών επιτυχιών:
«Η προέλασις του στρατου μας εις Θράκην. Γκιουμουλτζίvα και Δεδέαγατς κατελήφθησαν. Ακράτητος ενθουσιασμός και πλήρης τάξις».
Στο ίδιο φύλλο η «Aκρόπολις» δημοσίευε τηλεγράφημα του ανταποκριτή της στη Θεσσαλοvίκη, που περιλάμβανε και το ανακοινωθέν του Γενικού Σιρατηγείου Eθνικής Αμύνης, και έδειχνε ότι και στη συμπρωτεύουσα επικρατούσε μέγας ενθουσιασμός:
«Από πρωίας σήμερον ήρχισεν η προέλασις του στρατού μας εκ του τριγώνου της Ξάνθης προς κατάληψιν της Γκιουμouλτζίνας, ήτις ήδη θα έχη συντελεσθή».
Το αυτό επίσημο ανακοινωθέν του Στρατηγείου γνωστοποιούσε και την ταυτόχρovn κατάληψη του Δεδέαγατς, γύρω στις 6 το πρωί, με απόβαση των στρατευμάτων μας. Συνέχιζε δε το τηλεγράφημα ότι «εις τov στρατόν μας έγινε ενθουσιώδης υποδοχή εκ μέρους των Ελλήνων και Τούρκων κατοίκωv. Οι Γάλλοι παρέσχον μεγάλας ευκολίας εις τov στρατόν μας κατά τηv απόβασιν και κατά τηv κατάληψιν της πόλεως. Επί τη επισήμω αναγγελία του ευφροσύvoυ γεγονότος συνεκροτήθη oγκώδης διαδήλωσις υπό του ενθουσιώσους λαού ενταύθα (Θεσσαλοvίκn). Η πόλις πaνηγυρίζει. Οι κώδωνες όλων των ναών σημαίvoυν χαρμοσύνως».
Στην αντιβενιζελική «Καθημερινή» κυριαρχούσαν ειδήσεις για αθρόες συλλήψεις «επί εξυβρίσει του κ. Βενιζέλου», για αθρόες ιδρύσεις συλλόγων της αντιπολίτευσης, που προκάλεσε η έκκληση της ίδιας της εφημερίδας, ενώ δημοσίευε τα επίσημα ανακοινωθέντα στnv τέταρτη σελίδα της.
Οι πρωτoσέλιδες πληροφορίες της (12 Μαίου 1920) διαπίστωναν μεγάλους κινδύνους από τηv προετοιμαζόμενη αντίσταση των Βουλγάρων υπό το στρατηγό Πρωτογίνωφ και τov αρχικομητατζή Νάτσεφ.
Στις 15 Μαίου, σε δίστηλο τηλεγράφημα, ανήγγελλε ότι «ήρχισε χθες η προέλασις του ελληνικού στρατού εις Θράκην. Κατελήφθη n Γκιουμουλτζίvα και το Δεδέαγατς. Αρχηγός του αποβιβασθέντoς εις Δεδέαγατς στρατού είναι ο υποστράτηγος κ. Μαζαράκης και του εισελθόντος εις Γκιουμουλτζίναν ο υποστράτnγoς κ. Παμίκος Ζυμβρακάκης».
Στην ίδια στήλη φιλοξενούσε το κέιμενο της ημερήσιας διαταγής του συνταγματάρxn Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, που άρχιζε:
"Η Θράκη επανέρχεται εις τηv μητέρα Ελλάδα".
Σε άλλη στήλη φιλοξενούσε τηλεγράφημα από το Παρίσι, σύμφωνα με το oποίo ο Τζαφέρ Tαγιάρ προετοίμαζε αντίσταση κατά των Ελλήνων. και τηv επομένη (15/5) "η προέλασις εις τηv Θράκην. Ασήμαντος συμπλοκή με κομιτατζήδες και Βουλγάρους στρατιώτας. Δεν υπάρχουν φόβοι σοβαρωτέρων συρράξεων".
Η προέλαση δεν ήταν τόσο απρόσκοπτη και ήρεμη όσο ήθελε να τηv παρουσιάζει η ελληνική πλευρά. Ομάδες κομιτατζήδων (Τούρκων και Βουλγάρων), υπό τηv καθοδήγηση του Τούρκου συνταγματάρχη και συνεργάτη του Κεμάλ, Τζαφέρ Ταγιάρ, επιδίδονταν σε ένοπλες επιθέσεις και υπήρχαν συνεχή επεισόδια, που ενισχύονταν από τη Σόφια και τηv Κωνσταντινούπολη. Κατά τηv προέλαση των Ελλήνων είχαν κυκλοφορήσει (περιοχή Καραμπανιόλ) τουρκοβουλγαρικές προκηρύξεις με τις οποίες καλούνταν οι Τούρκοι και οι Βούλγαροι της περιοχής να επαναστατήσουν υπό την ηγεσία και καθοδήγησηση του κομιτάτου. "Η Θράκη ούτε υπήρξεν, ούτε θα γίνη ελληνική. Η Θράκη θα διοικηθή από τα ιδικά της τέκνα. Εμπρός ήρωες της Θράκης... Ζήτω η ανεξάρτητος Θράκη..." .
Οι εφημερίδες βέβαια δεν χαρακτηρίζονται μόνο απ' αυτά που γράφουν, αλλά ίσως περισσότερο απ' αυτά που αποσιωπούν.
Στα φύλλα της «Καθημερινής» εκεινης της περιόδου δεν υπήρξε κανένα άρθρο που να σχολιάζει ενθουσιαστικά τα τεκτενόμενα και να εκφράζει εθνική ικανοποίηση για την ενσωμάτωση της Δ. Θράκης.
Aντίθετα, στις 17 Mαίου, σε πρωτοσέλιδο άρθρο του με τίτλο «Nέoι αγώνες», ο Ιων Δραγούμης καταφερόταν εναντίον της βενιζελικής τυραννίας υποστηρίζοντας ότι «εσωτερικώς λυμαίνεται το κράτος μία ολιγαρχία τυράννων, σατραπίσκων και ντερεμπέηδων, χρησιμοποιούντων προς επιβολήν των χωροφύλακας, πραιτωριανούς, μπράβους και χαφιέδες, στρατιωτικούς και άλλους ιδιωνύμους ανόμους νόμους». Στο ίδιο φύλλο, στηv τέταρτη σελίδα, υπάρχουν τα σxετικά τηλεγραφήματα: «Συνεπληρώθη η Kατάληψις της Θράκης. Ακρα τάξις βασιλεύει απ' άκρου εις άκρον. Η υποδοχή του ελληνικού στρατου εις Γκιουμουλτζίναν», όπου καταγράφονται και ορισμένες λεπτομέρειες από τηv υποδοχή των στρατευμάτων.
«Αρμένιοι, Ισραηλίται και Τούρκοι κρατούσαν ελληvικάς σημαίας και εξεδήλωνον ποικιλοτρόπως την χαράν τους. Οι πολίται άδουσι και χορεύουσι μετά των ελευθερωτών των στρατιωτών».
Ιδιαίτερα μετά τις διαβεβαιώσεις του κυβερνητικού εκπpοσώπου X. Βαμβακά προς τον Τούρκο διοικητή της Γκιουμουλτζίνας Αρίφ μπέη,ότι η ελληνική διοίκηση έρχεται να εφαρμόσει πρόγραμμα ισοπολιτείας "τo οποίον είναι το ιδεώδες της κυβερνήσεως Βενιζέλου", οι μειονοτικοί αναθάρρηοαν και μετείxαν αυθόρμητα στο χαρμόσυνο γεγονός της υποδοχής. Δημοσιευόταν παράλληλα η είδηση για τηv άφιξη στηv Αθήνα του διπλωματικού μας πράκτορα στο Κάιρο A. Σαχτούρn, τον οποίο η κυβέρνηση προόριζε για ύπατο αρμοστή της Ελλάδας στη Θράκη ( Δυτική και Ανατολική) με έδρα την Αδριανούπολη. Εγινε δεκτός από τον πρωθυπουργό με τον oπoίo είχε μακρά συνομιλία προκειμένου να λάβει οδnγίες για τηv αποστολή του.
Στηv εθνική χαρά μετείχε και η "Πατρίς" (του Δημ. Λαμπράκη) με πρωτοσέλιδο κύριο άρθρο (15/5), που έφερε τον τίτλο "ΕΛΛΑΣ ασπάσου τα μέτωπα των πιστώv σου τέκνων". Στην τέταρτη σελίδα καταxώριζε ασχολίαστα τα τηλεγραφήματα: "Κατελήφθησαν η Γκιουμουλτζίνα και το Δεδέαγατς".
Η εφημερίδα "Αθήναι" ( του Γεωργίου Πωπ) στις 15 Μαϊου, παρατηρούσε ότι "τα xωρία εξ ων διέρχονται τα στρατεύματά μας, πανηγυρίζουν εν εξάλλω ενθουσιασμώ τηv απελευθέρωσίν τους. Οι κάτοικοι εξέρχονται εις προϋπάντησίν των κρατούντες ελληνικάς σημαίας», ενώ το «Εθνος» (του Σπ. Nικολόπουλου) στις 14 Μαϊου, "επί του πιεστηρίου", πληροφορούσε: "Χαράς ευαγγέλια. Η Γκιουμουλτζίνα και το Δεδέαγατς κατελήφθησαν" και το «Eμπρός» (του Δημ. Καλαποθάκη) σημείωνε: «Τε ώρα.. Η κατάληψις της Δυτ. Θράκης. Απερίγραπτος ενθουσιασμός Ελλήνων και Τούρκων». Προσέθετε δε την είδηση ότι ο Τούρκος δήμαρχος του Δεδέαγατς παρουσιάστηκε στον Χαρ. ΒαμΒακά και τον συνεχάρη για την κατάληψη της πόλης από τον ελλnvικό στρατό.
Η εφημερίδα «Νέα Αστραπή» (lδρυτής Κ. Γιολδάσης, διευθυντής Α. Σπαντής) αφιέρωνε τα άρθρα και τα σxόλια στη «Βενιζελοτυραvvία», οπότε η ενσωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα αντιμετωπιζόταν ως τυπικό γεγονός επικαιρότητας και καταλάμβανε χώρο μονόστηλου, όπου δημοσιευόταν μόνο το επίσημο ανακοινωθέν.
Η εφnμερίδα όμως στις στήλες της oπoίας μπορεί κανείς να συναντήσει εντονότερο το βιωματικό στοιχείο και να αφουγκραστεί τους παλμoύς της εποχής εκείvnς είναι n «Μακεδονία» Θεσσαλovίκης (lδρυ τής-διευθυντής Κωνσταντίνος Bελλίδnς). Με απεσταλμένο στο πεδίo της πρoελάσεως τοv αρχισυντάκτη της Πέτρο Λεβαντή, ήταν πλήρως ενήμερη για τις εξελίξεις, τις οποίες με άρθρα και σχόλια ανέλυε αναδεικνύοντας όχι μόνο την αμερόληπτη και αντικειμενική θεώρηση των γεγονότων, αλλά και την εθνική έξαρση που επικρατούσε στις λαϊκές συνειδήσεις. Απομακρυσμένη από το επίκεντρο των πολι τικών συγκρούσεων έδινε πληθώρα ειδήσεων, ασκούσε εποικοδομητική κριτική και ζητούσε, παρά την ασκουμένη λογoκρισία, φρόνιμη και συνετή διαχείριση των κατακτωμένων εδαφών. «Η Δ. Θράκη είναι σήμερον Ελλάδα και πρέπει να εξαλειφθή απ' εκεί κάθε ίχνος Βουλγαροκρατίας» επεσήμαινε η εφnμερίδα, απαιτώντας την κατάργηση των διατάξεων του Βουλγαρικoύ δασμολογίoυ, ενώ επαινoύσε το ζήλο των σταλέντων εκεί ταχυδρομικών και τηλεγραφικών υπαλλήλων, που υπερβαίνοντας τους εαυτούς τoυς ανταποκρίνονταν στις απαιτήσεις του λαού.
Την Παρασκευή 15 Μαίου 1920 αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τηv πρώτη σελίδα της στην κατάληψη της Θράκης, με λεπτομερή πανηγυρική ανταπόκριση και πάλλουσα από εθνική συγκίvnσn περιγραφή την είσοδο των ελληνικών στρατευμάτων στην Γκιουμουλτζίνa, και τηv αποθεωτική υποδοχή. «Η δύναμις της Ελλάδος. Η επηβλητική είσοδος του στρατού εις την Γκιουμουλτζίναν... Aμέσως σημαιοστολίσθησαν τα δημόσια καταστήματα, ως και πλείστα ιδιωτικά, οι κώδωνες των εκκλησιών ήχουν επί ημίωρον χαρμοσύνως. Η ανακούφισις υπήρξε μεγάλη, τόσον εκ της ενάρξεως της προελάσεως, όσον και διότι ουδέν εμπόδιον παρενεβλήθη εις τον στρατόν μας, κατά την απόδοσιν της ελληνικής ελευθερίας εις σπουδαία κέντρα της μέχρι xθες σκλάβας Θράκης». Επί ημέρες η "Mακεδονία" διατήρησε πρωτοσέλιδο θέμα την εν σωμάτωση της Θράκης στην Ελλάδα.
Όμοίως και δυο άλλες εφημερίδες της Θεσσαλονίκης ενημέρωναν με εγκυρότητα και αξιοπστία,μεταδίδοντας στους ανα γνώστες τους τον ενθoυσιασμό των επιτυ ιών: το "Φως" και η "Νέα Αλήθεια". Το "Φως", στις 13/5, δημοσίευε ανταπόκριση του απεσταλμένου του, σύμφωνα με την oπoια «παράτας πρoσπαθείας των Βουλγάρων η Γκιουμουλτζίνα εί ναι ελληνική όσον και αι Αθήναι. Παντού η ελληνική γλώσσα, παντού Ελληνες, παντού αι ελληνικαί σημαίαι».

Η «Νέα Αλήθεια», σε δεύτερη έκδοση της 17ης Μαϊου, υπό τον τίτλο «Η απελευθέρωσις της Θράκης υπό του στρατού μας», σημείωνε ότι «η χθεσινή ημέρα, η ιστορική 14η Μαίου, υπήρξε διά την ελληνικήν μας Θράκην, την ωραίαν δυστυχή, την σκλάβαν την πεντάρομφη πέντε ετών δουλείας, πένθους, δακρύων, συρφορών και διωγμών, ημέρα Αναστάσεως, απολυτρώσεως αρχή...». Παρά τηv ισχύουσα προληπτική λογοκρισία του Τύπου (η εφημερίδα της Θεσσαλοvίκης «Φως» διώχθηκε ποινικά για ορισμένα σχόλια «επί της στάσεως της μεγάλης Συμμάχου ημών Γαλλίας») οι εφημερίδες της εποχής εκείνης πληροφορούσαν με επάρκεια την ελληνική κοινή γvώμη. Ισως ορισμένες, όπως παραπάνω σημειώθηκε, δεν απέδωσαν τον επίβαλλόμενο πανηγυρικό χαρακτήρα στις ανακοινώσεις τόσο σημαντικών για την υπόσταση της Ελλάδας γεγονότων.

Aτυχώς οι διχαστικές νooτρoπίες, που είχαν καλλιεργηθεί στις συνειδήσεις των πολιτών δεν επέτρεπαν και στο σύνολο του Τύπου να υπερβεί τις διαχωριστικές γραμμές και να καταγράψει με μεγαλοψυχία τα γεγονότα, αποδίδοντας τον απαιτούμενο θριαμβευτικό τόνο. Για μια ακόμη φορά η πληροφόρηση ήταν επαρκής, αλλά n αλήθεια ελλιπής.

doctor


Y.Γ. Η παραπάνω εμβριθής μελέτη του κ. Κεκριδή έχει ληφθεί από τα "Ιστορικά" της Ελευθεροτυπίας και υπάρχει στις βάσεις δεδομένων του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου. Επειδή αυτή τη στιγμή το site του ΔΠΘ δεν ανοίγει θα παραθέσω το σχετικό link αργότερα.

___________________________
[1] Βλ. προηγούμενο θέμα: Οι νευροπαθείς ψευδοπατριώται: http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2009/01/blog-post_22.html
[2] Γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας προς τον Ι.Μεταξά (Σμύρνη, 19.12.21):«Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Έλληνες, εκτός ελαχίστων.Θα άξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψει όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ.Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις την Σμύρνην και τα μετώπισθεν, αλλοίμονον δε αν εν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού! [10].Στην ίδια επιστολή, γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας:«Πρέπει να γίνη κάτι το ταχύτερον δια ν’απαλλαχθώμεν του εφιάλτου της Μικράς Ασίας.Δεν γνωρίζω τι πρέπει να γίνη, πρέπει όμως να παύσωμεν μπλοφάροντες και ν’αντιμετωπίσωμεν την κατάστασιν οία πραγματικώς είναι.Διότι επιτέλους τι είναι καλύτερον;Να πέσωμεν εις την θάλασσαν ή να φύγωμεν προ του λουτρού;» [«Η κατάσταση του ελληνικού στρατού τον χειμώνα του 1921-1922. Επιστολή του πρίγκιπα Ανδρέα στον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη, 19/12/1921)», όπως παρατίθεται από τον Γ.Μαργαρίτη, καθηγητή νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ, «Η ιστορία των ελλήνων», ΔΟΜΗ, τ.12, σ.185].
Βλ.περισσότερα σε προηγούμενο θέμα:
http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2008/04/blog-post_2483.html
[3] update, 11.11.2009: H wikipedia αναφέρει εσφαλμένως ότι το ΣΕΚΕ συνοδοιπόρησε με την Ηνωμένη Αντιπολίτευση: http://sarantakos.wordpress.com/2009/10/29/ekloges1920/#more-1311
[4] Ο Συνταγματάρχης Σκυρός, στρατιωτικός διοικητής Φιλαδελφείας (Αλά Σεχίρ) τις ώρες της κατάρρευσης του μετώπου, λέει για την Μικρά Ασία ότι είναι «γάγγραινα» και «σεσηπώς μέλος» που πρέπει –διά της εκκένωσής της- να «αποκοπεί» από τον υγιή εθνικό κορμό (Στέφανος Σαράφης, Ιστορικές Αναμνήσεις, Επικαιρότητα, Αθήνα 1980 (α’έκ.1952), σ.207 και Βλάχος ο.π., σ.189).

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2009

Time out λόγω...έρευνας.

Ο ελεύθερος χρόνος αυτό τον καιρό είναι είδος προς εξαφάνιση. Συν τοις άλλοις, πηγαίνω στην βιβλιοθήκη της Βουλής όπου ψάχνω κάποια πολύ παλιά βιβλία σχετικά με την Ανατολική Θράκη και ειδικά για τα αρβανιτοχώρια της. Σκέφτομαι να τα συγκεντρώσω όλα σε μορφή ηλεκτρονικού βιβλίου (e-book).

Για τη βιβλιοθήκη της Βουλής πληροφορίες εδώ:
http://www.parliament.gr/ktirio/xwroi.asp
κι εδώ: http://voulibeu.parliament.gr/

Το καλό είναι ότι υπάρχει on line κατάλογος όλων των βιβλίων:
http://catalog.parliament.gr/cgi-bin/zap/zap/bsearch.zap?type=basic&lang=GR&restart=yes

Το ακόμη καλύτερο όμως συμβαίνει στην Εθνική Βιβλιοθήκη. Εκεί τρέχει ένα μεγάλο πρόγραμμα ψηφιοποίησης, το e-φημερίς το οποίο αποτελεί ένα μεγαλόπνοο project ψηφιοποίησης των συλλογών των εφημερίδων της Εθνικής Βιβλιοθήκης της Ελλάδος: http://www.nlg.gr/dlefimerides.htm#

Εδώ μπορείτε να κάνετε μια εικονική περιήγηση:
http://www.nlg.gr/digitalnewspapers/ns/main.html

Ειδικά για τα γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής που ψάχνω αυτή την εποχή, υπάρχει άφθονο υλικό.

Η δύναμη του διαδικτύου, η ταχύτατη διάχυση της πληροφορίας και αυτό που ονομάζουμε γενικά e-government , έρχεται σιγά σιγά και στην χώρα μας. Είναι κάτι πολύ καλό και το επόμενο βήμα είναι να ψηφιοποιηθούν πολύ παλιά συγγράματα ή έργα (όπως π.χ. το Σύνταγμα της Επιδαύρου ή οι πρωτότυπες συνθήκες π.χ. Σεβρών, Μουδανιών κ.λπ.).

Όσο για την Θράκη, το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο έχει κάνει εξαιρετική δουλειά και παρέχει ολόκληρα βιβλία σε μορφή pdf για όσους θέλουν να ερευνήσουν παλαιότερες εποχές:
http://alex.eled.duth.gr/

Είμαι σίγουρος ότι η κοινωνία του διαδικτύου αργά αλλά σταθερά θα καταφέρει να συντελέσει στον εξορθολογισμό της ιστορίας αυτού του τόπου μιας και η γνώση δεν θα έχει πια ως μόνη πηγή το σχολείο, τον στρατό, την οικογένεια ή το πανεπιστήμιο.
Την καθαρή γνώση, την αντικειμενική πραγματικότητα και την γυμνή αλήθεια την φοβούνται μόνο οι δογματίζοντες, οι φανατικοί, οι πωρωμένοι.
Σύντομα όμως όλοι αυτοί θα ξεπεραστούν από τις εξελίξεις.

doctor

Υ.Γ. Ζητώ ταπεινά συγνώμη που δεν έχω χρόνο να επισκέπτομαι τα blogs σας και να απαντώ σε όλα τα σχόλιά σας.

Παρασκευή, 13 Μαρτίου 2009

Διάλλειμμα για ταξίδι

Τη Δευτέρα πάμε οικογενειακώς για μια εβδομάδα στο χωριό μου, το Τυχερό Έβρου.
Αυτή την εποχή δουλεύω πολλά ποστ ταυτόχρονα και έχω χαθεί.
Ελπίζω να τελειώσω κάποιο από αυτά στην ησυχία του χωριού μου.
Πάρτε μια ...γεύση από τα μέρη μου:


Ποταμός Έβρος. Απέναντι η Τουρκία.

Ποταμός Έβρος. Απέναντι και αριστερά η Τουρκία.

Σιδηροδρομική γραμμή (Πέπλος-Τυχερό).

Λίμνη Τυχερού.

Τυχερό.

Θα τα ξαναπούμε σύντομα!

doctor

Τρίτη, 3 Μαρτίου 2009

Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες



«Ποτέ Αλβανοί να μη πολεμήσετε κατά της Ελλάδος` αν θελήση ο Σουλτάνος, ας πολεμήση` αν έλθη στρατός ελληνικός εις τα μέρη μας, σεις να προσκυνήσετε και να μείνητε με τους Έλληνας. Αν σας δώση ο Σουλτάνος όπλα και πολεμοφόδια δια να πολεμήσετε κατά των Ελλήνων, να μη το δεχθήτε, διότι θα πάθητε ό,τι έπαθαν οι Βόσνιοι με την Αυστρίαν. Θα σκοτωθήτε, θα σκλαβωθούν τα γυναικόπαιδά σας, και θα δημευθή η περιουσία σας. Οι Έλληνες έχουν καλούς νόμους και να μείνητε με αυτούς. Ελπίζω δε να ζήσετε (…) Την ευχήν μου να έχητε όλοι να μη πολεμήσετε κατά των Ελλήνων» [1].

Το παραπάνω απόσπασμα βρίσκεται στον επίλογο της διαθήκης του Αβδούλ Μπέη Σελίμη του Δελβίνου.
Ο αλβανικός εθνικισμός έφερε την προτελευταία εθνογένεση στα Βαλκάνια (με τελευταία αυτή των σλαβομακεδόνων) και όπως όλοι οι εθνικισμοί, στηρίχθηκε στην αρχαιότητα[2], θεωρώντας τους Αλβανούς ως απογόνους των Ιλλυριών. Μια ιστορική ανασκόπηση όμως των τελευταίων αιώνων έχει να δώσει πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα. Η υπό εξέταση εποχή εκτείνεται από την εποχή της Επανάστασης του 1821 μέχρι την ίδρυση του αλβανικού κράτους (1913). Ως αρχή βέβαια θα μπορούσαμε να πάρουμε και το σχέδιο του Θ.Κολοκοτρώνη το οποίο σκόπευε στην ίδρυση μετά την Επανάσταση δίγλωσσου (ελληνικά-αλβανικά) και δίθρησκου (χριστιανισμός-μωαμεθανισμός) κράτους με σημαία που θα είχε πάνω της τον σταυρό και την ημισέληνο[3].
Το 1822, η επαναστατική κυβέρνηση των Ελλήνων επεδίωξε συμφωνία «μετά των Αλβανών Χριστιανών και Τούρκων (δηλ.μουσουλμάνων)» μέσω των Σουλιωτών με απώτερο σκοπό την εισχώρηση του αλβανικού εδάφους στην Ελλάδα. Η υπ’αρ. 1387/12.5.1822 απόφαση της Προσωρινής Διοίκησης της Ελλάδος ξεκινά ως εξής: «Επειδή η Αλβανία είναι μέγα και ουσιώδες μέρος και η ένωσίς της με την Επικράτειαν της Ελλάδος ειμπορεί να φέρη τα πλέον καλά αποτελέσματα […]» [4].
Κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, περί τους 2.000 μωαμεθανοί Αλβανοί έλαβαν μέρος στο πλευρό των επαναστατών, με δικούς τους αρχηγούς. Συγκινητική είναι η αναφορά που υπέβαλε στο Βουλευτικόν, τον Οκτώβριο του 1827, ένας από αυτούς, ο Μουσταφάς Γκέκας, ζητώντας ηθική και υλική ενίσχυση, για να μπορέσει να συνεχίσει τις υπηρεσίες του στον Αγώνα:

Προς την Σ.Βουλήν,
«Η τυραννία και το απάνθρωπον των ομοθρήσκων μου Μουσουλμάνων, και τα μεγάλα δίκαια του δεινοπαθούντος Ελληνικού λαού, όστις βεβαρυμένος από την πολυχρόνιον δουλείαν απεφάσισε το 1821 έτος το χριστιανικόν, να αποτινάξη τον ζυγόν, επειδή με εκίνησαν εις οίκτον και συμπάθειαν, απεφάσισα και εγώ να συναποθάνω με τους Έλληνας.
[…] Εν ενί λόγω, εδούλευσα την Ελλάδα και δουλεύω απ’αρχής του αγώνος της, συνευρισκόμενος και συναγωνιζόμενος με τους επισήμους της στρατηγούς. Καθ’όλας δε τας μάχας, εις ας συμπαρευρέθην, δις επληγώθην, των οποίων η επικινδυνοτέρα εστάθη, η συμβάσα μοι εις Πειραιά πληγή. Εις όλον δε το διάστημα δεν έλαβον από το ελληνικόν έθνος οβολόν διά μισθόν, εκτός των πεντακοσίων γροσίων δοθέντων μοι προλαβόντως χάριν περιθάλψεως παρά της Σ.Κυβέρνήσεως. Και εξώδευσα όλως εξ οικείων μου γρόσια ένδεκα χιλιάδας, από τα οποία μου ευρέθησαν βενέτικα φυλαγμένα από τον καιρόν της Τουρκίας εις το κεμέρι μου. […] αι εκδουλεύσεις μου είναι αποδεδειγμέναι και αναντίρρητοι, να μοι δοθώσιν ενδεικτικά έγγραφα, ότι εδούλευσα την Ελλάδα πιστώς και ως θετός της υιός[…]
Τη 5 Οκτωβρίου 1827,εν Αιγίνη
Ο φιλέλλην
Μουσταφάς Γκέκας
[5].

Η συνέχεια που είχε η αναφορά αυτή απέδειξε ότι πραγματικά οι υπηρεσίες του Μουσταφά Γκέκα στον επαναστατικό αγώνα και η εκτίμηση που του ανήκε γι’αυτές ήταν όπως τις περιγράφει, διότι έγινε δεκτή η εξοικονόμηση που ζητούσε και διορίσθηκε αξιωματικός στον τακτικό στρατό [6].
Την άνοιξη του 1829, 56 αγάδες της νότιας Αλβανίας έρχονται σε συνεννόηση μεταξύ τους και συμφωνούν, με όρκους, να σηκώσουν την Ελληνική σημαία και να αρχίσουν την επανάσταση στην Χιμάρα, δίνοντας πρώτοι το παράδειγμα ενός ξεσηκωμού για την απελευθέρωση της Ηπείρου και της Αλβανίας και την ένωσή της με το Ελληνικό κράτος. Προηγουμένως όμως, ήταν ανάγκη να εξασφαλίσουν οι μεν μωαμεθανοί από την Ελληνική κυβέρνηση την υπόσχεση, ότι θα ήταν σεβαστή η θρησκεία τους και τα έθιμα της τάξεώς τους μέσα στην Ελληνική επικράτεια, όλοι δε μαζί να εξασφαλίσουν από μέρους της και την οικονομική ενίσχυση της επαναστάσεως.
Εμπιστεύτηκαν λοιπόν το σχέδιό τους στον πατέρα του στρατηγού Σπυρομίλιου, εκείνος δε έγραψε στον γιό του για να ανακοινώσει το πράγμα στην Ελληνική κυβέρνηση και να προκαλέσει γραπτή απάντηση του Καποδίστρια για το όλο ζήτημα της επαναστάσεως των Τόσκηδων [7] και για τους όρους υπό τους οποίους το έθεταν [8].
Στην αναφορά του Σπυρομίλιου προς τον Δημ.Υψηλάντη, διαβάζουμε ότι οι 56 αγάδες της Λιαπουριάς συνενώθηκαν και κοινοποίησαν ότι :
«[…] α’) […] είναι έτοιμοι να στήσουν την Ελλ.σημαίαν εις τας επαρχίας με 4.000 στράτευμα. […] γ)να καθυποτάξουν εις το Ελλην.Κράτος όλην την επαρχίαν της Αυλώνος και αυτοί να διοικούνται με τους Ελληνικούς νόμους» [9].
Η κίνηση αυτή των Τόσκηδων έγινε δεκτή με ικανοποίηση από την Ελληνική Κυβέρνηση, όμως η οικονομική ενίσχυσή τους ήταν αδύνατη για την εποχή εκείνη. Για να καταλάβει κανείς πόσο ήταν αδύνατο στο νεαρό και πάμπτωχο Ελληνικό κράτος να αναλάβει την ενίσχυση της επανάστασης των μωαμεθανών Τόσκηδων της Λιαπουριάς, είναι αρκετά τα λόγια που έγραφε τότε ακριβώς ο Καποδίστριας στον Εϋνάρδο: «[…] Ταύτην την στιγμήν όπου σου γράφω δεν έχω ουδέ οβολόν εις το ταμείον»[10].
Στις αρχές Ιουνίου 1847 αρχίζει ο Ζενέλ μπεης Γκιών Λέκας ή Γκιο(υ)λέκας την επανάσταση στο Κουρβελέσι,στην περιοχή δηλαδή που μεσολαβεί μεταξύ Δελβίνου και Αυλώνος, με 200 μωαμεθανούς Λιάπηδες [11] και 100 έλληνες.
Η επανάσταση γενικεύεται και ο Ράπο Χαϊκκάλης με 1.000 μωαμεθανούς κυριεύει το Μπεράτι. Επίσης ξεσηκώνονται κατά της τουρκικής εξουσίας οι περιοχές Μουζακιάς, Αυλώνος, Τεπελενιού, Αργυροκάστρου, Πρεμετής, Φιλιατών, Παραμυθιάς και Μαργαριτιού, από τον ποταμό Γενούσο ως τον Αχέροντα.
Ο σουλτάνος μαθαίνοντας ότι οι Τόσκηδες σήκωσαν επανάσταση στην Ήπειρο, δίνει εντολή να ετοιμαστεί εκστρατεία για να τους υποτάξει τελειωτικά. Ο Γκιολέκας όμως αντιμετώπισε τους τούρκους με επιτυχία και στις 15 Αυγούστου 1847 μαζεύονται στο Κουρβελέσι όλοι οι μπέηδες και αγάδες Τόσκηδες, οπλαρχηγοί και εκπρόσωποι των επαναστατημένων περιοχών -υπολογίζονται σε 140.000 οι κάτοικοι των περιοχών που εκπροσωπούνται[12]-και γράφουν μια αναφορά προς τον Όθωνα, την Κυβέρνησή του και την Βουλή των Ελλήνων, με την οποία ικετεύουν τις ανώτατες πολιτειακές αρχές του ελευθέρου κράτους να τους δεχθούν ως υπηκόους –στην περίπτωση που η επανάσταση θα είχε ως αποτέλεσμα την προσάρτηση της χώρας στο Βασίλειο της Ελλάδος- με ειδικές συμφωνίες, που θα απέβλεπαν, φυσικά, στην προστασία του θρησκεύματός τους [13].
Αργότερα, υπό την επίδραση της βουλγαρικής πρόκλησης, οι απόψεις περί συγγένειας των Αλβανών με τους Έλληνες ενισχύθηκαν περαιτέρω. Σε φυλλάδιο του 1879 με τίτλο «Οι Αλβανοί και το μέλλον αυτών εν τω Ελληνισμώ μετά παραρτημάτων περί των Ελληνοβλάχων και των Βουλγάρων», διατυπώθηκε η θέση ότι «οι Αλβανοί εισίν Πελασγοί, και κατά συνέπειαν Έλληνες, ουχί δε Σλάβοι» [14].
Κρατική επιτροπή για την έγκριση βιβλίων ιστορίας και γεωγραφίας για τα δημοτικά σχολεία αποφάνθηκε το 1901, με αφορμή κρίση σχετικού βιβλίου στο οποίο αναφερόταν ότι «Οι Αλβανοί συγγενεύουσι πολύ με τους Έλληνας», ως εξής: «Είναι ανεπαρκή ταύτα και διά τας εθνικάς βλέψεις και διά την ιστορικήν ακρίβειαν. Έπρεπε να λεχθή ότι έχουσι την αυτήν καταγωγήν με τους Έλληνας (Πελασγοί), ότι ομιλούσι γλώσσαν συγγενή προς την γλώσσαν τούτων και ότι έλαβον μέρος εις πάντας τους υπέρ Εθνικής αποκαταστάσεως αγώνας της κοινής πατρίδας».
Αλλού η επιτροπή σχολίασε ως εξής την άποψη του ίδιου βιβλίου ότι η τότε Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούνταν από διάφορα έθνη, μεταξύ των οποίων ήταν και «το Ελληνικόν έθνος, το Αλβανικόν κτλ.: «Οι Αλβανοί είναι συγγενείς και της αυτής εθνικότητος με τους Έλληνας». Επιτίμησε δε τον συγγραφέα επειδή ανέφερε πως «εκ των κατοίκων της Ελλάδος διακόσιαι χιλιάδες είναι Αλβανικής καταγωγής» ως εξής: «Οι εν Ελλάδι Αλβανοί ουδαμώς πρέπει να διακρίνωνται των Ελλήνων».
Σε φυλλάδιο, τέλος, του 1907 αναφέρεται ότι οι Αλβανοί «ην λαός αναντιρρήτως ομογενής, εκ της αυτής προελθών εθνολογικής ρίζης, των παναρχαίων Πελασγών», και ότι «επινεύσει της Θείας Προνοίας εκ της εθνολογικής ταύτης των Ελλήνων και των Αλβανών συγκράσεως προήλθεν η Νεωτέρα Ελληνική γενεά» [15].
Πλέον είχε καθιερωθεί η «καταγωγή» ως κριτήριο εθνικής ταυτότητας. Η γλώσσα, το θρήσκευμα, τα ήθη και τα έθιμα ήταν όλα στοιχεία της ταυτότητας απαραίτητα, αλλά όχι απολύτως αναγκαία-αναγκαία ήταν η καταγωγή. Αναγκαίο και αναντίρρητο στοιχείο ήταν και το φρόνημα, η συνείδηση[16].
Τη μεγάλη αυτή αντίφαση του ανακαινιζόμενου ελληνικού έθνους, δηλαδή την άρνηση να δεχτεί τη γλώσσα ως κριτήριο για τον καθορισμό της «επικράτειας» του έθνους και την ταυτόχρονη και εντυπωσιακή επιχείρηση για την προαγωγή της ελληνομάθειας στην εκ των προτέρων καθορισμένη «επικράτεια», φανέρωσε το ακόλουθο και ελάχιστα πλέον γνωστό επεισόδιο: τον Αύγουστο του 1913, η Πρεσβευτική Διάσκεψη του Λονδίνου αποφάσισε, προκειμένου για τη χάραξη των ελληνο-αλβανικών συνόρων, να γίνει η οριοθέτηση με εθνογραφικά και γεωγραφικά κριτήρια, ως εθνογραφικό κριτήριο δε έκρινε πως έπρεπε να θεωρηθεί η μητρική γλώσσα των κατοίκων.
Η αρμόδια επιτροπή έπρεπε να αγνοήσει δημοψηφίσματα ή άλλες πολιτικές εκδηλώσεις.
Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, και ενώ η επιτροπή περιόδευε στην Ήπειρο για να χαράξει τα ελληνο-αλβανικά σύνορα με κριτήριο τη μητρική γλώσσα των κατοίκων, όπως είχε εντολή, η ελληνική κυβέρνηση απευθύνθηκε στις μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης και υποστήριξε πως η γλώσσα δεν είναι αξιόπιστο στοιχείο εθνικής ταυτότητας , και πως, αντί της γλώσσας, έπρεπε να θεωρηθεί η εθνική συνείδηση των κατοίκων.
Η ελληνική πρόταση απορρίφθηκε βέβαια, αλλά η κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή εξέπληξε όλους τους εμπλεκόμενους στο ζήτημα: τα μέλη της διεθνούς επιτροπής που επισκέφθηκαν πλήθος χωριών της περιοχής αντιλήφθηκαν πως τα γηραιότερα μέλη των οικογενειών ομιλούσαν την αλβανική, ενώ τα νεώτερα την ελληνική, παρ’ότι η μητρική γλώσσα όλων ήταν η αλβανική.
Η λειτουργία των ελληνικών σχολείων είχε προφανώς συμβάλει στην «ανάκτηση» εδαφών της «επικράτειας» του ελληνικού έθνους που είχαν αλλοφωνήσει στο παρελθόν [17].





Με βάση τα προεκτεθέντα ιστορικά στιγμιότυπα βλέπουμε ότι οι εκάστοτε αυτοπροσδιοριστικές τάσεις υπόκεινται στην ροή του χρόνου, στην αναπόφευκτη μεταβολή και στον αναπροσδιορισμό και αποτελεί παραβίαση «ανοιχτής θύρας» η αυταπόδεικτη αναίρεση του δόγματος περί της «αναλλοιώτου εθνικής ουσίας» καθώς και της στείρας αντίληψης ότι εδώ και χιλιάδες χρόνια η ίδια κοινωνία, σε πλήρη αντίθεση με το παγκόσμιο κοινωνικό γίγνεσθαι, αυτοπροσδιορίζεται με τους όρους της νεωτερικότητας, ως συνειδητοποιημένο έθνος.
Έτσι, για τον Σαράντο Καργάκο (που ανήκει στους εθνοκεντρικούς ιστοριοδίφες) οι Αρβανίτες είναι Αλβανοί που εμπλούτισαν την ελληνική φυλή [18] (δηλαδή εξελληνισθέντες Αλβανοί).
Ο δε κ.Βερέμης (που θεωρείται φιλελεύθερος καθηγητής πολιτικής ιστορίας), ενώ σε όλο το βιβλίο του («Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια») αναλύει έξοχα το προφανές, ότι δηλαδή η γλώσσα από μόνη της δεν αποτελεί το απόλυτο εθνοπροσδιοριστικό στοιχείο, γράφει τους Αρβανίτες ως Αλβανούς (και όχι αλβανόφωνους) που κατοικούσαν στην κεντρική Ελλάδα [19].
Ο Παπαρηγόπουλος, ο οποίος τοποθέτησε την ελληνική γλώσσα στον πυρήνα της νεοελληνικής ταυτότητας, διατρέχοντας αναδρομικά την ιστορία , θεώρησε τους Σουλιώτες ένα κράμα ελλήνων και αλβανών (σήμερα έλληνες και αλβανοί ερίζουν περί της εθνικότητας των Σουλιωτών, μόνο που οι τελευταίοι ήταν μια ιδιάζουσα περίπτωση και κάθε συζήτηση περί εθνικότητος των Σουλιωτών είναι μάταιη ) [20].
Τέλος, ο Eric Hobsbawm, είναι ο μόνος που έχει το ελαφρυντικό ότι δεν έχει εντρυφήσει στην δαιδαλώδη και λαβυρινθώδη βαλκανική ιστορία και έτσι εθνικοποιεί τους Σουλιώτες και τους θεωρεί Αλβανούς που βοήθησαν τους Έλληνες στον αγώνα τους [21]. Εδώ ο Hobsbawm πέφτει θύμα της ίδιας του της συλλογιστικής που συνοψίζεται στο ότι δεν είναι δυνατόν η γλώσσα από μόνη της να προσδιορίζει εθνικά αυτόν που την ομιλεί (ακόμη κι έτσι όμως δεν στέκει διότι οι Σουλιώτες ήταν δίγλωσσοι).
Η αλβανική εθνογένεση άργησε να έρθει και ο αλβανικός εθνικισμός ήρθε περισσότερο ως αποτέλεσμα ξένων επιρροών και παραινέσεων (με κύριο εκφραστή τον ιταλικό ιμπεριαλισμό που ήθελε ένα προτεκτοράτο στα Βαλκάνια) παρά ως –με την χερντερική ρομαντική έννοια- εθναφυπνιστική διαδικασία.
Έτσι, η πίστη των σημερινών Αλβανών ότι αποτελούν απογόνους των Ιλλυριών ή των Πελασγών, είναι τόσο αυθαίρετη όσο αυτών που εθνικοποιούν αναδρομικά τους (αλβανόφωνους) Αρβανίτες, αποδίδοντάς τους εθνικότητα σε εποχές που οι ίδιοι δεν αυτοπροσδιορίζονταν (ούτε και ποτέ αυτοπροσδιορίστηκαν) ως εθνικά Αλβανοί [22].
Κλείνω με την παράθεση κάποιων χαρακτηριστικών αποσπασμάτων του γράμματος του Αλέξανδρου Πάλλη [23] που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Σκιπερία» το 1907, με παραλήπτη τον Αποστολόπουλο:


«[…] Είναι χρόνια τώρα που έχω την ιδέα –κι ένα ταξίδι που έκανα πέρσι ως τα Γιάννενα μου τη στερέωσε- πως οι Τούρκοι, οι Αρβανίτες κι οι Έλληνες είναι αδέρφια κι ένα έθνος. Ατυχίες ιστορικές μας χώρισαν μα είναι καιρός πια να το καταλάβουμε πως είμαστε ένα αίμα. Τα περασμένα ξεχασμένα. Αν δεν το καταλάβουμε, μας είναι γραμμένο κι οι τρεις μας εθνικώς να χαθούμε. Θα μας ρουφήξουν οι Σλάβοι και θα μας ρουφήξουνε γλήγορα.
[…] Τις ιδέες μου αυτές τις είπα και τις λέω όπου μπόρεσα κι όπου μπορώ. Είναι τώρα τρία τέσσερα χρόνια, έγραψα ένα γράμμα στον «Πύρρο» όπου πρότεινα ως πρώτη αρχή πως η αρβανίτικη πρέπει να κηρυχτεί ως άλλη εθνική μας γλώσσα στην Ελλάδα και πως του Διαδόχου τα παιδιά, τα μικρά βασιλόπουλά μας, πρέπει να μάθουν αρβανίτικα. Σε πολλούς φίλους είπα και πως το Δομπόλειο το κληροδότημα έπρεπε να χρησιμευτεί στο να γίνει Αρβανίτικο Πανεπιστήμιο ή στους Κορφούς ή όπου αλλού είναι καταλληλότερο κέντρο. Δυστυχώς στην Ελλάδα δεν έγινε τίποτα ως τώρα.
[…] Όσοι είμαστε Ρωμιοί, χρέος μας είναι με τα σκολιά μας, τα νοσοκομεία μας, τους προξένους μας, τους παπάδες μας, να βοηθήσουμε κάθε εθνική απαίτηση κι ανάγκη του Αρβανίτη. Α θέλει μάθημα στη γλώσσα του, μάθημα στη γλώσσα του πρέπει να του δώσουμε. Α θέλει εκκλησιές και παπάδες στη γλώσσα του, πρέπει να τόνε βοηθήσουμε ν’αποχτήσει. Ό,τι είναι δικό μας, ας είναι και δικό του.
[…] Εγώ είμαι Αρβανίτικης καταγωγής. ΠΑΛ φαίνεται θα πει κόπανος (δυστυχώς δεν ξέρω αρβανίτικα), είμαι ας πούμε Λέκας Κοπανάς. Όντας Αρβανίτης από αίμα μου, θεωρώ πως είμαι και Αρβανίτης και Ρωμιός και Τούρκος, το κακό καθενός τους κακό και δικό μου και το καλό καθενός τους και καλό δικό μου»
[24].

doctor
_________________________
[1] Δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην «Εφημερίδα» και το αναδημοσίευσε στο βιβλίο του, το 1879 ο Θ.Α. Πασχίδης με τίτλο: «Οι Αλβανοί και το μέλλον αυτών εν τω Ελληνισμώ μετά παραρτήματος περί των Ελληνοβλάχων και Βουλγάρων»,σ.8.
[2] «Οι Βαλκάνιοι Εθνικιστές […] προσπάθησαν να προικίσουν τα κράτη τους με μακρά ιστορία εθνικότητας και αισθητής εθνικής παρουσίας πριν από την επίτευξη κρατικής υπόστασης. Εξύμνησαν κατά κανόνα το μεσαιωνικό τους παρελθόν και επιδίωξαν να αποκαταστήσουν αδιάσπαστες συνέχειες εθνικής ύπαρξης από την πιο μακρινή αρχαιότητα» (Π.Μ.Κιτρομηλίδης, «Νοερές κοινότητες και οι απαρχές του εθνικού ζητήματος στα Βαλκάνια» , περιέχεται στο Εθνική Ταυτότητα και Εθνικισμός στη Νεότερη Ελλάδα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας,2003).

«Τα έθνη βασίζονται με τον δικό τους τρόπο στην μνήμη: την συντηρούν, την ανασκαλεύουν και, ενίοτε, την εφευρίσκουν. Πρόκειται ωστόσο για μνήμη αναγκαστικά επιλεκτική, μερική, δικανική, ιδεολογική –για μνήμη που δεν παρακινείται από ουδέτερες γνωστικές περιέργειες, αλλά από υποκειμενικές αντιλήψεις περί αναγκών, περί συμφερόντων (υλικών και ιδεατών), περί σκοπιμοτήτων. Τα έθνη «έχουν ανάγκη» ένα παρελθόν εθνικοποιημένο» (Π.Λέκκας, «το παιχνίδι με τον χρόνο, Εθνικισμός και νεωτερικότητα», Αθήνα 2001, σ.20).
[3]
«[…]Η σημαία μας, από το ένα μέρος το φεγγάρι και από το άλλο το Σταυρό[…]» (Θ.Κολοκοτρώνης, Απομνημονεύματα, σ.91). Το σχέδιο του Θ.Κολοκοτρώνη δεν πραγματοποιήθηκε διότι οι Άγγλοι κατέλαβαν την Ζάκυνθο, έδιωξαν τους Γάλλους, συνέλαβαν 400 έλληνες και άρχισαν να στρατολογούν άλλους για να υπηρετήσουν τον δικό τους τον στρατό. Ο Κολοκοτρώνης γράφει: «το σχέδιο εχάλασε με την παρρησία (εννοεί παρουσία) των Άγγλων» (Σ.Καργάκος, Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες, σσ.56-7).
Σχετικά με την ανεξαρτησία της Αλβανίας: «Στις 28.11.1913 η προσωρινή κυβέρνηση ανακήρυξε στον Αυλώνα την ανεξαρτησία. Διεθνής διάσκεψη, που έγινε στο Λονδίνο το Δεκέμβριο του 1912, αναγνώρισε (Ιούλιος 1913) την αλβανική ανεξαρτησία υπό την προστασία των ευρωπαϊκών δυνάμεων. Αργότερα ανακηρύχθηκε η ηγεμονία, που δόθηκε στον Γουλιέλμο του Βιντ (Απρίλιος 1914). Το εύθραυστο οικοδόμημα του Λονδίνου καταστράφηκε με την έκρηξη του Α’Παγκοσμίου Πολέμου. Με τη διακήρυξη του Αργυροκάστρου (1917), η Ιταλία φάνηκε να ενθαρρύνει τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους. Με τη συμφωνία των Τιράνων (Αύγουστος 1920), η Ρώμη αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Αλβανίας και απέσυρε τα στρατεύματά της από τον Αυλώνα, διατηρώντας το νησί Σάσων, και στις 17 Δεκεμβρίου 1920 η διάσκεψη των πρεσβευτών στο Παρίσι επικύρωσε και πάλι την ανεξαρτησία της χώρας» (Νέος Παγκόσμιος Άτλας,εκδ.Δομή, λήμμα «Αλβανία», σ.23).

[4]

Αριθ.1387.
Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος
Ο Πρόεδρος του Εκτελεστικού


«Επειδή η Αλβανία είναι μέγα και ουσιώδες μέρος και η ένωσίς της με την Επικράτειαν της Ελλάδος ειμπορεί να φέρη τα πλέον καλά αποτελέσματα.
Επειδή το Κοινόν του Σουλίου και διά την πλησιότητα και διά τας σχέσεις τας οποίας έχει μετά των Αλβανών, είναι το αρμοδιώτερον μέσον διά να συνδεθώσι συμφωνίαι μετά των Αλβανών.
Κατά την από ιβ’ Μαΐου υπ’αρ.107 έγγραφον συγκατάθεσιν του Βουλευτικού Σώματος.
Διέταξε και διατάσσει τα ακόλουθα:
α’) Το Κοινόν του Σουλίου έχει την άδειαν να πραγματευθή συμφωνίας, όσον είναι δυνατόν ωφελιμωτέρας, μετά των Αλβανών Χριστιανών τε και Τούρκων.
β’) Αι συμφωνίαι αύται δεν θέλουν διαλαμβάνει περισσότερα προνόμια, αλλ’όσα έχουν οι ίδιοι Σουλιώται.
γ’) Το Κοινόν του Σουλίου έχει την άδειαν να διορίση ένα ή και περισσοτέρους Επιτρόπους διά την πραγματείαν αυτών των συμφωνιών.
δ’) Ο Χιλίαρχος Γεώργιος Πλεισιοβίτσας έχει ομοίως την άδειαν με την γνώμην και την συγκατάθεσιν του Κοινού του Σουλίου να πραγματευθή με τους Τσάμηδες, Χριστιανούς και Τούρκους, κατά τας αυτάς συμφωνίας.
ε’) Ο Εκλαμπρότατος Χουσεΐν-Πασάς και ο Μούρτο Τσάλης, επειδή εφάνησαν αχώριστοι και πιστά ενωμένοι με τους Σουλιώτας, και επειδή έχουν το μέσον του να συντελέσουν εις τας συμφωνίας όπου θέλουν γενή με τους Τούρκους, έχουν την άδειαν να πραγματευθούν κατά τον αυτόν τρόπον με την γνώμην και την συγκατάθεσιν του Κοινού του Σουλίου.
ς’ ) Όλαι αι μετά των ανωτέρω ρηθέντων γενόμεναι συμφωνίαι θέλουν επικυρωθή από την Διοίκησιν.

Εν Κορίνθω τη ιβ’ Μαΐου, αωκβ’.
Α.Μαυροκορδάτος, Πρόεδρος Αθανάσιος Κανακάρης
Αναγνώστης Παπαγιαννόπουλος Ιωάννης Λογοθέτης
Ο Αρχιγραμματεύς της Επικρατείας
Μινίστρος των Εξωτερικών Υποθέσεων
(Τ.Σ.) Θ.Νέγρης

Πηγή: Λαμπρυνίδης Μιχαήλ Γ., Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον. Ύδρα - Σπέτσαι, εν Αθήναις 1907, σ.85.
[5] Κ.Γ.Κωνσταντινίδου, Ανέκδοτος αναφορά Τούρκου φιλέλληνος, περιοδ. «Νέα Εστία», 15 Μαρτίου 1939, αριθ.294.
[6] Κ.Μπίρης, Αρβανίτες, οι Δωριείς του νεώτερου ελληνισμού, Ε’έκδοση (2005),σ.350.
[7] "Yπάρχει έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες από φυλετικής και πολιτισμικής άποψης, ενώ η τόσκικη και η γκέγκικη διάλεκτος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, έτσι ώστε οι Γκέγκηδες να θεωρούνται οι πραγματικοί απόγονοι των Ιλλυριών, ενώ οι Τόσκηδες να θεωρούνται απόγονοι εξαλβανισμένων ελληνικών φύλων της Ηπείρου, δηλαδή Ελλήνων οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την αλβανική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανίτικη διάλεκτο" (Πηγή:
Livepedia).
[8] Κ.Μπίρης, ό.π., σσ.355-6.
[9]Ολόκληρη η αναφορά του Σπυρομίλιου:


Εκλαμπρότατε στρατάρχα,

Ο πατήρ μου με γράφει από Χειμάρα κατά την κ’Απριλίου ότι πενηνταέξ αγάδες της Λιαπουριάς συνηνώθησαν σφικτά και ενόρκως αναμεταξύ των και τον εκοινοποίησαν τα ακόλουθα:
α’) Ότι είναι έτοιμοι να στήσουν την Ελλ.σημαίαν εις τας επαρχίας με 4.000 στράτευμα.
β’) Να παραδώσουν το φρούριον της Αυλώνος εις την Ελληνικήν Κυβέρνησιν.
γ’) Να καθυποτάξουν εις το Ελλ.Κράτος όλην την επαρχίαν της Αυλώνος και αυτοί να διοικούνται με τους Ελληνικούς νόμους, ζητούν δε,
α’) Θρησκευτικήν ελευθερίαν.
β’) Την διαφύλαξιν της τιμής των χαρεμίων των.
γ’) 200.000 γρ.ανά χείρας προς εξοικονόμησίν των.
Αν η Σεβαστή Κυβέρνησις εγκρίνη τας προτάσεις ταύτας των αγάδων, επιθυμούν να λάβωσιν έγγραφον επικύρωσιν από τον εξοχώτατον Κυβερνήτη και τότε δίδουν ενέχυρα τα τέκνα των και μερικούς από τους εγκρίτους αγάδες. Επειδή δε έχουν πίστην πολλήν εις εμένα ζητούν να πηγαίνω εκεί εφωδιασμένος με γράμματα της Κυβερνήσεως προς τον Ιλιάς αγάν Λέκα, Καδή-Λέκα και λοιπούς αγάδες. Ευρισκόμενος υπό την οδηγίαν σας, εκλαμπρότατε, κρίνω χρέος μου ν’αναφερθώ κατ’ευθείαν προς την εκλαμπρότητά σας, ώστε να διευθύνετε την αναφορά μου όπου ανήκει.
Δεν ηξεύρω αν η πολιτική συγχωρήσει εις την σεβαστήν Κυβέρνησιν να δεχθή τ’ανωτέρω. Δεν λανθάνει όμως εις την φρόνησίν σας, ποία και πόσα καλά μέλλουν να είναι τα επακόλουθα ενός τοιούτου αντιπερισπασμού μέσα εις το κέντρον της Αλβανίας και , μάλιστα, ενώ μετά την επανάστασιν αυτών των αγάδων, θα ευκολυνθή η Χειμάρα και όλα τα λοιπά χριστιανικά χωρία να δράξωσι τα όπλα.
Προσμένω την έγγραφον απόκρισηιν της υμετέρας υψηλότητος και μένω με όλον το σέβας.

Τη 2 Ιουνίου 1829, Τεκέ των Θηβών

Ο ευπειθής Αρχηγός της Φρουράς

Σ.Μήλιος

(Η σχετική αναφορά σώζεται στο αρχείο του Βλαχογιάννη. Ανακοίνωσις Αγγ.Ν.Παπακώστα, εφημ.Καθημερινή 26 Φεβρ.1947, όπως την παραθέτει ο Μπίρης, ό.π.σ.356).
[10] Κ.Μπίρης, ό.π. σσ.356-7.
[11] Οι Λιάπηδες είναι οι κάτοικοι της Λιαπουριάς (της ορεινής περιοχής που ορίζεται από τη Χιμάρα, τον Αυλώνα, το Αργυρόκαστρο και το Δέλβινο). Ζούσαν χωρισμένοι σε φάρες και τις μεταξύ τους διαφορές έλυναν σε συνάξεις που λέγονταν «πλεκεσίες» (από την αλβανική λέξη πλιάκ=γέρος), δηλαδή γερουσίες. Στις κοινωνικές τους συνήθειες ίσχυε ο νόμος της αυτοδικίας, η δε κλοπή, μια και ζούσαν σε χώρα ορεινή και φτωχή, δεν ήταν κάτι-τουλάχιστον παλιά- ατιμωτικό. Γι’αυτό και διακρίθηκαν στη ληστεία, ακόμη και στην πειρατεία (οι φοβεροί Δουκατίνοι πειρατές ήταν Λιάπηδες). Επειδή ήταν σκληραγωγημένοι, χρησιμοποιήθηκαν συχνά ως μισθοφόροι. Ο στρατός του Αλή Πασά, κατά το αλβανικό μέρος του, απαρτιζόταν από Λιάπηδες. Πολλοί Λιάπηδες διακρίθηκαν στον τουρκικό στρατό και στην τουρκική διοίκηση. Ο Αλή Πασάς και ο Μεγάλος Βεζύρης του σουλτάνου Χαμίτ Β’, ο περίφημος Φερήτ Πασάς Βλιώρας, ήταν Λιάπηδες (Σ.Καργάκος, Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες,σσ.283-5).
[12] «Ο αριθμός των σπιτιών των επαναστατημένων περιοχών, που παρέχει στο τέλος της η αναφορά, αν λογαριασθή προς έξι ως επτά άτομα κάθε σπίτι, σημαίνει πληθυσμόν περίπου 140.000 κατοίκων. Πρόκειται βέβαια μόνον περί των μωαμεθανών Τόσκηδων, γιατί αυτοί μόνον δεν είχαν την ελληνική εθνικότητα και ζητούσαν να τους αναγνωρισθή» (Κ.Μπίρης, ό.π.σ.363). Ο Μπίρης αποδίδει την ατυχή κατάληξη αυτής της ικεσίας των μωαμεθανών Τόσκηδων προς την ελληνική πολιτεία στον αιφνίδιο και αναπάντεχο θάνατο του πρωθυπουργού Ιωάννη Κωλέττη, στις 1.9.1847, ο οποίος και θα βοηθούσε σίγουρα-κατά τον Κ.Μπίρη- ως ηπειρώτης τους Τόσκηδες, βλ. Κ.Μπίρης, ό.π. σ.363).
[13] Το κείμενο έχει ως εξής:


Εκλαμπρότατοι Πρόεδροι και πρόκριτοι εις τας Αθήνας των χωμάτων Ελλάδος, ο του Μεγαλειοτάτου Όθων ο Βασιλεύς της Ελλάδος, αδελφικώς ασπαζόμεθα και σας ειδοποιούμεν.
Οι προφερόμενοι τον ασπασμόν φέρνομεν τον παράπονόν μας εδαφιαίως, επειδή και εμείναμεν παν πτωχός λαός οι κάτωθεν καζιάδες (σ.σ.επαρχίες) επικράτειαι στον ξυρόν και πετρώδην τόπον, χωρίς καμμίαν επιστήμην, αλλά οπλοφόροι, αφού η Κωνσταντινούπολι εξουσιάστη από τους προτετηρινούς Σουλτάνους έως σήμερον εφερθήκαμεν υποταγμένοι εις τας προσταγάς το αφεντοτόπων Βεζιράδων, Πασάδων, Καϊμεκάμιδων έως Μουσελιμάδων. 33 Σουλτάνους σχεδόν 400 χρόνους εχήσαμεν το αίμα μας εις κάθε αιχμαλωσίαν, όπου τους είχον σταθεί, όμως όποιος δεν αγαπάγει Βασιλεία, αλλ’ούτε θέοτι αγαπάγει’ τα προτετηρινά ουσούλια (σ.σ. συστήματα διοικήσεως) μας έλειψαν και μας έβαλαν νέα όπου δεν υποφέρονται στους τόπους μας’ μας έβαλαν δωδεκάδα εις κάθε καζάν μας και έκριναν χατηρικώς και αδίκως όιχι διά ριζιάν (σ.σ. επιθυμία) Θεού και του προφύτου μας αλλά ζιώρλεν (σ.σ. με το ζόρι) και δυναστικώς ως εντόπιοι και όχι να κρένουν ως όλοι οι Βασιλείς του Ευρώπ. Δια τούτο εγείναμεν αποστάται εις τον Βασιλέα μας όπου τον είχαμεν Βεκύλην (σ.σ. επίτροπο) και Πατέραν των όλων ημάς Μουσουλμάνων και επαραπονεύθημεν τόσες και τόσες φοραίς με αμάν και με δάκρυά μας και δεν μας έδειναν διάστημα, αλλ’ούτε χαρτσουάλι ήγουν αναφοράν, μην ευσπαχνίζωνταν η Βασιλεία διά εμάς τους φακήρ φουκαράδες (σ.σ. η φτωχολογιά), διά τούτο στέλνομεν τον επίτηδες άνθρωπόν μας να μιλήση δια ζώσης φωνής με την εκλαμπρότητάς σας τα δέοντα, αν η Μεγαλειότης της Βασιλείας μας καμπολιέβη ήγον μας δέχεται να γινώμεθα σιούδιτοι (σ.σ.Υπήκοοι) οι κάτωθεν 5 Καζάϊδες με καπιτουλατσιόνη Νόμους (σ.σ.Capitulations, διομολογήσεις), όπου να μας δώση και να του δόσωμεν διά ησυχίαν μας’ διά ριζάν Θεού να σας κακοφανή και διά εμάς ως πλάσι Θεού όπου εγεννήθημεν γυμνοί και θα πεθάνωμεν. Εκ μέρους μεγαλοδυνάμου και αν ελπίδα σωτηρία δεν είναι διά εμάς ας πεθάνωμεν και από σπαθί ανθρώπων’ αν ήπεν ο Θεός, έτσι ας γίνη’ ικητευόμεθα οι κάτωθεν καζάϊδες Αυλώνος, Δέλβινο, Μεναχιέ, Κουρβελιέσσι, Μαλακάστρα, η άνω και η κάτω του Μπερατιού και Τεπελένι και Ντιονίστα όλα 5 καζάϊδες πρακαλούμεν να ευσπλαχνισθή η Βασιλεία σας όχι και δεν μας αγαπάγει έχε ειπεί ο Θεός να αποθάνωμεν’ δεν πλέον αγαπάμαι να ζήσωμεν απάνω εις την γην, και αν η Βασιλεία μας αγαπάγει μας ειδοποιήται να κάμωμεν και άλλες επικράτειες με την ευχαρίστησίν μας και εγγύισιν διά εμπιστοσύνην με όπως η Βασιλεία αγαπάγει.
Ο επιφερόμενος σας λέγη διά ζώσης και να μας απολογηθεήτε ταύτα και του Θεού να γείνη. Οι αγαπητοί σας Πρόεδροι σαϊμπίδες (σ.σ. γαιοκτήμονες) των 5 καζάδων επιφαινόμενοι με τα σφραγιστήρια όλα.
Έχομεν και τα έγγραφα του πρώην Μερχούμ Σανδραζεμέτα (σ.σ. του πρώην βεζύρη Ατά) προς εμάς και ποίος μας κρένη, αλλά εν ημέρα κρίσεως να απολογηθώμεν. Όχι άλλο.
(ακολουθούν 47 σφραγίδες μπέηδων και αγάδων)
Ιδού όπου τα ανωτέρω σφραγιστήρια ως σαϊμπίδες του τόπου μας να τα παρατηρήσετε καλώς και να σας αποκριθώμεν με εγγύϊσιν διά σιγουριτά σας και διά ασφάλειαν.


1847, τη 15 Αυγούστου.- Καζάϊ Κουβρελιέσι.

(Εφημ. «Αιών» 14 Ιουλίου 1880, όπως παρατίθεται από τον Κ.Μπίρη, ό.π. σσ.361-2).

