Κυριακή, 4 Μαρτίου 2007

Ανέκδοτο διήγημα
Απόσπασμα
Διπλός







Ήταν μια παλλόμενη, τεντωμένη χορδή. Άπαυο το στόμα του, έλεγε, έλεγε με τις ώρες.

Στα γύρω παγκάκια είχαν ακροβολιστεί γέροι.
Όρθιος εδώ κι εκεί, σε απόσταση ασφαλείας, κάνας αργόσχολος.
Ένας που πουλούσε λαχεία σε αναπηρικό καροτσάκι ρούφαγε άπληστα κάθε λέξη του. Έτρεμαν τα ρουθούνια του.
Όποιος άρχιζε να τον ακούει, με δυσκολία ξεκόλλαγε.
Σαν να 'ριχνε με τα λόγια του δίχτυα μαγγανείας.
Ο νέος άρχισε να δείχνει με χέρι και δάχτυλο τεντωμένα τους γέρους:


"Πόσα έξι χιλιάρικα, εσύ οχτώ, εσύ δέκα, εσύ δώδεκα;
Εντάξει τι θα κουβαλάω, θα σκάβω.
Δέκα χρόνια στην τράπεζα και μετά βόλτες στα ποταμάκια, στα χωριά.
Να ρουφάμε κάνα τσιγαράκι, καμιά μυτιά.
Δεν σ' αρέσει;
Δεν σ' αρέσει;
Κοίτα, δεν μιλάει.
Κάθεται έτσι και δεν μιλάει γαμώ τα κοτσύφια του.
Μίλα ρε πατέρα".

Όρθωσε έντονα το στήθος, το σώμα του έκανε επικίνδυνη καμπύλη.


"Και ο χρόνος περνάει, το ρολόι γράφει" συνέχισε.


"Πες τα χρυσόστομε" του πέταξε ένας γέρος.


Τον αγνόησε και συνέχισε:


"Γράφει το ρολόι αβέρτα.
Το καλοκαίρι ξεκουράζεται λίγο στα ποταμάκια".




Ξαφνικά έδειξε τον γέρο που μίλησε, άκρως φευγαλέα."Θες τίποτα φίλε;"
κι αμέσως έστρεψε σ' έναν άλλο.
"Θέλω, ναι" απάντησε μόνος του.
"Ζητάω παρεξήγηση.
Μ' έχεις πεθάνει καταραμένο καταραμένο καταραμένο.
Μ' έφαγες.
Μ' έφαγες;
Ε, ζήτα παρεξήγηση ρε πατέρα".


Έκανε να ορμήσει πάλι εντελώς ξαφνικά στον πρώτο γέρο, προχωρώντας πλαγιαστά και λοξοκοιτώντας τον με φοβερό νεύρο, αλλά σταμάτησε κάπου στη μέση και άρχισε τα δικά του λόγια:

"Είναι θέαμα αυτό, αυτοί οι ανάπηροι και οι ζητιάνοι;
Να τους πάνε κρουαζιέρα.
Τι γράφεις ρε αλήτη στις εφημερίδες;
Όλους τους αρρώστους σε κρουαζιέρα.
Προσωπικό εναλλασσόμενο ανά δεκαπέντε εικοσιτετραωρίες.
Αυτί με αυτί στο πεζοδρόμιο, κλοτσιά, τα μάτια από δω, τα μυαλά εκεί, γαμώ το 1940 τους.


"Όχι και το έπος του Σαράντα ρε φίλε" φώναξε σιγανά ένας άλλος γέρος.

"Εγώ λέω τρέλες ρε πατέρα;
Τι σας είπε εκείνος ο χαπάκιας διπλός;
Διπλό είναι το μάτι του τ' αλλήθωρο που τρέχει στον κατήγορο.
Διπλός, δυαρχία, ντούμπλεξ.
Είσαι πολλοστός αληταράς ρε τρελογιατρέ.
Με στέλνεις δύο χιλιάδες μοίρες μακριά απ' την πραγματικότητα.
Και τώρα, αυτήν τη στιγμή, σταματώ το ρολόι, σου κόβω την ενότητα".





Οι γυναίκες, μόλις λίγο καταλάβαιναν, έστρεφαν κι απομακρύνονταν.
Αυτές που 'χαν καροτσάκια με μωρά τον ένιωθαν από μεγάλη απόσταση και έκαναν μεταβολή.

"Κόφ' την του του πούστη, γαμώ το φελέκι του" φώναξε ένας γέρος γελώντας.
Του τέντωσε απειλητικά το χέρι.

"Μου στέλνετε ραδιοσυχνότητες και με τρελαίνετε.
Εγώ ρε σας τρελαίνω;
Όχι. Αλλά θα σας εμπλέξω πρώτος εγώ"
και λέγοντας αυτά έβγαλε μια κασέτα απ' την τσέπη του, την πλάκωσε με μια πέτρα κι άρχισε τρέχοντας να την ξετυλίγει γύρω απ' τα παγκάκια.
Του τέλειωσε η ταινία και τους είπε.

"Τώρα φάτε στην κεφάλα σας ραδιοσυχνότητες απ' το Ακρωτήριο Κανάβεραλ".

Ποιος ξέρεις πόσες ώρες μίλαγε και περιπλανιόταν.
Ο ιδρώτας στο πρόσωπό του είχε κάνει λάσπη.
Σήκωσε από κάτω την κασέτα και άρχισε να μιλάει σαν σε τηλέφωνο, πιο σιγά.


"Πατέρα έλα, πάρε με.
Στο Πεδίο του Άρεως.
Φέρε να πιω ρε πατέρα.
Αυτό που σου λέω εγώ.
Φέρε ξίδια, τα 'χω ανάγκη".


Έσπασε η φωνή του.


"Έλα πατέρα, να πάτε να βοηθάτε τον Χρίστο στο καφενείο στην Πλάκα.
Να κάνετε καφέδες πατέρα.
Να κάνετε πατέρα καφέδες.
Να κάνετε καφέδες πατέρα.
Να κάνετε πατέρα καφέδες.
Να κάνετε καφέδες πατέρα.
Να κάνετε πατέρα καφέδες.
Να κάνετε καφέδες πατέρα.
Καλό χειμώνα πατέρα.
Πατέρα καλό χειμώνα.
Καλό χειμώνα πατέρα.
Πατέρα καλό χειμώνα.
Καλό χειμώνα πατέρα…".


Εκείνη την στιγμή ένα παιδάκι έξι μ' εφτά χρονών, που ήταν με μια γυναίκα που 'χε κοντοσταθεί, έκανε να πάει κοντά του.

Αυτή επιχείρησε να το κρατήσει, την έσπρωξε και άρχισε να τρέχει προς το παλικάρι. Έφτασε, τον αγκάλιασε στον μηρό σφιχτά, σφιχτότατα και έκρυψε το πρόσωπό του στο μπούτι του.



ΣΩΤΗΡΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ


Πληροφορίες για τον συγγραφέα:
http://www.patakis.gr/document.php?category_id=67&document_id=251


doctor

Δεν υπάρχουν σχόλια: