Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2008

Μας κλέβουν την ιστορία!



«Έννοιες όπως «μας κλέβουν», «αλλοιώνουν», «παραχαράσσουν» την ιστορία, παραπέμπουν στην αντίληψη μιας αποκρυσταλλωμένης ιστορίας, κάτι σαν το σύμβολο της πίστεως, με συγκεκριμένα μέρη, ερμηνείες, αξιολογήσεις. Παραπέμπουν δηλαδή σε ένα φαντασιακό αφήγημα, το οποίο κανείς δεν μπορεί να περιγράψει επαρκώς, αλλά το οποίο θα πρέπει να «διαφυλάσσουμε ως κόρην οφθαλμού» [1].
Όπως τα «πάντα ρει», έτσι και η ιστορία υπόκειται σε συνεχείς αναθεωρήσεις, επαναδιατυπώσεις και αποδομήσεις, αναλόγως με τα ερωτήματα που θέτει η κάθε γενιά.
Η ιστορική επιστήμη εξελίσσεται όπως όλες οι επιστήμες και θεωρεί ότι καμία πρόσκαιρη καταγραφή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται με δογματικούς-θεολογικούς όρους, ως τελεσίδικη απόφαση, ως δεδικασμένο. Δεν μιλώ φυσικά για την καταγραφή των γεγονότων αλλά για την ανάλυσή τους.
Το παρόν θέμα πραγματεύεται την υποκειμενικότητα των εθνικών ιστοριογραφιών όσον αφορά τα γεγονότα των ετών 1919-1922. Προσπαθεί δηλαδή να φωτίσει την σκοτεινή πλευρά της χειραγώγησης της ιστορίας από τις –άμεσα ή έμμεσα- εμπλεκόμενες χώρες για «εθνικά» επωφελείς σκοπούς.



Κατά τα έτη που έλαβε χώρα η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή (1919-1922), στην Μέση και Άπω Ανατολή υπήρξε μια ολόκληρη αλυσίδα από επαναστατικά αντιαποικιοκρατικά γεγονότα όπως του Πατζάμ στις Ινδίες τον Απρίλιο-Μάιο του 1919, το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα στην Κίνα τον Μάιο του 1919, η εξέγερση της Κορέας τον Απρίλιο του 1919, ο πόλεμος του Αφγανιστάν ενάντια στους Άγγλους (Μάιος-Ιούνιος 1919), η εξέγερση εναντίον των άγγλων στην Περσία στα 1920, ο πόλεμος των βορείων φυλών των Ινδιών ενάντια στην αποικιακή κατοχή (1919-1922) και η απελευθέρωση της Μογγολίας (1922). Οι λαοί αμέσως μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου ξεσηκώνονται και διεκδικούν ένοπλα την ελευθερία τους.
Στην Τουρκία, την ίδια εποχή, επιβάλλονται οι όροι της ανακωχής της Συνθήκης του Μούδρου [2] που συνεπάγονται την ολοκληρωτική αποικιακή υποδούλωση του τουρκικού λαού ο οποίος αντιδρά και ξεσηκώνεται καθιστώντας την Τουρκία το κέντρο της αντιαποικιακής πάλης των λαών της Εγγύς Ανατολής.
Στα γεγονότα των ετών 1919-1922 στην Τουρκία, ενεπλάκησαν αρκετές χώρες.
Η καθεμία από αυτές στην εθνική της ιστοριογραφία εξέλαβε τα γεγονότα με γνώμονα το «εθνικό συμφέρον» και τα ερμήνευσε με τέτοιον τρόπο ώστε να δικαιώνουν τις αντίστοιχες εθνικές «μας» πράξεις.
Ας δούμε λοιπόν πως κατέγραψαν οι εθνικές ιστοριογραφίες τα γεγονότα της περιόδου 1919-1922, λίγα χρόνια μετά από αυτά:


1) Οι αμερικάνοι ιστορικοί θεωρούν την επέμβαση των Η.Π.Α. εκεί ως μια προσπάθεια για την κατοχύρωση της διεθνούς ειρήνης [3].
Οι Αμερικάνοι παρουσιάζονται ως πιστοί φίλοι της Τουρκίας και εχθροί κάθε βίαιης επέμβασης στην Εγγύς Ανατολή [4].
Η θεωρία της αμερικανικής ανιδιοτέλειας αναπαράγεται και εδώ, σύμφωνα με την οποία οι Η.Π.Α. έχουν το δικαίωμα ελεύθερης δράσης στην Εγγύς Ανατολή, διότι είναι η μοναδική δύναμη που δεν έχει εγωιστικά συμφέροντα στην περιοχή [5].
Στην αμερικανική ιστοριογραφία υπάρχουν ακόμη και τάσεις να χαρακτηριστεί η επέμβασή τους ως ανάχωμα στις ιμπεριαλιστικές βλέψεις των άλλων δυτικών δυνάμεων στην Εγγύς Ανατολή[6].
Δεν λείπουν βέβαια και ιστορικοί που αναγνωρίζουν μερικές βασικές αλήθειες.
Έτσι, ο Harry O.Howard δεν αμφισβητεί το γεγονός ότι τα ενδιαφέροντα των Η.Π.Α. στην Εγγύς Ανατολή ανέκαθεν ήταν οικονομικά, και αφορούσαν τα πετρέλαια της ευρύτερης περιοχής [7].


2) Οι άγγλοι ιστορικοί αντεπιτίθενται και κατηγορούν τις Η.Π.Α. για απληστία [8] και ταυτόχρονα καταβάλλουν προσπάθειες να παρουσιάσουν την Αγγλία σαν ανεύθυνη για τα αιματηρά γεγονότα στην Εγγύς Ανατολή στα 1919-1922. Ο William Miller καταλογίζει όλες τις ευθύνες στον Βενιζέλο:
«Ο Βενιζέλος πρότεινε να στείλει τον ελληνικό στρατό ενάντια στους κεμαλιστές και ο Λόυδ Τζώρτζ δέχθηκε την πρόταση, που κατ’αρχήν υποσχόταν θετικά αποτελέσματα»[9].
Οι άγγλοι παρουσιάζονται ως υπερασπιστές της ελευθερίας και της δικαιοσύνης, υπέρ του ανθρωπισμού και η στρατιωτική επέμβαση ενάντια στην τουρκική εθνική επανάσταση αποδίδεται στην ελληνική πρωτοβουλία [10].





3) Οι γάλλοι ιστορικοί αντικρούουν τους ισχυρισμούς των άγγλων συναδέλφων τους. Αποδίδουν όλη την ευθύνη στους άγγλους, τους οποίους κατηγορούν για ληστρικές πράξεις και τους θεωρούν ως αφερέγγυους συμμάχους. Υπάρχουν όμως και γάλλοι ιστορικοί που αποδίδουν μεγάλες ευθύνες στην Ελλάδα.
Ο Ε.Driault γράφει ότι τα πράγματα οδηγήθηκαν εκεί διότι η Ελλάδα «γνωρίζει μόνο μια πολιτική, την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της απελευθέρωσης της Μηδίας, της δημιουργίας της Μεγάλης Ελλάδας και της επαναφοράς του Βασιλιά στην Αγια-Σοφιά» [11]. Ο Lamouche γράφει ότι η ήττα στη Μικρά Ασία οφείλεται στην απιστία της Ελλάδας προς τους συμμάχους. Επίσης ισχυρίζεται ότι την πολιτική των δυτικών στην Εγγύς Ανατολής την υπαγόρευσε σε αυτούς η Ελλάδα [12].



4) Στην τουρκική ιστοριογραφία, η αντιαποικιοκρατική τουρκική επανάσταση αποκαλείται επανάσταση για την απαλλαγή του τουρκικού λαού από τον ξένο ζυγό και απολύτρωση από την εκπολιτιστική-ηθική καθυστέρηση που για αιώνες ήταν καταδικασμένος [13].
Η επίσημη τουρκική ιστοριογραφία χαρακτηρίζεται από την απολογητική της στάση προς τον τουρκικό σωβινισμό και τα όσα εγκλήματα αυτός έπραξε προκειμένου να δημιουργηθεί ένα «καθαρό» εθνικό κράτος, μέσω της εξόντωσης όσων δεν «χωρούσαν» στην προκρούστεια «εθνική» κλίνη του [14].




5) Η σοβιετική ιστοριογραφία αντιμετώπισε τα γεγονότα αυτά σαν αποτέλεσμα της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και της ανάπτυξης του αντιαποικιακού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των λαών της περιοχής υπό την αποφασιστική επίδραση της σοσιαλιστικής επανάστασης των Μπολσεβίκων.


6) Η ελληνική ιστοριογραφία, στα πρώτα χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, κινήθηκε υπό την μεγάλη επίδραση του «Εθνικού Διχασμού».
Έτσι, η ιστορική έρευνα περιορίστηκε μόνο πάνω στο πρόβλημα για τις ευθύνες των δύο αντιμαχομένων πολιτικών παρατάξεων στην καταστροφή του 1922.
Το άφθονο διπλωματικό υλικό, με επιλεκτική κρίση, θα μπορούσε να αποδείξει και τους πιο αυθαίρετους ισχυρισμούς. Οι έλληνες ιστορικοί, ανάλογα με την πολιτική τους τοποθέτηση και με την συμπάθειά τους προς την μία ή την άλλη παράταξη, προς τον βενιζελισμό ή τον αντιβενιζελισμό, οδηγούνται στην ανάλογη επιλογή των διπλωματικών εγγράφων και φθάνουν σε αποδείξεις που ικανοποιούν τις υποκειμενικές τους διαθέσεις.
Ο Α. Φραγκούλης χρησιμοποιεί πλουσιότατο διπλωματικό υλικό για να αποδείξει ότι τα αίτια της εθνικής καταστροφής ήταν η μεγαλομανία του Βενιζέλου [15].
Ο Χ. Βοζίκης και ο Π.Πιπινέλης -μερικές δεκαετίες αργότερα- θεωρούν την απόβαση του ελληνικού στρατού στην Μικρά Ασία ως το μεγαλύτερο σφάλμα [16].
Ο Βοζίκης αποδίδει την εκστρατεία σε λόγους εσωτερικής κομματικής πολιτικής του Βενιζέλου και την ίδια άποψη υποστηρίζει ο Ι.Μεταξάς [17].
Ο Θ.Κιοσέογλου,αντίθετα, με βάση κι αυτός τα διπλωματικά έγγραφα, αποδίδει την ευθύνη στον βασιλιά Κωνσταντίνο και την αντιβενιζελική κυβέρνηση που ήταν τυφλά όργανα των Άγγλων [18].
Ο Γ.Βεντήρης θεωρεί αιτία της αποτυχίας της μικρασιατικής εκστρατείας την πολιτική της αντιβενιζελικής παράταξης, που δεν είχε την εμπιστοσύνη των συμμάχων [19].
Από τις ελληνικές στρατιωτικές μελέτες, χαρακτηριστικές είναι αυτές των στρατηγών Νίδερ και Κοντούλη, οι οποίοι έλαβαν μέρος στην εκστρατεία της Μικράς Ασίας. Και οι δυο τους, αποδεικνύουν με βάση πλούσιο υλικό ότι ο ελληνικός στρατός δεν είχε τις δυνατότητες διεξαγωγής του πολέμου. Επίσης δεν είχε ελευθερία κινήσεων. Τις κινήσεις του τις έλεγχαν και τις αποφάσιζαν οι δυτικές στρατιωτικές αρχές της Εγγύς Ανατολής με γνώμονα την ικανοποίηση των απαιτήσεων της εξωτερικής πολιτικής των χωρών τους [20].



Έτσι, ο κάθε λαός, μέσα από την επίσημη ιστορία του, πληροφορείται τα γεγονότα αυτής της εποχής διαμορφωμένα, αποστειρωμένα και διατυπωμένα έτσι ώστε το δικό «μας» έθνος να αποδεικνύεται το μεγάλο θύμα, ο καλός ή (και) ο μεγάλος αδικημένος της υπόθεσης.
Η ιστοριογραφία των δυτικών χωρών παρουσιάζει την δράση τους ως πράξη διασφάλισης της ειρήνης και ως εγγύηση σταθερότητας στην περιοχή, ενώ η ελληνική και η τουρκική ιστοριογραφία επικαλούνται τα «ιστορικά δίκαια» για να δικαιολογήσουν κάθε ενέργειά τους.
Η μεν ελληνική ιστοριογραφία θεωρεί το έδαφος της Τουρκίας ως αποσπασθέν τμήμα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και άρα την απόβαση του ελληνικού στρατού στην Σμύρνη ως «ιστορικά δίκαιη», η δε τουρκική θεωρεί το έδαφος της Ελλάδας ως παρανόμως αποσπασθέν τμήμα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την απόβαση του ελληνικού στρατού ως «άδικη επιθετική κίνηση».
Όλα αυτά βέβαια μέσω της αναδρομικής «εθνικοποίησης» των εν λόγω θρησκευτικών αυτοκρατοριών του παρελθόντος.
Έτσι, η προσπάθεια ανάγνωσης της ιστορίας εκφυλίζεται σε μια καταναγκαστική επιλογή «στρατοπέδου» για τον μελετητή (έλληνα ή τούρκο), με συνέπεια τον εγκλωβισμό της σκέψης του σε έναν δογματικό μονόδρομο «ετοίμων εθνικών συμπερασμάτων».
Για να προσεγγίσουμε όμως την αντικειμενικότητα πρέπει να αποστασιοποιηθούμε από τον «εθνικό» μας εαυτό, χωρίς αυτό φυσικά να προσλαμβάνεται ως πράξη «εθνικής μειοδοσίας» αλλά ως μια δυναμική κίνηση «εθνικής αυτογνωσίας».
Η απαλλαγή από τα στερεότυπα και τις «έτοιμες απαντήσεις» και η ανάπτυξη κριτικής σκέψης είναι το μόνο εχέγγυο της οντολογικής μας ανύψωσης.