[14] Θ.Α.Πασχίδης, ό.π. σ.14. Βλ.επίσης Αντ.Γεωργίου, Πολιτικόν κάτοπτρον των πολιτικών της Ελλάδος κατά τον εν έτει 1877 ρωσσοτουρκικόν πόλεμον. Οι ελεύθεροι και μη Έλληνες, οι εθνικώς συγγενείς αυτών Αλβανοί μωαμεθανοί και καθολικοί Μιρδίται εξεταζόμενοι υπό εθνικήν συγγενικήν έποψιν και υπό την έποψιν της ελληνικής επαναστάσεως του 1821, και επίκλησιν των πρώτων προς τους δευτέρους εις κοινήν σύμπραξιν προς απόσεισιν του κοινού μετ’αμφοτέρων ασιατικού ζυγού των Χαλντούπιδων, Αθήνα 1880.
[15] Χριστίνα Κουλούρη, Ιστορία και γεωγραφία στα ελληνικά σχολεία (1834-1914), Αθήνα 1988, σ.463. Πρβλ. τη σφοδρή επίθεση εναντίον του «αλβανισμού» σε εγκύκλιο του μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως Ανθίμου, του 1879, με αφορμή προσπάθεια να εισαχθεί στα ελληνικά σχολεία της Βορείου Ηπείρου η διδασκαλία της αλβανικής, «αμορφώτου και ακατασκευάστου» γλώσσας (στο Βασίλειος Μπαράς, Το Δέλβινο της Βορείου Ηπείρου και οι γειτονικές περιοχές, σσ.339-40).
[16] Θ.Βερέμης-Γ.Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια, Αθήνα, 2006, β’έκδοση, σ.108. Βλ.επίσης: Ιωάννης Κολιόπουλος, Ιστορία της Ελλάδος από το 1800, τομ.Α’, σσ.73-4.
[17] Βερέμης-Κολιόπουλος, ό.π. σ.96. Για την επιτόπια έρευνα των μελών της διεθνούς επιτροπής βλ.Βασίλειος Κόντης, «Το Ηπειρώτικο ζήτημα και η διευθέτηση των συνόρων», στο «Η συνθήκη του Βουκουρεστίου και η Ελλάδα», Θεσσαλονίκη 1990, σσ.58-63,64.
[18] «Δεν πρέπει να μας ενοχλεί η ιδέα των επιμιξιών, διότι χάρη σε αυτές δημιουργείται το κράμα των ισχυρών λαών. Σημασία έχει η αφομοίωση των ξένων πληθυσμιακών στοιχείων, η δημιουργική ένταξη μέσα στον κύριο ελληνικό σώμα. Οι Αλβανοί, όπως έγραψε ο εθνικός μας ιστορικός Κων/νος Παπαρηγόπουλος, σε μια περίοδο κάμψης του ελληνικού κόσμου, εκράτυναν το μάχιμον της ελληνικής φυλής και της έδωσαν νέα αλκή» (Σ.Καργάκος, ό.π.σ.326).
[19] «Οι Αλβανοί, ακόμα και οι μουσουλμάνοι, πολύ δε περισσότερο οι χριστιανοί φυσικά, εξαιτίας της μακράς συμβίωσης με τους Έλληνες, δεν ήταν ακριβώς «ξένοι», ή όχι τόσο «ξένοι» όσο οι «άλλοι» Έλληνες των βορείων ιστορικών χωρών.Τα νησιά Άνδρος, Ύδρα, Σπέτσες και Πόρος, η Αργολίδα, η Κορινθία, η Αχαΐα, η Αρκαδία, η Μεγαρίδα, η Αττική, η Σαλαμίνα, η Βοιωτία, η Σπερχειάδα και η νότια Εύβοια ήταν τόποι όπου οι Αλβανοί κατοικούσαν σε πυκνές συστάδες χωριών και έκαναν την παρουσία τους αισθητή» (Βερέμης-Κολιόπουλος, ό.π. σ.107).
Το παραπάνω έρχεται σε καταφανή αντίθεση με το όλο πνεύμα του βιβλίου. Σε άλλο σημείο του βιβλίου αναφέρεται ότι «οι γλωσσικές κοινότητες […] δεν αποτελούσαν εθνικές κοινότητες με τη σημερινή σημασία του όρου. Δεν θα μπορούσαν επίσης να χαρακτηριστούν «εθνοτικές» κοινότητες, για τον λόγο ότι η χρήση αυτού του όρου θα περιέπλεκε, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, ένα ζήτημα που δεν επιδέχεται ερμηνείες άλλες από τη διαπίστωση την οποία επιτρέπουν οι μαρτυρίες της εποχής, δηλαδή την κατανομή των ομιλούμενων γλωσσών της περιοχής, πριν από τις αλλαγές που προκάλεσε η διείσδυση των εθνικών σχολείων των λαών που διεκδικούσαν τμήματά της. […] Με τους όρους λοιπόν «Έλληνες», «Αλβανοί», «Βούλγαροι» και «Βλάχοι», εννοούνται εδώ εκείνοι που είχαν ως μητρική τους γλώσσα την ελληνική, την αλβανική, τη βουλγαρική ή τη βλαχική, ασχέτως της πιθανής καταγωγής αυτών που ομιλούσαν τις εν λόγω γλώσσες» (σσ.74-5). Έτσι, οι Βερέμης-Κολιόπουλος χαρακτηρίζοντας τους Αρβανίτες ως Αλβανούς, δημιουργούν παρανοήσεις διότι ο όρος «Αλβανός» σήμερα σημαίνει τον Αλβανό στο έθνος. Νομίζω ότι ο όρος «αλβανόφωνος» θα ήταν πιο δόκιμος και δεν θα δημιουργούσε παρανοήσεις.
[20] «Ήσαν δε οι Σουλιώται κράμα Ελλήνων και εξελληνισθέντων Αλβανών. Η αλβανική εκράτυνε το μάχιμον της ελληνικής πνεύμα, η δε ελληνική ενεφύσησεν εις την αλβανικήν τα ευγενέστατα αισθήματα της φιλοπατρίας, της φιλομαθείας και της ευνομίας. Τα δύο κάλλιστα προϊόντα του συνδυασμού τούτου υπήρξαν οι Σουλιώται επί της Στερεάς, οι Υδραίοι και οι Σπετσιώται, κατά θάλασσαν» (Κ.Παπαρηγόπουλος, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ.5β’, σελ.146). Για τους Σουλιώτες γράφει ο Β.Ραφαηλίδης: «Το Σούλι σε όλη την ιστορία του λειτουργούσε σαν κράτος εν κράτει, που αρνιόταν να υποταχτεί στον οποιοδήποτε, Τούρκο,Έλληνα ή εκτός Σουλίου Αρβανίτη. Οι περήφανοι και ανυπόταχτοι Σουλιώτες ήταν τέτοιοι όχι γιατί ήταν Έλληνες ή Αρβανίτες, αλλά διότι ήταν Σουλιώτες, έτσι απλά και καθαρά» (Βασίλης Ραφαηλίδης, «Οι λαοί των Βαλκανίων», σ.232).
[21] «Ο ελβετικός εθνικισμός είναι, όπως γνωρίζουμε, πολυεθνικός. Σχετικά με αυτό το θέμα, αν υποθέταμε ότι οι Έλληνες κάτοικοι των ορεινών, οι κλέφτες, που ξεσηκώθηκαν εναντίον των Τούρκων τον καιρό του Μπάϋρον ήταν εθνικιστές, πράγμα το οποίο είναι ομολογουμένως απίθανο, δεν μπορούμε να μην παρατηρήσουμε ότι μερικοί από τους πιο αξιοθαύμαστους αγωνιστές τους δεν ήταν Έλληνες αλλά Αλβανοί (Σουλιώτες)» (Eric Hobsbawm, Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, Αθήνα, 1994, σ.95). Στην σελίδα 150 γράφει κάτι το οποίο έρχεται σε ευθεία αντίθεση με το προαναφερθέν απόσπασμα: «Πάντως, ακόμα κι αν περιοριστούμε στην Ευρώπη και τις γειτονικές της περιοχές, συναντούμε το 1914 πολλά κινήματα τα οποία μετά βίας υπήρχαν ή δεν υπήρχαν καθόλου το 1870: μεταξύ των Αρμενίων, των Γεωργιανών, των Λιθουανών και άλλων Βαλτικών λαών και Εβραίων (και με σιωνιστικές και με μη-σιωνιστικές απόψεις), μεταξύ των Μακεδόνων και των Αλβανών στα Βαλκάνια […]».
[22] Είναι αξιοσημείωτοι οι επαμφοτερισμοί της αλβανικής εθνικιστικής ιδεολογίας, όταν στα τέλη του 19ου αιώνα, του αιώνα των «γλωσσικών εθνικισμών», αναζητούσε ερείσματα από την μία γλωσσολογική θεωρία στην άλλη –άλλοτε υιοθετώντας την άποψη ότι τα αλβανικά είναι μια διάλεκτος της αρχαίας Ιλλυρικής κι άλλοτε ανακαλύπτοντας ακόμη αρχαιότερες Πελασγικές καταβολές στα γλωσσικά ιδιώματα των πληθυσμών που διεκδικούσε. Βλ.S.Skendi, The Albanian Awakening, σσ.114-5.

Η ιλλυρική θεωρία για την καταγωγή της αλβανικής γλώσσας στηριζόταν στις έρευνες του Αυστριακού γλωσσολόγου G.Meyer (1850-1900). Η μετέπειτα υιοθέτηση της (προγενέστερης γλωσσολογικά) Πελασγικής θεωρίας του A.Schleicher (1821-1868), που τοποθετούσε ακόμη μακρύτερα τις καταβολές των αλβανικών, άφηνε βεβαίως τους διεκδικούμενους πληθυσμούς έκθετους και σε ομόλογες αξιώσεις του ελληνικού εθνικισμού. Η έμφαση στη γλώσσα δεν είναι φυσικά άσχετη από την κυριαρχία του ρομαντισμού στον 19ο αιώνα, που οδήγησε σε αυτό που ο Arnold Toynbee αποκαλεί «δαίμονα του γλωσσικού εθνικισμού» (A.J.Toynbee, A study of History, τόμος VII, σσ.536-7).
[23] Αλέξανδρος Πάλλης,1851-1935. Ποιητής και λόγιος. Γεννήθηκε στον Πειραιά. Τελείωσε το γυμνάσιο στον Πειραιά και φοίτησε για ένα χρόνο στη Φιλοσοφική Σχολή του πανεπιστημίου Αθήνας. Σε ηλικία 18 χρονών εφυγε στην Αγγλία, όπου υπηρέτησε στον οίκο Ράλλη και στη συνέχεια για μερικά χρόνια στην Ινδία. Η κύρια διαμονή του όμως ήταν στο Λίβερπουλ της Αγγλίας. Ανέπτυξε σημαντική εμπορική και κοινωνική δράση, αλλά εκεί που υπερέχει σημαντικά είναι η φιλολογική - κριτική, μεταφραστική και πρωτότυπη δράση του. Το 1885 έκανε κριτική έκδοση της Αντιγόνης του Σοφοκλή. Υπήρξε υποστηρικτής της καθαρεύουσας. Από τη στιγμή όμως που εκδόθηκε το Ταξίδι του Ψυχάρη, τον κέρδισε η δημοτική, της οποίας αναδείχτηκε θερμός υποστηρικτής. Το 1889 εξέδωσε τα Τραγουδάκια για παιδιά που φέρουν και τον τίτλο Ταμπουράς και κόπανος. Το 1894 μετέφρασε τον Έμπορο της Βενετίας του Σαίξπηρ και το 1906 διασκεύασε τον Κύκλωπα του Ευριπίδη. Το 1910 μετέφρασε τα Ευαγγέλια, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση των εχθρών της δημοτικής γλώσσας. Μετέφρασε την Ιλιάδα, βραβεύτηκε από την Εταιρεία των Ελληνικών Σπουδών στο Παρίσι και γνώρισε μεγάλη κυκλοφορία. Δημοσίευσε πολλά άρθρα και μελέτες κυρίως στο περιοδικό Νουμάς καθώς και σε άλλα. Ο Σπύρος Μελάς τον αποκαλεί πρωτοπαλίκαρο του δημοτικού αγώνα (Πηγή: livepedia).
[24] Στο Γεράσιμος Κακλαμάνης, «Η Ελλάς ως κράτος δικαίου» , όπως παρατίθεται από τον Β.Ραφαηλίδη στο «οι λαοί των Βαλκανίων», σσ.233-4.