Αφήνω τον Nobert Elias να «πει» τον επίλογο:

«Για να καταστεί δυνατή η μετάβαση από τη γεωκεντρική στην ηλιοκεντρική κοσμοεικόνα, δεν χρειάζονταν νέες απλώς ανακαλύψεις και η σωρευτική διεύρυνση της γνώσης των αντικειμένων του ανθρώπινου στοχασμού. Χρειαζόταν προπαντός η μεγαλύτερη ικανότητα των ανθρώπων να αποστασιοποιηθούν από τον εαυτό τους μέσα από τη σκέψη τους.
Ο επιστημονικός τρόπος σκέψης είναι αδύνατον να αναπτυχθεί και να γίνει κοινό κτήμα, εάν οι άνθρωποι δεν απελευθερωθούν από τον πρωτογενή αυτονόητο τρόπο, με τον οποίο στην αρχή, αστόχαστα και αυθόρμητα, προσπαθούν να κατανοήσουν τις εμπειρίες τους» [21].

doctor
______________________________________

[1] Αντώνης Λιάκος, «Πως το παρελθόν γίνεται ιστορία;», σσ.162-3.
[2] Συνθήκη του Μούδρου
Με την ονομασία Ανακωχή του Μούδρου ή Συνθήκη του Μούδρου ή Συνθήκη ανακωχής του Μούδρου χαρακτηρίζεται η γνωστή συμφωνία ανακωχής που συνάφθηκε στον όρμο Μούδρου, της Λήμνου, στις 17/30 Οκτωβρίου 1918 και υπογράφτηκε την επομένη 31 Οκτωβρίου μεταξύ των Δυτικών Συμμαχικών Δυνάμεων, της Αντάντ, (Entente), αφενός, και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας αφετέρου, με τη λήξη του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.
Με την συνθήκη αυτή συμφωνήθηκε η κατάπαυση των εχθροπραξιών μεταξύ των Συμμαχικών Δυνάμεων, (μετά των οποίων και η Ελλάδα), και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η οποία και αναλάμβανε περιληπτικά:
1. Την υποχρέωση του ανοίγματος των Στενών των Δαρδανελίων καθώς και του Βοσπόρου προς την Μαύρη Θάλασσα,
2. Της απόδοσης των συμμάχων αιχμαλώτων,
3. Της παράδοσης του τουρκικού στρατού (του οπλισμού) και των πολεμικών πλοίων (γραμμής), στους Συμμάχους,
4. Της παροχής δυνατότητας άσκησης εποπτείας εκ μέρους των Συμμάχων επί του σιδηροδρομικού δικτύου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας,
5. Της διακοπής οποιασδήποτε σχέσης, (οικονομικής, εμπορικής κ.λπ.) με τις κεντρικές Δυνάμεις και
6. Της παροχής δυνατότητας των Συμμάχων της κατάληψης, για λόγους ασφάλειας, οποιωνδήποτε στρατηγικών σημείων, έκριναν εκείνες, επί του εδάφους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με την Οθωμανική κυβέρνηση.
Η συνθήκη αυτή υπογράφτηκε επί του αγγλικού πολεμικού «Αγαμέμνων» μεταξύ του Άγγλου Ναυάρχου Κάλθορπ, πληρεξούσιου των Συμμάχων και αντιπροσώπων του Σουλτάνου (πηγή: wikipedia).
[3] Lenczowski G., «The Middle East in World Affairs», β’έκδ.1956, σ.520.
[4] Albert Hatchinson Putney, “International Relations-Modern Turkey”, New York 1924, σ.501.
[5] A.H. Putney, ό.π., σ.502.
[6] Hedley V. Cooke, “Challenge and response in the Middle East”, New York 1951.
[7] Harry Howard, “The United States and the Soviet Union in the Middle East-Background of the Middle East”, New York, 1952,σ.179.
[8] Ο E.L. De Golter γράφει ότι οι Η.Π.Α. με την επέμβασή τους μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στην Εγγύς Ανατολή, επεδίωξαν την απόκτηση αποκλειστικών οικονομικών προνομίων. De Golter, “The Near East and the Great Powers”, London, σ.128.
[9] Miller, “The Ottoman Empire and its succesors”, Cambridge, 1936, σ.542.
[10] J.A.Grand και I.Temperley, “Europe in the Nineteenth and Twentieth centuries”, London, 1940, σσ.563-4.
[11] Ε. Driault, “La question d’Orient 1918-1937, Paris 1938, σ.82.
[12] «Οι Λόυδ Τζωρτζ, Κλεμανσώ και Ουίλσον ελάχιστα εγνώριζαν ή και τελείως αγνοούσαν τις συνθήκες στην Ανατολική Ευρώπη, οι αντιπρόσωποι των μικρών κρατών ήταν εκείνοι που κατά κάποιο τρόπο υπαγόρευαν τους όρους τους στους μεγάλους. Όσον αφορά την Τουρκία, είναι ο κ.Βενιζέλος που, σαν ικανός πολιτικός, επέβαλε τις πιο μεγάλες ελληνικές αξιώσεις» (Lamouche,”Histoire de la Turquie, Paris, 1922, σ.18).
[13] Α. Tekin, “Le Kemalisme”, Paris 1937, σ.2.
[14] «Histoire de la republique Turque-Devlet Bassimevi», Istanbul 1935, σ.39.
[15] Frangoulis, “La Grèce et la crise mondiale”, Paris 1926, σ.22.
[16] Βοζίκη Χ., «Αι απολογίαι των θυμάτων της 15/11/1922», Αθήναι 1924-5, σ.107. Πιπινέλη Π. «Περισσότερον φως», Αθήναι 1961, σσ.47-8.
[17] Μεταξά Ι., «Ιστορία του εθνικού διχασμού», Αθήναι 1935, σσ.364-370.
[18] Kiosseoglou Th. "L’ échange forcé des minorities d’apré s le traité de Lausanne", Nancy, Nancy, 1926, σ.68.
[19] Βεντήρη Γ., «Η Ελλάς 1910-1920», Αθήναι 1931, τ.Β’, σ.288.
[20] Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια- Περιοδικόν τόμ.1-6, Αθήναι,1927-1930.
[21] Nobert Elias, «Η Εξέλιξη του πολιτισμού», τ.Α’, σ.49.

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2008

Το ψεύτικο ρητό του Ισοκράτη για την «αυτοκαταστροφή της δημοκρατίας»


Παραθέτω από τον αγαπημένο μου Νίκο Σαραντάκο, χωρίς σχόλια:

Κάποια ελληνοαμερικάνικη οργάνωση μ’ έχει βάλει στον κατάλογο παραληπτών της και μου στέλνει (όχι μόνο σε μένα, βέβαια) ταχτικά μηνύματα, ως επί το πλείστον εθνικιστικά. Σήμερα, τέσσερις μέρες μετά τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, πήρα από την οργάνωση αυτή ένα μήνυμα με τον ανορθόγραφο τίτλο «Τάδε έφει Ισοκράτης» και το εξής περιεχόμενο:

"Η Δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται, διότι κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας, διότι έμαθε τους πολίτες να θεωρούν την αυθάδεια ως δικαίωμα, την παρανομία ως ελευθερία, την αναίδεια του λόγου ως ισότητα και την αναρχία ως ευδαιμονία"

Κατά σύμπτωση, το ίδιο μήνυμα το είχα πάρει κι από μια εγχώρια ταχυδρομική λίστα, και απ' ό,τι είδα κυκλοφορεί πολύ στο Διαδίκτυο τις τελευταίες μέρες, με αφορμή την εξέγερση των παιδιών που τα έλεγαν αλήτες.

Δεν θα επεκταθώ στη γνώμη μου για τη δολοφονία και για όσα την ακολούθησαν. Θα ασχοληθώ με κάτι δευτερεύον, με το ρητό του Ισοκράτη, ή μάλλον με το δήθεν ρητό του Ισοκράτη που πλασάρουν αυτές τις μέρες πολλοί, άλλοι καλοπροαίρετοι και άλλοι ελλαδέμπορες. Πριν συνεχίσω, να ομολογήσω ότι το εύρημα δεν είναι δικό μου· ναι μεν εγώ είχα ψυλλιαστεί ότι η φράση «η δημοκρατία μας αυτοκαταστρέφεται» ακούγεται πολύ μοντέρνα, αλλά πριν ανοίξω τα κιτάπια μου με πρόλαβε (εκμεταλλευόμενος και τη διαφορά της ώρας) ο φίλος Ηλίας από την Καλιφόρνια, που σ’ αυτόν ανήκει ο έπαινος.

Διότι, βλέπετε, ο Ισοκράτης δεν είπε αυτό που έβαλαν στο στόμα του οι πλασιέδες της ελληνοφροσύνης. Το απόσπασμα είναι από τον Αρεοπαγιτικό λόγο του και έχει στο πρωτότυπο ως εξής (ζητώ συγνώμη για το πολυτονικό):

"Οἱ γὰρ κατ' ἐκεῖνον τὸν χρόνον τὴν πόλιν διοικοῦντες κατεστήσαντο πολιτείαν οὐκ ὀνόματι μὲν τῷ κοινοτάτῳ καὶ πραοτάτῳ προσαγορευομένην, ἐπὶ δὲ τῶν πράξεων οὐ τοιαύτην τοῖς ἐντυγχάνουσι φαινομένην, οὐδ' ἣ τοῦτον τὸν τρόπον ἐπαίδευε τοὺς πολίτας ὥσθ' ἡγεῖσθαι τὴν μὲν ἀκολασίαν δημοκρατίαν, τὴν δὲ παρανομίαν ἐλευθερίαν, τὴν δὲ παρρησίαν ἰσονομίαν, τὴν δ' ἐξουσίαν τοῦ ταῦτα ποιεῖν εὐδαιμονίαν, ἀλλὰ μισοῦσα καὶ κολάζουσα τοὺς τοιούτους βελτίους καὶ σωφρονεστέρους ἅπαντας τοὺς πολίτας ἐποίησεν" [ΙΣΟΚΡ 7. Πίστις: §20. 20:76 "Η αξιοκρατική επιλογή των αρχόντων κατά το παρελθόν" [1].

Φυσικά, μετάφραση δεν μας χρειάζεται διότι όλοι εμείς οι Έλληνες την έχουμε μία και ενιαία και τρισχιλιετή. Επειδή όμως μπορεί να περάσει και κανείς αλλοδαπός που δεν μετέχει της ημετέρας παιδείας, μεταφράζω πρόχειρα το απόσπασμα:

Διότι εκείνοι που διοικούσαν την πόλη τότε (ενν. στην εποχή του Σόλωνα και του Κλεισθένη), δεν δημιούργησαν ένα πολίτευμα το οποίο μόνο κατ’ όνομα να θεωρείται το πιο φιλελεύθερο και το πιο πράο από όλα, ενώ στην πράξη να εμφανίζεται διαφορετικό σε όσους το ζουν· ούτε ένα πολίτευμα που να εκπαιδεύει τους πολίτες έτσι ώστε να θεωρούν δημοκρατία την ασυδοσία, ελευθερία την παρανομία, ισονομία την αναίδεια και ευδαιμονία την εξουσία του καθενός να κάνει ό,τι θέλει, αλλά ένα πολίτευμα το οποίο, δείχνοντας την απέχθειά του για όσους τα έκαναν αυτά και τιμωρώντας τους, έκανε όλους τους πολίτες καλύτερους και πιο μυαλωμένους.

Μ’ άλλα λόγια, ο Ισοκράτης δεν μίλησε για «δημοκρατία που αυτοκαταστρέφεται». Αυτό είναι προϊόν ερμηνείας, για να μην πω προϊόν φαντασίας. Όπως προϊόν φαντασίας, που καμιά σχέση δεν έχει με το πραγματικό ρητό του Ισοκράτη, είναι και η ατάκα ότι η δημοκρατία «κατεχράσθη το δικαίωμα της ελευθερίας και της ισότητας».
Για άλλη μια φορά, οι ελληναράδες χρησιμοποιούν τους αρχαίους όπως ο μεθυσμένος τον φανοστάτη: όχι για να φωτίσουν το δρόμο τους, αλλά για δεκανίκι που θα στηρίξει τα σαθρά τους επιχειρήματα.

Υστερόγραφο: Μόλις είχα αναρτήσει το κείμενο και μια καλή φίλη με διορθώνει· ο Ισοκράτης-μαϊμού δεν κυκλοφορεί απλώς στο Διαδίκτυο, παρά τον δημοσίευσε πρωτοσέλιδο, με κάτι γραμματάρες να, και μάλιστα σε μαύρο φόντο, μια υποτιθέμενη σοβαρή εφημερίδα σαν τον Ελεύθερο Τύπο.





για την αντιγραφή: doctor
___________________________
[1] Ο Αρεοπαγιτικός γράφηκε μετά το τέλος του Συμμαχικού πολέμου (357–355 π.Χ.), ο οποίος σήμανε τη διάλυση της Β´ Αθηναϊκής συμμαχίας. Σε αυτόν ο Ισοκράτης κάνει έκκληση προς τους συμπολίτες του για αναπροσαρμογή της πολιτικής τους στα εσωτερικά και εξωτερικά θέματα και επιστροφή στις πατροπαράδοτες αρχές διακυβέρνησης της πόλης.
Παραθέτω και άλλες δύο μεταφράσεις:
1) "Οι διοικούντες δηλαδή (Σόλων και Κλεισθένης) κατ' εκείνον τον χρόνον την πόλιν, δεν ίδρυσαν πολίτευμα ονομαζόμενον μεν δι' ονόματος κοινοτάτου και ωραιοτάτου, μη φαινόμενον δε εις την εφαρμογήν τοιούτον εις τους ζώντας κατ' αυτό, ουδέ ίδρυσαν τοιούτον πολίτευμα το οποίον κατά τέτοιον τρόπον εξεπαίδευε τους πολίτας, ώστε να θεωρούν την μεν ακολασίαν δημοκρατίαν, την δε παρανομίαν ελευθερίαν, την αυθάδειαν ισονομίαν, ευτυχίαν δε την άδειαν του να πράττη καθένας ταύτα, αλλ' ίδρυσαν πολίτευμα το οποίον με το να μισή και να τιμωρή τους τοιούτους έκαμνεν όλους τους πολίτας καλυτέρους και σωφρονεστέρους".
Μτφρ. Σ. Τζουμελέας. 1949. Ισοκράτους Αρεοπαγιτικός, Περί Ειρήνης. Αρχαίον κείμενον, εισαγωγή, μετάφρασις, σημειώσεις. Αθήνα: Πάπυρος.
2) "Εκείνοι λοιπόν που είχαν τη διοίκηση της πολιτείας κατά την παλαιότερη εποχή, εγκατέστησαν πολίτευμα που δεν είχε μόνον όνομα προσφιλέστατο σ' όλους και γλυκύτατο, ενώ στην πραγματικότητα δεν έδινε την εντύπωση αυτή στους πολιτευομένους και δεν προετοίμαζε τους πολίτας ώστε να θεωρούν την ακολασία δημοκρατία, την παρανομία ελευθερία, την αθυροστομία ισότητα δικαιωμάτων, ούτε τέλος την εξουσία να κάνουν όλα αυτά ευδαιμονία, αλλά πολίτευμα που παρέδιδε στο μίσος και στην τιμωρία τους ανθρώπους αυτού του είδους και που κατώρθωσε με τον τρόπο αυτό να κάμη όλους τους πολίτας καλύτερους και φρονιμώτερους".
Μτφρ. Α.Μ. Γεωργαντόπουλος, Μ. Πρωτοψάλτης & Ι. Ιωαννίδη–Φαληριώτη. [1939] χ.χ. Ισοκράτης. Λόγοι. ΙΙ, Αρεοπαγιτικός, Ευαγόρας, Ελένη, Πλαταϊκός, Περί του ζεύγους. Εισαγωγή, μετάφραση, σχόλια. Αθήνα: Ζαχαρόπουλος.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Για τον Αλέξη







Ένας φόνος.

Και μετά : ο θάνατος ενός παιδιού στον βωμό της τηλεθέασης, στην υπηρεσία της αντιπολίτευσης, άλλοθι για να καεί η Αθήνα, ευκαιρία για να ακούσουμε για άλλη μια φορά τα ίδια και τα ίδια.

Όσο για τις καταστροφές, πρέπει να καταλάβουμε κάτι: το 1/5 της κοινωνίας μας ζει κάτω από το όριο της φτώχειας."Στην Ελλάδα, νοικοκυριό με ένα άτομο θεωρείται ότι βρίσκεται στα όρια της φτώχειας όταν το εισόδημά του σε ετήσια βάση δεν ξεπερνά τα 4.264 ευρώ" Πηγή: Ημερησία
Μετά τα χθεσινά, και ο πιο αφελής μπορεί να καταλάβει ότι όλες αυτές οι καταστροφές σε πολλές πόλεις στην Ελλάδα ήταν ΠΡΩΤΟΦΑΝΕΙΣ, και δεν έγιναν όλες από τους γνωστούς 100-200 αναρχικούς που υπάρχουν μόνο σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη.
Έγιναν από νέα παιδιά που ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ επέλεξαν αυτόν τον τρόπο αντίδρασης.
Και μην μου πείτε ότι υπάρχει σοβαρός αναρχικός πυρήνας σε Λάρισα, Κοζάνη, Βέροια, Χανιά, ή Γιάννενα.Υπάρχουν νέοι άνθρωποι, 18-20 ετών, των οποίων οι γονείς έχασαν την δουλειά τους, και μετά η τράπεζα τους πήρε το σπίτι.
Πολλά από αυτά τα παιδιά, που ανήκουν στο αποκλεισμένο κομμάτι της κοινωνίας μας (υπολογίζεται στο 22%) κατέβηκαν χθες σε πολλές πόλεις με έναν σκοπό: να σπάσουν την τράπεζα που τους πήρε το σπίτι.
Υπάρχει ΠΡΟΒΛΗΜΑ στην χώρα μας και το οποίο θα μεγαλώσει σύντομα.
Ένα μεγάλο κομμάτι της νεολαίας οδηγείται στον εξτρεμισμό διότι την ώρα που ζει στην φτώχεια και την ανέχεια, βλέπει λαμόγια γιατρούς, δικηγόρους, εφοριακούς, τελωνειακούς, εργαζόμενους σε πολεοδομίες, συμβολαιογράφους και τόσους άλλους να κάνουν μεγάλες περιουσίες με τα φακελάκια, με τα γρηγορόσημα, με τα λαδώματα.Βλέπει καλογέρους και μητροπολίτες να ζούνε μέσα στην χλιδή, με καταθέσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ.
Βλέπει την πολιτική εξουσία βουτηγμένη στην διαφθορά και στα σκάνδαλα.
Μην ζητάτε λοιπόν από αυτό το καζάνι που βράζει να σεβαστεί την τράπεζα του Λάτση ή του Βγενόπουλου. Αυτό το καζάνι επίσης δεν έχει την ψυχραιμία και την νηφαλιότητα ώστε να διαχωρίσει τον Λάτση από το περίπτερο της κυρα Μαρίας.
Ένα κομμάτι της κοινωνίας πνίγεται, ασφυκτιά, πεινάει και υποφέρει.
Και αυτές οι καταφανείς αντιθέσεις, αυτή η λάθος κατανομή πλούτου (το πλουσιότερο 1% του παγκόσμιου πληθυσμού (κάτοικοι Ευρώπης και ΗΠΑ) κατέχει περισσότερο από το 40% του παγκόσμιου πλούτου και το πλουσιότερο 10% κατέχει το 85% του παγκόσμιου πλούτου,συγχρόνως, το φτωχότερο 50% έχει στην κατοχή του σχεδόν μόλις το 1% του παγκόσμιου πλούτου) που όσο πάει θυμίζει την προεπαναστατική Γαλλία οδηγούν σε καταστάσεις μπροστά στις οποίες η χθεσινή θα χαρακτηριστεί ως παιδική χαρά.

Διαχωρίζω φυσικά την θέση μου από τους κατ'επάγγελμα κουκουλοφόρους ή τους πλιατσικολόγους. Ούτε βέβαια επικροτώ την βία. Απλώς προσπαθώ να την ερμηνεύσω όσον αφορά αυτά τα παιδιά που βγήκαν για πρώτη φορά στους δρόμους και έδρασαν κατ'αυτόν τον (σίγουρα λάθος) τρόπο.
Αν η επίσημη εξουσία θεωρεί ότι όλοι όσοι προξένησαν καταστροφές είναι κοινών αντιλήψεων και δεν καταφέρει να διαχωρίσει ένα μεγάλο τμήμα τους και να το "ακούσει", τότε φοβάμαι ότι οι γνωστοί-άγνωστοι θα βρούνε τεράστιο υλικό προς στρατολόγηση.

doctor


Πέμπτη, 4 Δεκεμβρίου 2008

Ο διορατικός Ελ.Βενιζέλος


Και τι δεν έχει γραφτεί για την Μικρασιατική Εκστρατεία και την Μικρασιατική Καταστροφή. Φυσικά, εκ των υστέρων, κατόπιν εορτής. Οι κρίσεις όλων μας εύκολες και ανέξοδες διότι γίνονται μετά τα γεγονότα χωρίς κανένα ρίσκο αφού γνωρίζουμε το τι έγινε. Έτσι, πολλές αποφάσεις του Ελ. Βενιζέλου κρίνονται ως λάθος, ως δουλικές προς τις μεγάλες δυνάμεις, ακόμη και ως προδοτικές. Στο σημερινό θέμα θα ασχοληθούμε με τις κρίσεις του Βενιζέλου όσον αφορά την εξέλιξη των επιχειρήσεων στο μέτωπο της Μικράς Ασίας. Το μεγάλο προβάδισμα του Βενιζέλου είναι ότι οι κρίσεις του γίνονται κατά την διάρκεια της μικρασιατικής εκστρατείας, εν μέσω των εξελίξεων και όχι μετά.
Πηγή του θέματός μας, ένα υπέροχο βιβλίο ενός λαμπρού ιστορικού, του Γιάννη Γιανουλόπουλου, καθηγητή νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, με τίτλο «Η ευγενής μας τύφλωσις» [1].
Το Συνέδριο της Ειρήνης εγκαινίασε τις επίσημες εργασίες του τον Ιανουάριο του 1919 στο Παρίσι, με τη συμμετοχή 30, πολυμελών σε αρκετές περιπτώσεις, αντιπροσωπειών από ισάριθμα κράτη που συμμετείχαν στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την παρουσία, πολλών επίσης, εκπροσώπων εθνικών, μειονοτικών, θρησκευτικών, οικονομικών, και ποικίλλων άλλων συμφερόντων. Μέσα σε αυτό το πολύχρωμο πλήθος, ο Βενιζέλος φαίνεται ότι ανακάλυψε τον καλύτερο επικοινωνιακό εαυτό του. Με μια μοναδική για έλληνα πολιτικό ικανότητα να επιχειρηματολογεί και να πείθει, συνήθως, ή να μην πείθει, χωρίς όμως ποτέ να κουράζει ή να εξοργίζει το συνομιλητή του, με σαφείς αναφορές σε κοινά συμφέροντα ή επωφελείς για όλους ισορροπίες αντί της εμμονής στα γνωστά «ιστορικά δίκαια του ελληνισμού», με το να προβάλλει τεκμηριωμένες απόψεις και όχι συμπλέγματα, ο επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας κατόρθωσε πράγματι να μεγιστοποιήσει τα πλεονεκτήματα που ήδη διέθετε ως σύμμαχος των νικητών [2].
Κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Ειρήνης, αποφασίστηκε να ανατεθεί στις ελληνικές δυνάμεις η κατάληψη της Σμύρνης και της περιοχής της [3].
Η κατοχή της Σμύρνης δεν άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς, εφόσον την ημέρα της αποβάσεως (2/15 Μαΐου 1919) κάποιοι έλληνες στρατιώτες –σύμφωνα με την έκθεση της Διασυμμαχικής Επιτροπής που συγκροτήθηκε για να εξετάσει τα έκτροπα- άνοιξαν πυρ εναντίον αόπλων τούρκων πολιτών και αιχμαλώτων [4].
Παρά την άμεση παρέμβαση του Βενιζέλου, που ζήτησε και πέτυχε τη δίκη και την εκτέλεση διά τυφεκισμού των αυτουργών (αντί της γνωστής μεθόδου συγκαλύψεως ευθυνών μέσω εσωτερικών διοικητικών ανακρίσεων από τις στρατιωτικές αρχές), τα επεισόδια αυτά, που ασφαλώς μεγαλοποιήθηκαν και έγιναν αντικείμενο συστηματικής εκμεταλλεύσεως, έβλαψαν σημαντικά την ελληνική υπόθεση [5].
O Βενιζέλος αντιμετώπισε με οργή τις προσπάθειες των στρατιωτικών να συγκαλύψουν τα όσα συνέβησαν [6].
Στις 18/31 Ιουλίου 1919, έγραφε από το Παρίσι προς τον υπουργό Εξωτερικών Αλέξανδρο Διομήδη:
«Η θέσις μας εν Σμύρνη, από ημέρας εις ημέραν καθίσταται πολιτικώς επισφαλεστέρα… εκ των παρεκτροπών του στρατού μας. […] Εάν μη συνετισθώμεν και αν ιδίως οι στρατιωτικοί μας εν Σμύρνη δεν συνέλθουν εκ της μέθης εις ήν φαίνονται ευρισκόμενοι, και δεν προλάβουν πάσαν νέαν παρεκτροπήν… θα καταντήσωμεν να εξωσθώμεν εκ Σμύρνης, κακήν κακώς, εξηυτελισμένοι και τεταπεινωμένοι».
Ζητούσε δε από τον Α.Διομήδη να μεταβεί ο ίδιος στη Σμύρνη και να συναντήσει τον Λ.Παρασκευόπουλο για «να του κρούση, άνευ περιστροφών, τον κώδωνα του κινδύνου. Πρέπει να επιδιώξη με κάθε τρόπον να κάμη όλους τους στρατιωτικούς μας ν’αλλάξουν μυαλά. Βέβαια το πράγμα δεν είναι εύκολον. Αλλά είναι αναγκαίον» [7].
Μόνο που τον αγώνα για την συγκράτηση της κατάστασης ο Βενιζέλος τον είχε αναθέσει σε λάθος πρόσωπο, στον Αριστείδη Στεργιάδη. Έναν άνθρωπο μονόχνωτο, με ανεξέλεγκτες εκρήξεις οργής, που δεν διέθετε κανενός είδους διπλωματικότητα, η οποία ήταν απαραίτητη προκειμένου να επιβάλλει κανείς την τάξη στους εξημμένους επικεφαλής των Ελλήνων της Σμύρνης, χωρίς ταυτοχρόνως να τους προσβάλλει [8].

Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και ο πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος
στο Ελληνικό Στρατηγείο Χατζή Μπεϊλίκ, Ιούλιος 1913

Η πρόταση Βενιζέλου για σύμπτυξη του μετώπου και όχι για προέλαση προς τα βάθη της Μικράς Ασίας .

Την 1/11/1920 ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές και οι αντίπαλοί του κερδίζουν την εξουσία. Με την αποχώρηση του Βενιζέλου από το προσκήνιο, η Ελλάδα έχανε έναν αναντικατάστατο εκπρόσωπο στις σχέσεις της με τις νικήτριες δυνάμεις και τον μόνο έλληνα πολιτικό που διέθετε τον απαραίτητο ρεαλισμό, το κύρος, αλλά και το πολιτικό σθένος να αντιμετωπίσει την αδίστακτη και αδάπανη εθνοκαπηλεία και να προβεί σε χειρισμούς οι οποίοι θα συντελούσαν, ίσως, όχι στην ανέφικτη στρατιωτική νίκη, αλλά σε έναν βιώσιμο πολιτικό συμβιβασμό.
Έναν συμβιβασμό που θα μπορούσε να αποτρέψει την καταστροφή,ή, τουλάχιστον, να περιορίσει δραστικά την έκτασή της. Θορυβημένος από την κατάσταση του ελληνικού στρατού μετά την απομάκρυνση της εμπειροπόλεμης ηγεσίας του, τη συνεχιζόμενη απομόνωση της χώρας, και τις γαλλο-ιταλικές διαθέσεις αναθεώρησης της συνθήκης Ειρήνης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Βενιζέλος, από το εξωτερικό που βρισκόταν, δήλωσε πρόθυμος να προσφέρει την πολιτική κάλυψη του κόμματός του για μια ριζική αλλαγή στρατηγικής:
την αμυντική σύμπτυξη του μετώπου στην ευρύτερη περιφέρεια της Σμύρνης, μια περιοχή αρκετά μεγαλύτερη από την αρχική ελληνική ζώνη, που θα απαιτούσε την παρουσία –μόνιμη όμως- τριών μεραρχιών (45.000 ανδρών).
Ο Βενιζέλος υπέβαλε ειδικό υπόμνημα για το θέμα αυτό προς την ελληνική κυβέρνηση (Παρίσι 17/30 Ιανουαρίου 1921) μέσω του Επιτετραμμένου της Ελλάδος στην γαλλική πρωτεύουσα. Το υπόμνημα αυτό δημοσιεύτηκε πολύ αργότερα, στις 9 Φεβρουαρίου 1922, στην εφημερίδα «Αθήναι» [9].
Η αντιβενιζελική κυβέρνηση, ωστόσο, δεν αποδέχτηκε την πρόταση, αν και έβλεπε τις αυξανόμενες δυσκολίες της επιθετικής επιλογής [10].
Τόσο ο βασιλιάς Κωνσταντίνος όσο και ο Δημήτριος Γούναρης, ο οποίος έδειχνε να ωθείται σε πολλές αποφάσεις του από μια συμπλεγματική σχεδόν διάθεση ανταγωνισμού προς τον Βενιζέλο, δεν ήταν δυνατόν να δεχθούν ότι αντιπροσώπευαν ένα καθεστώς μειωμένης ικανότητος σε σχέση με τον βενιζελισμό.
Αρνητικά όμως αντέδρασαν και όλοι σχεδόν οι συνεργάτες του Βενιζέλου στην Αθήνα.
Οι μεγάλες, έως τότε, διπλωματικές και στρατιωτικές επιτυχίες της χώρας, και η γνωστή, βραχυπρόθεσμα κερδοφόρος, ροπή του ελληνικού τύπου προς την πατριδεμπορία, είχαν δημιουργήσει ένα κλίμα έντονου, και πέραν ενός σημείου αυτοτροφοδοτούμενου εθνικισμού, ελεύθερου από κάθε επαφή με την εξελισσόμενη πραγματικότητα, που δεν ήταν δυνατόν να ανασταλεί με λογικά επιχειρήματα. Και μάλιστα εξ αποστάσεως.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με την πρόταση Βενιζέλου συμφώνησε ο πρωθυπουργός Δημήτριος Ράλλης, ο οποίος και παραιτήθηκε και την θέση του ανέλαβε ο Νικόλαος Καλογερόπουλος.

Ο Ελ. Βενιζέλος υπογράφει τη Συνθήκη των Σεβρών, 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920

Η αντίθεση του Βενιζέλου στην απόφαση για την κατάληψη της Άγκυρας.

Η Συμμαχική Συνάντηση των Παρισίων, τον Ιούνιο του 1921, πρότεινε την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από την Σμύρνη και την αντικατάστασή του από τοπική χωροφυλακή με ευρωπαίους αξιωματικούς, καθώς και την αποστρατικοποίηση της Ανατολικής Θράκης.
Η ελληνική πλευρά απάντησε αρνητικά και έτσι αναβλήθηκε η υποβολή των συμμαχικών προτάσεων στον Κεμάλ [11].
Ο Βενιζέλος, αντιθέτως, σε πολυσέλιδη επιστολή του από το Aix les Bains (3/16 Ιουλίου 1921) επέκρινε την αρνητική αντιμετώπιση του σχεδίου της Entente από την κυβερνητική πλειοψηφία, σημείωνε πως «το δυστύχημα είναι ότι ούτε οι Φιλελεύθεροι αντελήφθησαν εξ αρχής την αληθή κατάστασιν των πραγμάτων» και υπενθύμιζε την «προ τεσσάρων μηνών ατυχή στάσιν της ελληνικής κυβερνήσεως» η οποία «πτοηθείσα υπό της κοινής γνώμης», απέρριψε τις –ευνοϊκότερες σε σχέση με εκείνες του Ιουνίου- συμμαχικές προτάσεις της Συνδιασκέψεως του Λονδίνου «και επανέλαβε τας επιχειρήσεις αίτινες επεδείνωσαν την θέσιν μας».
Η επιστολή του Βενιζέλου απευθυνόταν στο στρατηγό Π.Δαγκλή και δημοσιεύτηκε στον «Ελεύθερο Τύπο» του βενιζελικού Ανδρέα Καβαφάκη, στις 19 Σεπτεμβρίου 1921 [12].
Η μοιραία πορεία προς την Άγκυρα, ωστόσο, με τελικό σκοπό την «τελική νίκη» κατέληξε σε αποτυχία.
Οι ελληνικές δυνάμεις υποχώρησαν, με μεγάλες απώλειες, στην προκεχωρημένη γραμμή που είχαν κερδίσει. Είχαν χάσει όμως κάθε ελπίδα ότι θα κατόρθωναν να αναδειχθούν νικητές στον μικρασιατικό πόλεμο.
Με νέα επιστολή από την Bagneres de Luchon προς τον Π.Δαγκλή, στις 13 Αυγούστου 1921, ο Βενιζέλος εξηγούσε την απολύτως αρνητική του άποψη για την εκστρατεία της Άγκυρας. Ακόμη και αν ο ελληνικός στρατός κατόρθωνε να καταλάβει την πρωτεύουσα του Κεμάλ, αυτό, υποστήριζε ο Βενιζέλος, δεν θα οδηγούσε στο νικηφόρο για την Ελλάδα τέλος του πολέμου [13].
Λίγες μέρες μετά (22 Αυγούστου 1921), ο αντιστράτηγος Α.Παπούλας, Αρχηγός της Στρατιάς της Μικράς Ασίας, ήρθε να επιβεβαιώσει τον Βενιζέλο. Σε έκθεσή του προς τον υπουργό Στρατιωτικών και την κυβέρνηση για την κατάσταση του μετώπου, έγραφε:
«Η Στρατιά ούσα εν απολύτω αγνοία της εν γένει πολιτικής καταστάσεως δεν δύναται να κρίνη αν τα προσδοκώμενα εκ της καταλήψεως της Αγκύρας οφέλη είναι τοιαύτα από πολιτικής απόψεως ώστε να ριψοκινδυνεύση την αντί πάσης θυσίας, έστω και με κίνδυνον μιας ήττας και επομένως μιας αποτυχίας του όλου Μικρασιατικού ζητήματος μετάβασιν μέχρις εκεί, ή αν το μέχρι τούδε επιτευχθέν αποτέλεσμα είναι αρκετόν ώστε η Κυβέρνησις να επωφεληθή αυτού προς επιτυχήν διαπραγμάτευσιν» [14].

Ούτε ο Βενιζέλος όμως, αλλά ούτε και ο αρχηγός της στρατιάς της Μικράς Ασίας ελήφθησαν υπ’όψιν από τους αντιβενιζελικούς. Η πλήρης δραπέτευση από την πραγματικότητα ήταν γεγονός: χωρίς κανένα σχέδιο θα επιχειρούνταν η κατάληψη της Άγκυρας.
Τα αποτελέσματα δεν άργησαν να έρθουν και οι συνέπειες για τον ελληνισμό της Ιωνίας γνωστές σε όλους.
Οι κρίσεις του Βενιζέλου, εν μέσω των εξελίξεων, έρχονται να αποδείξουν ότι η διορατικότητα και η οξύνοια αυτού του μεγάλου πολιτικού ήτανε πολύ μπροστά για την εποχή του. Τόσο μπροστά, που ο ελληνικός λαός στις εκλογές του 1920 δεν μπόρεσε να «δει» αυτό που έβλεπε ο Βενιζέλος. Το κατάλαβε δυστυχώς στην προκυμαία της Σμύρνης, όταν πλέον ήταν πολύ αργά.
doctor
______________________________________

[1] «Η ευγενής μας τύφλωσις», σσ.,249-288. Ο Γιάννης Γιανουλόπουλος αποφοίτησε το 1965 από τη Φιλοσοφική Σχολή (κατεύθυνση Ιστορίας και Αρχαιολογίας) του Πανεπιστημίου Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές του στο Παρίσι και στο Λονδίνο. Είναι διδάκτορας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου στη Νεώτερη Ευρωπαϊκή Ιστορία και μέλος του Institute of Historical Research της Αγγλίας. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1979. Δίδαξε νεώτερη και σύγχρονη ιστορία, ελληνική και ευρωπαϊκή, στο Πανεπιστήμιο Κρήτης (1979-1984). Από τον Σεπτέμβριο του 1984 διδάσκει τα ίδια και άλλα συναφή αντικείμενα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
[2] Ν.Petsalis-Diomidis, Greece at Paris Peace Conference 1919, Thessaloniki (Institute for Balkan Studies) 1978, σσ.109-16, 118-26,137-8. Μ.Llewellyn Smith, Greece in Asia Minor, σσ.66-7, 71-5. Harold Nicolson, Peace-making 1919, London (Constable) 1933, σσ.205, 208-9, 221. Μαζαράκης-Αινιάν, Αλέξανδρος, Ιστορική Μελέτη, 1821-1897 και ο πόλεμος του 1897 (μετά παραρτήματος 1898-1903), Αθήναι, 1950, σσ.244-5.
[3] Η «εντολή» της Entente είχε μεν σχέση με την «ασφάλεια των συμμαχικών δυνάμεων» (Άρθρο 7 της Συνθήκης του Μούδρου), αλλά τα συμφραζόμενα της αποφάσεως δεν άφηναν πολλές αμφιοβολίες –στην Αθήνα- ότι επρόκειτο για το πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση της ικανοποιήσεως των ελληνικών διεκδικήσεων. Paul Mantoux, Les deliberations du Conceil des Quatre, Paris (CNRS) 1955, vol.1, σσ.455-6,485-6,499. Κωνσταντίνος Θ.Ρέντης, Η εξωτερική πολιτική της Ελλάδος μετά την 1η Νοεμβρίου [1920], εν Αθήναις 1922, σσ.6-14. Το άρθρο 7 της Συνθήκης του Μούδρου προέβλεπε ότι «οι Σύμμαχες δυνάμεις [της Entente] έχουν το δικαίωμα να καταλαμβάνουν οποιοδήποτε στρατηγικό σημείο [της Οθωμανικής Επικράτειας] σε περίπτωση δημιουργίας καταστάσεως η οποία θα μπορούσε να απειλήσει την ασφάλειά τους.
[4] Το πλήρες κείμενο της Εκθέσεως, που συντάχθηκε μετά τριάντα έξι συνεδριάσεις της Ανακριτικής Επιτροπής, και εγκρίθηκε από το Ανώτατο Συμβούλιο του Συνεδρίου Ειρήνης, στο DBFP, First-Series, vol II, No7, Appendix A’, σσ.237-58, και, ελληνικά (το κύριο μέρος της), στο Μιχαήλ Μ.Ροδάς, Η Ελλάδα στην Μικράν Ασία (1918-1922), Αθήναι, 1950, σσ.146-55, όπου και η (όχι ιδιαιτέρως πειστική) «αντέκθεση» του Αλ.Μαζαράκη (σ.155-64). Για την ίδια Έκθεση και τα θλιβερά γεγονότα που την προκάλεσαν, όχι μόνον εκείνα της Σμύρνης, αλλά και του Αϊδινίου (29-30 Μαΐου), βλ.μεταξύ πολλών άλλων, Victoria Solomonides, Greece in Asia Minor:The Greek Administration of the Vilayet of Aidin, 1919-1922, διδακτορική διατριβή, King’s College, University of London, 1984, σσ.53-64, 81-2. Αλ.Μαζαράκης, ό.π. σ.262, 263-5. Μ.Llewellyn Smith, ό.π. σσ.89-91. Arnold Toynbee, The Western Question in Greece and Turkey: A study in the contract of civilizations, London (Constable) 1922, σσ. 390-405.
[5] Αρκετά από τα δυσμενέστατα κύρια άρθρα, κείμενα ειδικών ανταποκριτών ή σχόλια για την ελληνική παρουσία στην Σμύρνη, είχαν ως αφορμή, στην Αγγλία τουλάχιστον, τις ερωτήσεις τις σχετικές με τη συμπεριφορά των ελληνικών στρατευμάτων και των εντόπιων χριστιανών, τόσο κατά την πρώτη, όσο και κατά τις αμέσως επόμενες ημέρες της «κατοχής», που υπέβαλαν βουλευτές του Συντηρητικού, κυρίως, κόμματος στη Βουλή των Κοινοτήτων [Hansard,1919, vol.117, cols.303-4, 741, 1133-4, Vol.118, cols.22, 794,886,948-9,1531-3. Vol.119, cols.29-30,565,2016-7. Vols 120-125. Manchester Guardian, May 21, June 7 (επιστολή Βενιζέλου), June 27, 1919. Times, May 28, June 3, 1919. Daily Express, May 31, June 2, 1919.
[6] Μετά από την «ανάκριση» που πραγματοποίησε ο υποστράτηγος Παναγιώτης Γαργαλίδης.
[7] N.Petsalis-Diomidis, ό.π., 223-5.
[8] Για τον ρόλο του Αριστείδη Στεργιάδη, ύπατου αρμοστή της Σμύρνης βλ: http://www.inarcadia.gr/news/arthra/istorika/arist-stergiadis.pdf
[9] Βλ.επίσης και Record by Mr.Nicolson of a Conversation with Mr.Venizelos, Paris, January 27,1921, (E1740/10/19).
[10] Μ.Llewellyn Smith, ό.π., σσ.183-4, 186.
[11] Lord Granville (Athens) to FO, No 363 tel., June 25, 1921, E7478/143/44 και Νο 408 tel.July 15,1921, E8171/143/44. Frangulis, A.-F., La Grece et la Crise mondiale, Paris, 1926, σσ.284-5. «Οι όροι αυτοί δεν ήσαν άξιοι περιφρονήσεως, αφού παρείχον [εις την Ελλάδαν] την ελπίδα να επιτύχη την σύμπραξιν των Μεγάλων Δυνάμεων εις περίπτωσιν αρνήσεως του Κεμάλ όπως δεχθή τους όρους τούτους» έγραφε, κατόπιν εορτής, Ο Κωνσταντίνος Ρέντης, ο μετά το κίνημα του 1922 (και πολλές φορές έκτοτε σε Φιλελεύθερα κυβερνητικά σχήματα) υπουργός Εξωτερικών, για να προσθέσει ότι «ατυχώς κατά την Συνέλευσιν της 1ης Ιουλίου [1921] , οπότε ο κ.Γούναρης κατέθεσε το κείμενον της συμμαχικής προτάσεως και της ελληνικής απαντήσεως, δεν εζητήθησαν εξηγήσεις παρά των μη κυβερνητικών ομάδων, αίτινες τουναντίον μάλιστα απεριφράστως ενέκριναν την αρνητικήν απάντησιν της Κυβερνήσεως» (Κ.Ρέντης, ό.π. σ.82). Με την εξόχως διακριτική διατύπωση «μη κυβερνητικές ομάδες», ο Ρέντης αναφερόταν στο κόμμα του, το κόμμα των Φιλελευθέρων, το οποίον, απόντος του ιδρυτή και αρχηγού του, φρόντιζε να υπερθεματίζει στα λεγόμενα «εθνικά θέματα».
[12] Εφημερίδα «Ελεύθερος Τύπος», 19.9.1921, Π.Δαγκλής, Στρατηγός, Παναγιώτης Γ. Αναμνήσεις, Έγγραφα, Αλληλογραφία: Το Αρχείο του (επιμ.Ξ.Λευκοπατρίδης), 2 τ., Αθήναι (Βαγιονάκης) 1965, σ.405, 406-9.
[13] Και αυτή η επιστολή του Βενιζέλου δημοσιεύθηκε στον «Ελεύθερο Τύπο», στις 20.9.1921. Βλ. επίσης και Π.Δαγκλής, ό.π., σσ.410-2.
[14] «Έκθεση της Στρατιάς [Μικράς Ασίας] προς τον υπουργό Στρατιωτικών και την κυβέρνηση για την κατάσταση του μετώπου και την επιτακτική ανάγκη διακοπής των επιχειρήσεων προς Άγκυρα.22 Αυγούστου1921» . Συνετάχθη στο Στρατηγείον της Στρατιάς Μικράς Ασίας υπό του αρχηγού αυτής, Ανιστράτηγου Α.Παπούλα («ο πόλεμος στην Μικρά Ασία», «Η Ιστορία των Ελλήνων», εκδ.ΔΟΜΗ, τ.12, σσ.180-1.

Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Σαν να μην πέρασε μια μέρα


Ο Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ (1790-1872), Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα .

Έληξε πριν λίγες ημέρες η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων του Κτηματολογίου.
Δεν θα κρίνω εδώ την διαδικασία, το ότι δηλαδή οι υποβάλλοντες την αίτηση πληρώνουν στο κράτος (αλλά και σε κάποιον ειδικό για να τους την συντάξει αν οι ίδιοι δεν γνωρίζουν), ή την προχειρότητα –ειδικά των πρώτων ημερών- όσον αφορά την υποδομή των κτηματολογικών γραφείων και την ταλαιπωρία των ελλήνων πολιτών το καλοκαίρι που μας πέρασε.
Τα είδαμε, τα ζήσαμε και δυστυχώς θα τα ζούμε συνεχώς.
Η υπόθεση του Βατοπεδίου επιβεβαιώνει επίσης την υπόθαλψη της διαφθοράς και της διαπλοκής από την επίσημη εξουσία με την κάλυψη που της παρέχει η ανυπαρξία της καταγραφής των δημοσίων εκτάσεων.
Θα αναρωτιέται κανείς γιατί εδώ και σχεδόν δύο αιώνες που υπάρχει το ελληνικό κράτος δεν είχε λυθεί αυτό το ζήτημα, ή τουλάχιστον γιατί δεν απασχολούσε όλους τους κυβερνώντες από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μετά. Και όμως! Τους απασχολούσε, και μάλιστα από πολύ νωρίς. Παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα από τον Λούντβιχ Μάουρερ και το έργο του «ο ελληνικός λαός» που γράφτηκε το 1835.
Θα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι ότι τα περισσότερα από όσα απασχολούσαν τότε την ελληνική κοινωνία δεν έχουν λυθεί μέχρι σήμερα και θα διαπιστώσετε επίσης την διαχρονική αναποτελεσματικότητα της ελληνικής νομοθεσίας.
Ο εκάστοτε έλληνας νομοθέτης βλέπει με λύπη τους νόμους του να μένουν ευχολόγια και καλές προθέσεις και ουδέποτε να εφαρμόζονται, βλέπει την παρανομία και την αυθαιρεσία να επικρατούν, την διαφθορά και την παραοικονομία να έχουν επιβληθεί πλήρως, δημιουργώντας έτσι τη βεβαιότητα στον μέσο έλληνα νομοταγή πολίτη, ότι αποτελεί τον κύριο χρηματοδότη ενός συστήματος (μέσω των φόρων και των εισφορών που πληρώνει) που όταν το χρειάζεται (π.χ. όταν αρρωστήσει) όχι μόνο αυτό δεν είναι ανταποδοτικό, αλλά πρέπει να το χρηματοδοτήσει εκ νέου (με φακελάκι, γρηγορόσημο, λάδωμα κ.λπ.) για να μπορέσει να «απολαύσει» τα αυτονόητα.
Πάμε να δούμε όμως τι έγραφε ο Μάουρερ στα 1835 για την ελληνική πραγματικότητα:

«Εφόσον πριν από τον Απελευθερωτικό Αγώνα δεν υπήρχε ελληνικό κράτος, ήταν πολύ φυσικό να μην υπάρχουν και ελληνικά οικονομικά, ούτε και ελληνική οικονομική διοίκηση. Κάθε κοινότητα αντιμετώπιζε τις ανάγκες της με φόρους που επέβαλε η ίδια στους κατοίκους, και χρησιμοποιούσε και την κοινοτική τους περιουσία. Ο κάθε έλληνας όμως, εκτός από αυτούς τους κοινοτικούς φόρους, πλήρωνε στην τουρκική κυβέρνηση και κεφαλικό φόρο –το χαράτσι- καθώς και άλλους ακόμη έκτακτους φόρους [1].
Αλλά και σε αυτή την τελευταία περίπτωση, πάλι οι Έλληνες προύχοντες αναλάμβαναν να καταμερίσουν, κατά την κρίση τους το ποσό και να το εισπράξουν από τον κάθε έλληνα φορολογούμενο. Μόλις όμως άρχισαν να απελευθερώνονται οι επαρχίες, σταμάτησε αυτόματα και η καταβολή φόρων προς την τουρκική κυβέρνηση, και έπρεπε τώρα να δημιουργηθεί νέο δημόσιο ταμείο για την ελληνική κυβέρνηση.
Η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822, καταπιάστηκε αμέσως με αυτό το θέμα. Ψηφίστηκε η φορολογική ισότητα όλων των πολιτών [2].
Αποφασίστηκε ότι τα κτήματα του Δημοσίου δεν θα μπορούσαν απαλλοτριωθούν, παρά μόνον με την συγκατάθεση του Νομοθετικού Σώματος [3].
Η κυβέρνηση όφειλε να διαπραγματευτεί δάνεια [4], αλλά δεν θα είχε το δικαίωμα να επιβάλλει κανέναν φόρο, αν δεν ψηφιζόταν ο σχετικός νόμος [5].
Όλες γενικά οι Εθνοσυνελεύσεις -και ιδιαίτερα του Άργους το 1829[6]- ασχολήθηκαν με το ζωτικό αυτό πρόβλημα της αντιμετώπισης των οικονομικών, αλλά τα ταμεία του κράτους παρέμεναν άδεια.
Τα μόνα εισοδήματα στα οποία μπορούσε να υπολογίζει το νεοδημιούργητο κράτος ήταν τα εθνικά κτήματα, οι δημόσιοι φόροι, τα δάνεια και ακόμη οι εισφορές και δωρεές. Όλη η εδαφική επιφάνεια της Ελλάδας ανήκε, σύμφωνα με την τουρκική νομοθεσία, στον σουλτάνο. Μόλις όμως απελευθερώθηκε η χώρα, όλη αυτή η απέραντη ιδιοκτησία ήρθε στα χέρια του ελληνικού κράτους.
Δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια πόση ήταν ακριβώς η έκτασή της, πάντως θα πρέπει να ήταν οπωσδήποτε πάνω από το μισό της εδαφικής επιφάνειας. Μερικοί μάλιστα την υπολογίζουν, μαζί με τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα, στα δεκαοχτώ ή δεκαεννιά εικοστά της εδαφικής έκτασης, και ότι μόνο το ένα εικοστό θα ανήκε σε ιδιώτες.
Όλα αυτά τα εθνικά κτήματα χωρίστηκαν –κατά έναν πολύ παράξενο τρόπο- σε δύο κατηγορίες, σε φθαρτά ελληνικά κτήματα και σε άφθαρτα. Στα φθαρτά υπολογίστηκαν οι μύλοι, διάφορα οικήματα και άλλα χτίρια, που η Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 [7] τα παραχώρησε στην κυβέρνηση και της έδωσε το δικαίωμα να τα πουλήσει.
Έτσι, πολύ γρήγορα, το ένα πίσω από το άλλο, πουλήθηκαν όλα σε ιδιώτες, αλλά η αξία τους δεν πληρώθηκε ποτέ.
Επανειλημμένα σχηματίστηκαν διάφορες επιτροπές για να ελέγξουν αυτούς τους τίτλους ιδιοκτησίας και να βεβαιώσουν αν τελικά πληρώθηκαν. Αλλά, μολονότι οι καταστάσεις γράφτηκαν και ξαναγράφτηκαν πολλές φορές, μολονότι οι επιτροπές αυτές κόστισαν αρκετά στο Δημόσιο, το μόνο αποτέλεσμα ήταν να εξακριβωθεί ότι πολλά εκατομμύρια οφείλονταν ακόμη, από τα οποία ούτε δραχμή δεν εισέπραξε ποτέ το κράτος.
Και όταν, μετά την παραίτηση του κόμητα Αυγουστίνου [8]ανέλαβε η Διοικητική Επιτροπή, ακόμα πουλιόντουσαν τέτοια κτήματα, αλλά τα χρήματα πήγαιναν, λέει, σε διάφορες απαιτήσεις κατά του Δημοσίου. Εν πάση περιπτώσει, και μέχρι σήμερα ακόμη (σ.σ.1835), το θέμα παραμένει σε εκκρεμότητα.
Ας έρθουμε τώρα στα λεγόμενα άφθαρτα εθνικά κτήματα. Τα περισσότερα από αυτά ήταν έρημες και ακαλλιέργητες εκτάσεις, γι’αυτό και η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου αποφάσισε ότι αυτά πρέπει να πουληθούν, αλλά πάντα με την έγκριση του Νομοθετικού Σώματος [9].
Αλλά, παρά τις ξεκάθαρες αυτές διατάξεις, πολλά από αυτά τα κτήματα βρέθηκαν σε χέρια ιδιωτών, χωρίς να εκδοθούν επίσημοι τίτλοι.
Επιπλέον, έμειναν και ακαλλιέργητα, γιατί όσοι τα πήραν, είχαν τόσα πολλά, που δεν προλάβαιναν να τα καλλιεργήσουν όλα μαζί. Έσπερναν λοιπόν πότε εδώ και πότε εκεί και τα υπόλοιπα τα χρησιμοποιούσαν για βοσκοτόπια. Η δεύτερη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 [10] για να ξαναπάρει πίσω αυτά τα κτήματα που είχαν πουληθεί παράνομα, ακύρωσε όλες αυτές τις αγοραπωλησίες, αλλά παρ’όλα αυτά, τα κτήματα παρέμειναν στους νέους κατόχους τους.
Επί Καποδίστρια έγινε νέα απόπειρα να τακτοποιηθεί το θέμα και συνάμα να εξασφαλιστούν από δω και πέρα οι νόμιμοι κάτοχοι. Με μια απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του Άργους, το 1829, σχηματίστηκαν δύο επιτροπές, η μια για να ελέγξει τους τίτλους και να τακτοποιήσει συμβιβαστικά το πράγμα, και η άλλη για να κρίνει οριστικά τις περιπτώσεις που δεν μπορούσε να λύσει η πρώτη επιτροπή [11]. Οι επιτροπές πράγματι συγκροτήθηκαν [12], αλλά παρέμειναν όπως ήταν.
Η ίδια Εθνοσυνέλευση πήρε και άλλες δύο αποφάσεις σχετικά με τα έσοδα από την πώληση των εθνικών κτημάτων.
Η μια, για να δοθεί μια ενίσχυση στους στρατιώτες και τους ναύτες [13] και η άλλη για να βοηθηθούν οι κοινότητες και να καθορισθούν τα όρια της καθεμιάς [14].
Δεν εκτελέστηκε όμως ούτε η μία, ούτε η άλλη. Και ένα άλλο ακόμη ψήφισμα [15] για διανομή γης στους κατοίκους των κοινοτήτων, έμεινε κι αυτό ανεκτέλεστο.
Τέλος, και μια άλλη απόφαση της ίδιας Εθνοσυνέλευσης σχετικά με την καταγραφή των εθνικών κτημάτων, ώστε να καταρτισθεί ένα γενικό κτηματολόγιο [16] είχε την ίδια τύχη με τις προηγούμενες. Γιατί, ναι μεν ιδρύθηκε η επιτροπή, αλλά σύμφωνα με το πόρισμά της, η Πελοπόννησος και μόνο είχε χάσει τουλάχιστον τα 9/10 από την παλιά εδαφική της έκταση! Η δουλειά ξανάρχισε από την αρχή, αλλά κι εδώ δεν έγινε τίποτα [17]».

Διαβάζοντας τα παραπάνω και συνδέοντάς τα με τα του Κτηματολογίου αλλά και του Βατοπεδίου, νομίζω ότι το «σαν να μην πέρασε μια μέρα» αυτοδικαίως τιτλοφορεί το παρόν θέμα.
Κλείνω με την εύστοχη διαπίστωση του Νίκου Σπηλιάδη, από την ίδια εποχή:
«Άνευ ιδιοκτησίας δεν υπάρχει ούτε κοινωνία ούτε δικαίωμα.
Η ιδιοκτησία είναι η πηγή της ελευθερίας και της μεταξύ των πολιτών ισότητας. Είναι η βάσις του γενικού συμφέροντος και όλων των δικαιωμάτων.
Ήτο λοιπόν ανάγκη να ψηφισθή έκτοτε η διανομή της γης και όλων των εθνικών κτημάτων, και έκτοτε να ληφθώσι μέτρα ώστε να διανεμηθώσι δικαίως και αναλόγως εις όλους τους Έλληνας.
Ούτως ήθελαν εξασφαλίσει την ελευθερίαν και ευδαιμονίαν των. Ούτως ήθελον ευπορήσει άπαντες και αποκατασταθή πραγματικώς ανεξάρτητοι, και φυλάξει τα δικαιώματά των. Ήλπιζον οι Έλληνες καταστραφέντες εις τον πόλεμον, ν’ανταμειφθώσιν από τα εθνικά κτήματα. Αλλά θα ψευσθώσιν των ελπίδων των» [18].

doctor
_________________________________

[1] Οι σημαντικότερες διακρίσεις σέ βάρος των χριστιανών αφορούσαν τήν φορολογία αφού σύμφωνα μέ τό Ισλάμ οι πιστοί πρέπει νά ζούν εις βάρος των απίστων. Η φορολογία ήταν δυσβάστακτη καί οι υπόδουλοι λαοί έφεραν όλο τό βάρος της συντήρησης του οθωμανικού στρατού. Αυτός άλλωστε ήταν ο κύριος λόγος γιά τόν οποίο οι εκάστοτε σουλτάνοι ανεχόντουσαν τήν ύπαρξη μή μωαμεθανών υπηκόων. Ενώ υπήρξαν δεκάδες φόροι, εκείνος πού έχει μείνει γνωστός ακόμα καί σήμερα είναι τό χαράτσι (κεφαλικός φόρος), δηλαδή ο φόρος πού πλήρωνε ο άπιστος γιά νά έχεί τό δικαίωμα γιά ένα χρόνο νά έχει τό κεφάλι τους στούς ώμους του. Στούς φόρους πρέπει νά προσθέσουμε τά "μπαξίσια" πού ελάμβαναν οι υπάλληλοι καί οι τοπικοί άρχοντες οι οποίοι έκαναν δυσβάσταχτη τήν καθημερινή ζωή τών ραγιάδων.
[2] Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822, Άρθρο 8.
[3] Ως άνω, Άρθρο 62.
[4] Ως άνω, Άρθρο 61.
[5] Ως άνω, Άρθρο 8.
[6] 3ο Διάταγμα της 29 Ιουλίου/7 Αυγ.1829.
[7] Σχετικές οδηγίες προς την κυβερνητική επιτροπή δόθηκαν με το Άρθρο 2 της 13ης Απριλίου 1826.
[8] Ο Μάουρερ αναφέρεται στον αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια.
[9] Σύνταγμα του 1822, Άρθρο 62.
[10] Ψήφισμα της 15ης Απριλίου 1826 (παλ.ημερολόγιο), Άρθρο 2.
[11] Γ’ Ψήφισμα της 26 Ιουλίου/7 Αυγ. 1829.
[12] Ψήφισμα της 13/25 Νοεμβρίου 1830, αριθ.244.
[13] Ε’ Ψήφισμα της 29 Ιουλίου/10 Αυγ. 1829, Άρθρο 4 αριθ.3.
[14] Γ’ Ψήφισμα της 26 Ιουλίου/7 Αυγ. 1829, Άρθρο 7.
[15] Ψήφισμα της 26 Αυγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1830.
[16] Γ’ Ψήφισμα της 26 Ιουλίου/7 Αυγ. 1829, Άρθρο 7.
[17] Γκέοργκ Λούντβιχ Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός (Χαϊλδεβέργη 1835), Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα 1976, όπως παρατίθεται στο «Ελλάς, η Σύγχρονη συνέχεια», σσ.168-170. Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ (1790-1872): Νομομαθής με σημαντικό επιστημονικό έργο. Ως μέλος της αντιβασιλείας (1833-34) είχε την ευθύνη, εκτός του εκκλησιαστικού ζητήματος, της συγκρότησης της ποινικής νομοθεσίας και της οργάνωσης της διοίκησης. Σημαντικό είναι το τρίτομο έργο του O Eλληνικός Λαός που εκδόθηκε στη Γερμανία στα 1835.
[18] Ν.Σπηλιάδης, «Απομνημονεύματα διά να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ελληνικήν Ιστορίαν» (1821-1843), τ.Α’ φωτομηχ.ανατ.-επιμ. Παν.Φ.Χριστόπουλου-εκδ.Κ.Διαμάντη, Βιβλιοθήκη Γ.Α.Κ., Αθήνα 1972, σ.506.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία (μέρος 3ο)



3. Οι ανατολιστές.

Ο ανατολισμός [1] εκφράζει μια αναζήτηση τουρκικής ταυτότητας που βασίζεται σε μια γεωγραφική επικράτεια, την Ανατολία, δηλαδή τη Μικρά Ασία. Το «έθνος» αποτελείται από τους απογόνους όλων των λαών της Ανατολής: Χεταίους, Ίωνες, Οθωμανούς κ.α. αλλά όχι απαραιτήτως από τα τουρκικά φύλα που ήρθαν από την κεντρική Ασία. Ενώ δηλαδή η Τουρκική Ιστορική Θέση [2] πρέσβευε ότι οι αρχαίοι λαοί ήταν Τούρκοι, οι ανατολιστές υποστήριξαν ότι οι σύγχρονοι Τούρκοι είναι απόγονοι των αρχαίων αυτόχθονων λαών.
Οι ανατολιστές παρουσίασαν τους αρχαίους έλληνες σαν πηγή εθνικής κληρονομιάς, αποσιώπησαν την ύπαρξη των Βυζαντινών και παρουσίασαν τους Νεοέλληνες και ειδικά τους «Ρωμιούς» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σαν συμμάχους τους, στο βαθμό που οι Ρωμιοί αναγνώριζαν την «ευεργετική» τουρκική ηγεμονία.
Αυτού του είδους οι απόψεις είναι διαδεδομένες και εκφρασμένες με έντονα συγκεχυμένο αλλά και αντιφατικό τρόπο, από διάφορους «διανοούμενους» οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως «σύγχρονοι», «εξευρωπαϊστές», «αριστεροί», κ.α., και που υποτίθεται ότι δεν υποστηρίζουν «εθνικιστικές απόψεις».
Τονίζουν ότι δεν οικειοποιούνται θεωρίες που βασίζονται στην καθαρότητα κάποιας φυλής και αναγνωρίζουν την πολυδιάστατη καταγωγή των λαών. Συνήθως αποστασιοποιούνται από τα θρησκευτικά πιστεύω. Μια προσεχτική ανάγνωση όμως των κειμένων των ανατολιστών, φέρνει στο φως μια διαφορετική έκφραση εθνικιστικών απόψεων.
Δεν αναγνωρίζεται ότι το «έθνος» είναι ένα σύγχρονο ιστορικά φαινόμενο και ότι βασικά ο αυτοπροσδιορισμός καθορίζει την εθνική ταυτότητα.
Οι φυλετικές προσμείξεις παρουσιάζονται ως το κυρίαρχο συστατικό της πολυπολιτισμικότητας και της συγγένειας των εθνών.
Τελικά, οι «Τούρκοι» παρουσιάζονται ως η τελική έκβαση της ιστορίας.
Η αναγνώριση της κυριαρχίας και της αξίας του τουρκικού έθνους είναι το ζητούμενο και δεν παρατηρείται κάποια ενσυναίσθηση απέναντι στα άλλα έθνη ή στους άλλους λαούς.
Οι επαγγελματίες ιστορικοί δεν ανέπτυξαν αυτές τις θέσεις με συστηματικό τρόπο. Βλέπουμε όμως τον πρώην πρωθυπουργό της Τουρκίας, Τουργούτ Οζάλ, να εκδίδει το 1988 στα γαλλικά και το 1991 στα αγγλικά, ένα βιβλίο «ιστορίας» με καθαρά πολιτικά κίνητρα, δηλαδή με σκοπό να συμβάλλει στην ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υποστηρίζοντας βασικά τις θέσεις των ανατολιστών. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι η Τουρκία αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής κοινότητας επειδή είναι κληρονόμος των αρχαίων πολιτισμών και ειδικά της Ιωνίας.
Ένας δεύτερος συγγραφέας, είναι ο Bilge Umar ο οποίος το 1974 εξέδωσε μια μελέτη σχετικά με την κατοχή της Σμύρνης από τους Έλληνες στα χρόνια 1919-1922 και το οποίο ξεχωρίζει για την παραδειγματική αντικειμενικότητά του αλλά και για την εμφανή ενσυναίσθηση απέναντι σε ένα ανθρώπινο δράμα [3].



4. H κριτική σχολή.

Οι προαναφερθείσες προσεγγίσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αν και σε διαφορετικό βαθμό, όλες αναπτύσσουν έναν απολογητικό λόγο που τελικά εξωραΐζει το «τουρκικό» παρελθόν. Η ταύτιση μπορεί να ερμηνευτεί σαν εκδήλωση εθνικής ταυτότητας ή «συνείδησης». Αυτό γίνεται ειδικά εμφανές όταν τα γεγονότα συμπεριλαμβάνουν τον «άλλον». Σε αυτές τις περιπτώσεις κάποια υποθετική σχέση ανάμεσα στο «Εμείς» και το «Άλλοι» λειτουργεί με τρόπο που επιβάλλει ένα είδος υποχρέωσης στον ιστορικό να επιλέξει τη θέση του σε σχέση με τους συμβαλλόμενους. Υπάρχει βέβαια και μια αρκετά σημαντική μερίδα Τούρκων ιστορικών οι οποίοι δεν ταυτίζονται απόλυτα με αυτό το παρελθόν. Αυτοί οι ιστορικοί αναπτύσσουν κριτική κατά πολλών πρακτικών του «έθνους» ή ορισμένων «προγόνων», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διατηρούν μια «ταυτότητα» που επιτρέπει τη χρήση του εθνικού προσδιορισμού «Τούρκος ιστορικός».
Η κριτική σχολή είναι σχετικά νέα. Εμφανίζεται τη δεκαετία του ’60 και έκτοτε κάνει αισθητό το λόγο της με εντεινόμενη συχνότητα. Εκτός από τους ιστορικούς, κοινωνιολόγοι, διεθνολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες, ακόμη και δημοσιογράφοι, δηλαδή «διανοούμενοι», μπορούν να ενταχθούν στην κριτική σχολή στο βαθμό που ερμηνεύουν ιστορικά γεγονότα.
Η μαρξιστική ερμηνεία γίνεται συχνά αισθητή σε αυτές τις κριτικές τοποθετήσεις. Ένα κύριο χαρακτηριστικό σχεδόν όλων αυτών που αποτελούν την κριτική σχολή είναι η διάθεση αποστασιοποίησης από τον εθνικισμό. Αριθμητικά οι «κριτικοί» ιστορικοί αποτελούν μια μειονότητα μέσα στη γενική τουρκική ιστοριογραφία, αλλά το κύρος τους είναι δυσανάλογα μεγάλο.
Ο Zafer Toprak, o Şevket Pamuk και ο Çağlar Keyder, παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και προτείνουν μια ισορροπημένη εκτίμηση των ρόλων τους.
Ενώ οι «παραδοσιακοί ακαδημαϊκοί» βλέπουν τους έλληνες να υποκινούν το ρεύμα του εθνικισμού στο χώρο των Οθωμανών, ο Toprak υποστηρίζει ότι η πολιτική του οθωμανικού κράτους κατά των μη μουσουλμάνων, ειδικά τα τελευταία χρόνια και κατά τις περιόδους πολέμων, αποκλείοντάς τους από την οικονομική ζωή της χώρας, κλιμάκωσε τις εθνικιστικές αντιδράσεις [4].
Ο Pamuk αντικρούει το επιχείρημα ότι το ελληνικό στοιχείο συνεργάστηκε με το «ξένο κεφάλαιο» εις βάρος του τουρκικού και υποστηρίζει ότι οι Έλληνες συνέβαλαν αποφασιστικά και θετικά στην οικονομία της χώρας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναπτύσσοντας το εμπόριο. Ο ιστορικός αυτός προτείνει την επανεξέταση του ρόλου των μη μουσουλμάνων στον οικονομικό τομέα και την εγκατάλειψη των προκαταλήψεων της παραδοσιακής ιστοριογραφίας [5].
Ο Keyder, εκλαμβάνει την αναδυόμενη ελληνική αστική τάξη ως μια θετική ιστορική εξέλιξη που προώθησε τον εκσυγχρονισμό της οθωμανικής κοινωνίας. Η δε εξαφάνιση αυτής της τάξης από την πολιτική και κοινωνική σκηνή της Αυτοκρατορίας εμπόδισε μια ομαλότερη εξέλιξη που τελικά θα ισορροπούσε την αυταρχικότητα της παραδοσιακής γραφειοκρατικής μηχανής [6].
Ο πολιτικός επιστήμονας Taner Timur επικρίνει την τουρκική ιστοριογραφία η οποία δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τη συμβολή των μη μουσουλμάνων στην οικονομική αλλά και στην πολιτισμική ζωή της Αυτοκρατορίας [7].
Ο Osman Ergin, εκτίμησε σωστά τη θέση των μη μουσουλμάνων μέσα στην κοινωνία, και ο Ekrem Akurgal αναγνώρισε την ελληνική πραγματικότητα και κατέκρινε την εμπάθεια που εκφράστηκε από Τούρκους ιστορικούς [8].
Δύο δημοσιογράφοι, o Ridvan Akar [9] και η Hülya Demir [10], δύο συγγραφείς, οι Hulusi Dosdoğru [11] και Yeldağ Özcan [12]), και ένας κοινωνιολόγος ο Ayhan Aktar[13], εξέδωσαν εργασίες σχετικά με τον Φόρο Περιουσίας του 1942, τα Σεπτεμβριανά του 1955 και τις Απελάσεις του 1964. Αυτές οι έρευνες, οι οποίες έριξαν άπλετο φως σε αυτά τα γεγονότα, χαρακτηρίζονται όχι μόνο από υποδειγματική αντικειμενικότητα αλλά και από μια διάθεση να υπερτονίσουν τους ανθελληνικούς χειρισμούς των τουρκικών αρχών. Η υπέρβαση των εθνικών σκοπιμοτήτων είναι εμφανέστερη στις εργασίες αυτής της ομάδας.
Η κριτική σχολή δεν αποτελεί μια συμπαγή ή οργανικά συνδεδεμένη ομάδα. «Το Ίδρυμα Ιστορίας» («The Economic and Social History Foundation of Turkey») που ιδρύθηκε το 1991 με την πρωτοβουλία 264 διανοουμένων λειτουργεί σαν ένα άτυπο κέντρο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της «κριτικής ιστοριογραφίας». Το ίδρυμα εκδίδει βιβλία, οργανώνει εκθέσεις και διατηρεί κέντρο πληροφοριών [14].

***
Έτσι, με την κριτική σχολή, η οποία αποτελεί ό,τι πιο ελπιδοφόρο υπάρχει για τον εκσυγχρονισμό της γείτονος χώρας αλλά και για την υπέρβαση των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, τελειώνει το αφιέρωμα στην τουρκική ιστοριογραφία αναφορικά με το πως αυτή «βλέπει» τους έλληνες.
Η αντικειμενική και αμερόληπτη καταγραφή της ιστορίας, μέσα από ένα αυστηρά επιστημονικό πρίσμα και μεθοδολογία, η ανανοηματοδότηση των εννοιών και η αναθεώρηση των στρεβλώσεων και των στερεοτύπων, είναι τα εχέγγυα μιας αρμονικής και ειρηνικής συμβίωσης των δύο λαών. Η κριτική σχολή στην Τουρκία και στην Ελλάδα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, κινούνται στην οδό της ειρήνης. Η οδός αυτή όμως έχει νόημα όταν δεν αποκρύπτει εγκλήματα, δεν δικαιολογεί σφαγές, δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, δεν υποβαθμίζει γεγονότα. Το άλλο άκρο είναι να στηθεί μια ανειλικρινής και επίπλαστη πολιτική φιλία μέσω των αποσιωπήσεων, των παραχαράξεων και της απόκρυψης των ελαττωμάτων του «Άλλου».
Αφού συγχαρώ τον κ.Μήλλα για το υπέροχο βιβλίο του, «Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων» το οποίο αποτέλεσε την πηγή των τριών αυτών θεμάτων και το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα, κλείνω, παραθέτοντας από τον επίλογο του βιβλίου:
«Αντί ενός ιστορικού ή ενός ιδεατού «Άλλου», να παρουσιαστεί ο συγκεκριμένος, ο υπαρκτός γείτονας. Με όλα του τα ελαττώματα θα είναι καλύτερος. Η απεξάρτηση από τα εθνικά στερεότυπα είναι τελικά ένα προσωπικό στοίχημα. Όχι χωρίς τίμημα. Κερδίζεις την ελευθερία κρίσης και χάνεις τη βολή της κοινωνικής συγκατάβασης».

doctor
_________________________________________

[1] Ο ανατολισμός πρωτοεκφράστηκε την δεκαετία του ’50 από τον ιστορικό κα μυθιστοριογράφο Cevat Şakir Kabaağaçlı γνωστό με το ψευδώνυμο Halikarnas Balıkçısı, δηλαδή ο Ψαράς της Αλικαρνασσού, και βασικά μέσα από τα κείμενα των μυθιστορημάτων. Ο μυθιστοριογράφος Kemal Tahir, o δοκιμιογράφος Σεβαχαττήν Εyuboglu και η κλασσική φιλόλογος Αζρά Erhat είναι άλλα γνωστά ονόματα που καλλιέργησαν αυτή τη θέση.
[2] Για την Τουρκική Ιστορική Θέση βλ.υποσημείωση 8 του α’ μέρους.
[3] Bilge Umar, Izmir’ de Yunanlilarin Son Günleri, Ankara, Bilgi, 1974.
[4] Toprak, Zafer, Turkiye’de Milli Iktisat 1908-1918, Ankara:Yurt,1982, σ.19.
[5] Pamuk, Şevket , Osmanli-Turkiye Iktisat Tarihi 1500-1914, Κων/πολη: Gerçek ,1988,σσ. 179-181.
[6] Keyder, Çağlar, State and Class in Turkey, Αγγλία: Verso,1987, σ.47.
[7] Timur, Taner, Osmanli çalışmaları, Ankara: Verso, 1989,σσ.14,62.
[8] Akurgal, Ekrem, “Eski Anadolu’ da Yunanlilar” στο Genelkurmay Askeri Tarih ve Stratejik Etüt Başkanlığı, Türk-Yunan İlişkileri ve Megalo Idea. Ankara: Kültür ve Turizm Bakanlığı Yayinlari, 1985, σ.61.
[9] Akar, Ridvan, Varlik Vergisi, Κωνσταντινούπολη: Belege, 1992.
[10] Demir, Hülya, και Akar, Ridvan, Istanbul’un Son Surgunleri, Κωνσταντινούπολη: İletişim, 1994.
[11] Dosdoğru , M. Hulusi , 6/7 Eylül Olayları, Κωνσταντινούπολη: Bağlam, 1993.
[12] Özcan, Yeldağ, Istanbul’da, Diyarbakir’da Azalirken, Kωνσταντινούπολη: Belge,1996.
[13] Aktar, Ayhan, Varlik Vergisi ve "Türkleştirme” Politikalari, Κωνσταντινούπολη: İletişim,2000.
[14] Ηρακλής Μήλλας, Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων, σσ.144-150.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Εδώ Πολυτεχνείο



Του Βασίλη Ραφαηλίδη.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιώργο, έναν καλοκάγαθο αστυφύλακα μιας κάποιας ηλικίας που έπαιρνε σύνταξη σε λίγο. Απ’ αυτόν μαθαίναμε στο κρατητήριο, όπου οι εφημερίδες απαγορεύονταν αυστηρά, τα σημαντικά διεθνή γεγονότα. Αυτός ήταν που μας πληροφόρησε για το θάνατο του Γκεβάρα, για τον οποίο, άλλωστε, με δυσκολία έκρυβε το θαυμασμό του. Φυσικά, όλα αυτά μας τα’λεγε εμπιστευτικά, σχεδόν συνωμοτικά.
Ωστόσο, δεν έκανε ποτέ κουβέντα για τη χούντα και τα σχετικά με τον πάνω κόσμο, των ζώντων ελλήνων. Αυτών που ακόμα δεν ήξεραν τίποτα για τη μεγάλη ευκαιρία που θα τους προσέφερε το Πολυτεχνείο αργότερα, ώστε να νοιώσουν κι αυτοί λιγάκι αντιφασίστες, χαμένοι μέσα στη μεγάλη μάζα των δημοκρατών που πολιορκούσαν το Πολυτεχνείο.
Το μεγάλο πλήθος παρέχει ασφάλεια. Όσους κι αν συλλάβουν, όσους κι αν σκοτώσουν, ξέρεις πως οι πιθανότητες να σου συμβεί κακό είναι περίπου ίσες με τις πιθανότητες να κερδίσεις τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Ρισκάρεις λοιπόν, σχεδόν εκ του ασφαλούς κι έτσι ανέξοδα αποχτάς το δικαίωμα να παριστάνεις τον αντιστασιακό. Πού ήταν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι όταν τους είχαμε ανάγκη; Μα, περίμεναν να ξεθυμάνει η χολέρα που λέγεται χούντα για να βγουν από το καβούκι, αυτοί οι καλοί νοικοκυραίοι.

Το μπουντρούμι της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας βρίσκεται πίσω από το Πολυτεχνείο. Κι όσοι πέρασαν από εκεί, δεν νομίζω πως θα ήταν δυνατό να έχουν διάθεση να συνεορτάσουν με τους πανηγυριώτες της 17ης Νοέμβρη.
Ο λαός της Αθήνας έβλεπε την χούντα να καταρρέει από τα ίδια της τα ανομήματα και μπήκε στον εύκολο αγώνα, έτσι για την τιμή των όπλων, που λέμε, και ίσα-ίσα για να λέμε πως την χούντα την έριξε ο λαός, τη στιγμή που και οι κότες ξέρουν εκείνο που καμώνονται πως δεν ξέρουν τα μουλάρια, ότι δηλαδή η χούντα έπεσε γιατί σάπισε. Γιατί, λοιπόν, σκοτώνονται να μαζέψουν τα σάπια φρούτα που κάθε χρόνο πέφτουν κάτω από το δέντρο του Πολυτεχνείου οι όψιμοι αντιστασιακοί; Και, βέβαια, δεν αναφέρομαι εδώ στους έτσι κι αλλιώς ζωηρούς έφηβους που, με κάθε ευκαιρία, το παίζουν επαναστάτες ή περίπου.
Ένας κόμπος κάθεται στο λαιμό μου κάθε φορά που περνώ έξω από το Πολυτεχνείο.
Εκεί μπροστά μας ξεφόρτωσαν για να μας παν στη σήμανση, λίγο πιο κάτω, στα Χαυτεία. Από την Ασφάλεια μέχρι το Πολυτεχνείο, η απόσταση είναι δυο βήματα.
Κι ωστόσο μας φόρτωσαν στην κλούβα για να μας ξεφορτώσουν λίγο παρακάτω. Ίσως δεν ήθελαν να βλέπουν οι περαστικοί πως από την Ασφάλεια βγαίνουν πολιτικοί κρατούμενοι δεμένοι με χειροπέδες, σαν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου.
Ευτυχώς, να λες, που ήμουν δεμένος με τον Περικλή Κοροβέση –πάντα με τον Περικλή θα με δένουν από δω και πέρα σε κάθε μετακίνηση.
Ίσως γιατί στην πρεμιέρα ήμασταν πολύ καλοί σαν ζευγάρι κωμικών. Ασουλούπωτοι και οι δύο, άνθρωποι με χιούμορ και οι δύο, προσφέραμε θέαμα υψηλής ποιότητας στο εθνικό θέατρο του παραλόγου.
Μας μεταφέρουν την άλλη μέρα από την οδό Μπουμπουλίνας στην οδό Ρεθύμνης, εκεί κοντά, προς τη λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Σε ένα νεοκλασικό της συμφοράς, ήταν οι κοιτώνες των αστυφυλάκων που υπηρετούσαν στην Ασφάλεια.
Ήταν σκοτάδι πίσσα εκεί μέσα.
Από πουθενά δεν έμπαινε φως και πουθενά δεν άναβε φως.
Καμιά εικοσαριά ανθρώπους, μας αδειάζουν στον καινούργιο μας τάφο.
Δεν έχω ιδέα, κανείς δεν θα ήταν δυνατό να έχει ιδέα, πόσες μέρες μείναμε εκεί.
Ούτε ρολόι, ούτε φως, ούτε ώρες ύπνου, ούτε ώρες ξύπνιου.
Προσπαθούσαμε να μετρήσουμε το χρόνο με το κατούρημα. Δύο κατουρήματα, μια μέρα.
Το φαΐ, οι μανάδες συνέχιζαν να το πηγαίνουν στην Μπουμπουλίνας.
Στη Ρεθύμνης ήμασταν ινκόγκνιτο. Κανείς δεν ήξερε πως υπάρχει κρατητήριο, παρεκκλήσιο το λέγαμε, στην οδό Ρεθύμνης. Όλοι γνώριζαν τον μητροπολιτικό ναό της οδού Μπουμπουλίνας, κι εκεί πήγαιναν τις προσφορές τους.
Και οι διάκονοι του εθνικού συμφέροντος, όπως λέμε στην Ελλάδα το ιδιωτικό συμφέρον, μετέφεραν τον άρτον ημών τον επιούσιον ιεροκρυφίως στο παρεκκλήσιον, όπου και κοινωνούσαμε των αχράντων μυστηρίων των σωτήρων του έθνους. Ανοίγαμε τα τάπερ στα τυφλά, κι ό,τι άρπαζαν τα δάχτυλα, τούτο το πανάρχαιο πηρούνι που είναι δυνατό να λειτουργήσει και σα μαχαίρι. Κεφτέδες, φώναζε ο ένας τυφλοπόντικας. Κοτόπουλο έλεγε από δίπλα ο άλλος τυφλοπόντικας. Ήταν το παιχνίδι μας. Κι ο Περικλής Κοροβέσης να λέει ανέκδοτα και να μη σώνει ποτέ.

Μεταφορά στις φυλακές Αβέρωφ: ρίγη συγκινήσεως ανεβοκατέβαιναν στην αντεθνική μου ράχη μου καθώς περνούσα στην πύλη των φυλακών Αβέρωφ. Κόσμος και κοσμάκης πέρασε από τις σωφρονιστικές φυλακές Αβέρωφ, από το 1892 που κτίστηκαν μέχρι πριν από λίγα χρόνια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί στην θέση τους ο σημερινός Άρειος Πάγος, κοντά στην Ασφάλεια, επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Το θέμα είναι να μην μπεις φυλακή. Όμως, έτσι και μπεις, αισθάνεσαι ελεύθερος. Κανείς δεν μπορεί να σε συλλάβει όταν ήδη σε έχουν συλλάβει και σε έχουν βάλει φυλακή. Παίζαμε σκάκι, παιχνίδι θα’ λεγες σπέσιαλ για φυλακισμένους που δεν κατάλαβα πως γίνεται και το παίζουν και εκτός φυλακής. Κάναμε διαλέξεις με θέματα γενικού εγκυκλοπαιδικού ενδιαφέροντος, αφήνοντας την πολιτικολογία για τις κατ’ ιδίαν ατέλειωτες συζητήσεις, και γενικά περνούσαμε την παγιδευμένη ζωή μας με τον πιο εποικοδομητικό τρόπο, όπως έλεγαν οι συνηθισμένοι στη χρηστομάθεια παλιότεροι σύντροφοί μας, που ένοιωθαν στη φυλακή σα στο σπίτι τους. Ειδικότερα ο Χρόνης Μίσσιος, που είχε πάθει τον παθών του τον τάραχο μια ζωή στις φυλακές και στα απομονωτήρια των φυλακών, ήταν σχεδόν ευτυχής που πρώτη φορά στην καριέρα του ως δεσμώτης βρίσκονταν ανάμεσα σε τόσους πολλούς και τόσο διαπρεπείς συντρόφους. Δίπλα μου ακριβώς, κολλημένο στη γωνία, ήταν το κρεβάτι του Λεωνίδα Κύρκου, που δεν ήταν ακόμα ούτε ευρωκομμουνιστής, ούτε ανανεωτικός.
Βρισκόμουν από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στον προθάλαμο της κόλασης και ήδη είχα αρχίσει να εξοικειώνομαι σιγά-σιγά με την ιδέα ενός θανάτου διά τυφεκισμού. Εκείνους τους πρώτους μήνες της αναγέννησης του φοίνικα από τις παλιές του στάχτες, που ξέμειναν από άλλους καιρούς, κανείς δεν ήξερε πως θα εξελιχτούν τα πράγματα. Οι αντιστασιακοί σε ένα χρόνο, όταν θα γίνει φανερό πως η χούντα είναι της πλάκας, θα πληθύνουν πολύ. Εύκολα αντιστέκεται κανείς όταν ξέρει πως τουλάχιστον η ζωή του δεν κινδυνεύει. Όμως, εμείς είχαμε αρχίσει την αντίσταση κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα, χωρίς να νοιαστούμε και πολύ για τις συνέπειες της στράτευσής μας.

Δεν ήμασταν μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που πάρα πολύ όψιμα αποφάσισαν να αντισταθούν κι αυτοί στη χούντα, κυρίως δια συνεδριάσεων.
Ήμασταν νέοι κομμουνιστές, που μπορεί να μην είχαμε ακόμα ιδιαίτερα αναπτυγμένη την πολιτική μας συνείδηση, πάντως συνείδηση του κινδύνου είχαμε. Το γεγονός πως τα ιδανικά μας αργότερα θα στραπατσαριστούν κι εδώ στην Ελλάδα, όπως παντού, απ’τους χυδαίους γραφειοκράτες, δεν μειώνει την αξία της στράτευσής μας σε έναν αγώνα που όχι μόνο δεν γινόταν για τα προσωπικά μας συμφέροντα, αλλά τα έβλαπτε στα σίγουρα.
Είχα μπει στο αγώνα κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας.
Αλλά στα μετά την πτώση της χούντας χρόνια δεν πήγα να γραφτώ στο σύλλογο των αντιστασιακών, για να μπορέσω να εξαργυρώσω σε κάποιο δημόσιο ταμείο τη μικρή, την ελάχιστη προσφορά μου στον αγώνα κατά της νέας παραλλαγής του παλιού φασισμού.
Ούτε δέχτηκα να γραφτώ στην ΕΣΗΕΑ, το επαγγελματικό μου σωματείο, ως αντιστασιακός. Ούτε πήγα να εξαγοράσω τα εφτά χρόνια της δικτατορίας για να μου αναγνωριστούν ως συντάξιμα.
Κι όταν κάποτε απόχτησα τα από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και πήγα να γραφτώ στο επαγγελματικό μου σωματείο, με απέρριψαν ως στερούμενο… ουσιαστικών προσόντων.
Πέντε χρόνια απέρριπταν συνεχώς την αίτησή μου. Φαίνεται πως ούτε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερα να αποκτήσω ουσιαστικά προσόντα ως δημοσιογράφος.
Και ξέρετε ποιοι αντέδρασαν περισσότερο στην εγγραφή μου; Αυτοί που γράφτηκαν ως αντιστασιακοί!
Για μένα, η πιο σημαντική πράξη ήταν το ότι μπόρεσα και αντιστάθηκα στον πειρασμό να εξαργυρώσω καθ’οιονδήποτε τρόπο τη στράτευσή μου στον αγώνα κατά της χούντας. Κι ακόμα, το ότι πέτυχα την εγγραφή μου στην ΕΣΗΕΑ με δικαστική απόφαση. Ήμουν ο πρώτος δημοσιογράφος που εγγραφόταν στο επαγγελματικό του σωματείο με δικαστική απόφαση. Και η νομολογία που δημιουργήθηκε άνοιξε το δρόμο για πολλούς συναδέλφους. Δεν έχει σημασία που έχασα εφτά συντάξιμα χρόνια. Κέρδισα την αξιοπρέπειά μου. Άλλωστε από αξιοπρέπεια μάλλον παρά για λόγους ιδεολογικούς στρατεύτηκα στον αγώνα κατά της χούντας.

Πάντα έλεγα πως, ναι μεν είμαι κομμουνιστής, αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως από κομμουνιστής σκέτα είμαι επιπροσθέτως και καλός κομμουνιστής. Άλλωστε ένας ρεβιζιονιστής από πεποίθηση, όπως εγώ, ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει καλός κομμουνιστής. Εν πάση περιπτώσει, ήμουν και παραμένω ένας ελεύθερος σκοπευτής, που πάει με αυτούς που τον έχουν ανάγκη, και όχι με εκείνους που τους έχει ανάγκη για να τη βολέψει.
Στρατεύτηκα με το κομμουνιστικό ΠΑΜ όχι γιατί με επιστράτευσε το κόμμα, αλλά γιατί έτσι έκρινα σκόπιμο.
Όπως και να΄ναι, το καλοκαίρι του 1968 είμαι ελεύθερος, ύστερα από δέκα μήνες φυλακή. Εντάξει, ήμουν ελεύθερος, αλλά τι να την κάνω την ελευθερία χωρίς δουλειά, χωρίς τους φίλους που είχαν σκορπίσει εδώ και κει στην Ευρώπη, στα νησιά και στις φυλακές; Το πρώτο που σκέφτηκα ύστερα από μια εβδομάδα ελεύθερου βίου ήταν να κάνω κάτι κατεπειγόντως ώστε να ξαναμπώ φυλακή, ή έστω εξορία. Το σκέφτηκα μεν σοβαρά, όμως ήταν αδύνατο να έχω επαφή με κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Αφενός γιατί οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν ήδη μετακομίσει στο εξωτερικό για να κάνουν από κει τουριστική αντίσταση εκ του ασφαλούς, και αφετέρου διότι ήμουν ήδη σεσημασμένος, και οι συνωμοτικοί κανόνες λεν να μην πλησιάζεις τους σεσημασμένους.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας.
Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απ’την ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα. Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ. Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απ’το εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια.

Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, γνωστός και ως «πίθηκος», ήταν πολύ άτυχος. Διορίστηκε πρωθυπουργός την 8η Οκτωβρίου 1973, και ενάμιση μήνα μετά την ορκωμοσία του, εκδηλώνεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ήρθε στην εξουσία υποτίθεται για να εκτονώσει την κατάσταση και να κατασιγάσει τα πάθη μετά την εξέγερση της Νομικής αλλά τα πάθη φούντωσαν εντελώς απροσδόκητα στο Πολυτεχνείο από την 14η Νοεμβρίου 1973 που αρχίζει η κατάληψη, μέχρι τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή της 17ης Νοεμβρίου, που τα τανκς θα σπάσουν την πόρτα και θα καταστείλουν την αυθόρμητη, αυτοκαθοδηγούμενη και ακαθοδήγητη από τα κόμματα φοιτητική εξέγερση.
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος.
Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής.
Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει.
Δεν πήγα ποτέ στο Πολυτεχνείο, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε τότε ούτε αργότερα.
Δεν πήρα ποτέ μέρος στις προσκοπικές τελετές και τις ηλίθιες πορείες κατά την ημέρα της «επετείου του Πολυτεχνείου» τούτο το μεγάλο συλλογικό άλλοθι για την ηθική ανεπάρκεια ενός ολόκληρου λαού. Πρόκειται για ένα πολύ βολικό άλλοθι, που το οικειοποιήθηκαν όσοι νοιώθουν την ανάγκη να ξεπλύνουν την ντροπή για την απέραντη δειλία τους επί έξι ολόκληρα χρόνια.

doctor

Υ.Γ. Τα προεκτεθέντα αποτελούν μία ανθολογία από τα όσα έγραψε ο Βασίλης Ραφαηλίδης σχετικά με τη φυλάκισή του στη χούντα και σχετικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Πηγές:
1. Βασίλη Ραφαηλίδη, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.397-401, 402,408-9,419-20,444.
2. Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974, σελ.419,436-7.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2008

Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία (μέρος 2ο)



2. Η παραδοσιακή ακαδημαϊκή προσέγγιση.

Η ύπαρξη ενός ακαδημαϊκού χώρου δεν σημαίνει και την εξασφάλιση ενός κοινού λόγου. Ακόμα και μέσα στην παραδοσιακή ακαδημαϊκή κοινότητα παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια ομαδοποίησης δεκάδων ιστορικών που αναφέρονται στους Έλληνες σε τρεις βασικές κατηγορίες με σκοπό να παρουσιαστούν με ένα συνοπτικό και κατανοητό τρόπο.

α) Η «ανταγωνιστική» προσέγγιση.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της εκλαϊκευτικής προσέγγισης και ορισμένων κειμένων που εκλαμβάνονται ως «ακαδημαϊκά» από ένα μέρος τουλάχιστον του ακαδημαϊκού κόσμου δεν είναι ευδιάκριτη. Το κοινό τους σημείο είναι ο απολογητικός και εθνικός τόνος και η απεγνωσμένη προσπάθεια να τεκμηριωθεί το τουρκικό εθνικό δίκαιο. Οι συγγραφείς αυτοί ταυτίζονται απόλυτα με ένα ιδεατό παρελθόν του έθνους και του κράτους τους. Αυτό που τους διαφοροποιεί είναι το ύφος. Η γραφή των πρώτων (εκλαϊκευτικών) είναι πλησιέστερα στην αφηγηματική και οι εκφράσεις τους εκλαϊκευμένες, ενώ οι δεύτεροι (ανταγωνιστές) ακολουθούν ορισμένα πρότυπα που συνηθίζονται και τυπικά τηρούνται στον επιστημονικό λόγο: μεθοδική ταξινόμηση της ύλης, συχνές υποσημειώσεις που υποτίθεται ότι εξασφαλίζουν την εγκυρότητα των λεχθέντων, πιο αποστασιοποιημένες εκφράσεις, απόκρυψη προσωπικών αισθημάτων, αποφυγή της χρήσης του πρώτου προσώπου του πληθυντικού στην αφήγηση κ.α. Στην ουσία όμως υποστηρίζουν τις ίδιες απόψεις.
Ο Niyazi Berkes, διακεκριμένος ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, διώχθηκε το 1948 από την Τουρκία για τις προοδευτικές του ιδέες και τελικά δίδαξε πολλά χρόνια στον Καναδά, στο Πανεπιστήμιο Mc Gill. O Berkes προσπαθεί να τεκμηριώσει ότι η σύγχρονη Ελλάδα είναι μια θεοκρατική χώρα όπου η συντηρητική, εθνικιστική και οπισθοδρομική Εκκλησία είναι κυρίαρχη στο πολιτικό πεδίο. Η δε εικόνα του Έλληνα σκιαγραφείται με τους εξής χαρακτηρισμούς: το Πατριαρχείο, η πηγή όλων των συνωμοσιών κατά των Τούρκων, αποκαλείται «μεγαλο-μανιακό», ο ελληνικός λαός θεωρείται ότι διακατέχεται από «εθνική νεύρωση» , «το πείσμα και η ψωρο-υπερηφάνεια της ορθοδοξίας μετατρέπει την ανθρώπινη ψυχή στο μαύρο χρώμα των παπάδων», «το ελληνικό έθνος είναι ένα πολύ μικρό έθνος που δημιούργησαν οι φοροφυγάδες πλοιοκτήτες» [1].
Υβριστικές εκφράσεις αυτού του μεγέθους είναι συνήθεις στον «εκλαϊκευμένο» ιστορικό λόγο αλλά όχι στα κείμενα των επαγγελματιών τούρκων ιστορικών. Ο Salahi Sonyel, υπεραμύνεται της οθωμανικής κληρονομιάς και υποστηρίζει ότι η ισότητα ήταν κυρίαρχη[2], δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ θρησκευτικών ομάδων [3] αλλά οι Έλληνες ακολουθώντας το όραμα της Μεγάλης Ιδέας τελικά έβλαψαν το κράτος [4].
Ο Berkes, μεταφέρει σε ένα άλλο του βιβλίο τις απόψεις ενός πρωτοπόρου εθνικιστή ιστορικού, του Yusuf Akçura, εκφρασμένες το 1914: «Οι Εβραίοι, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι της χώρας είναι οι μεσάζοντες και οι συνεργάτες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Εάν οι Τούρκοι δεν επιτύχουν να δημιουργήσουν δική τους αστική τάξη, η δυνατότητα επιβίωσης της τουρκικής κοινωνίας, η οποία αποτελείται μόνο από αγρότες και δημοσίους υπαλλήλους, θα είναι πολύ μικρή» [5].
Ακόμη και ο κορυφαίος ιστορικός Ömer Barkan, έγραφε ότι με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ [6] που αναγνώριζαν το δικαίωμα ιδιοκτησίας γης στους Έλληνες και στους Αρμένιους «κάναμε (οι τούρκοι) ένα ασυγχώρητο λάθος» , επειδή με αυτόν τον τρόπο οι «ξένοι», που σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν άλλοι από τους νόμιμους πολίτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα κέρδιζαν οικονομική ισχύ [7].
Ο «Άλλος» συχνά εκλαμβάνεται ως αποδιοπομπαίος τράγος και η διάθεση να παρουσιαστεί υπαίτιος όλων των εθνικών συμφορών είναι έκδηλη [8].
Στα κείμενα αυτής της προσέγγισης αναπτύσσονται οι τουρκικές πολιτικές ερμηνείες και θέσεις, η δε ιστορία χρησιμοποιείται επιλεκτικά ή αυθαίρετα για να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα επαγρύπνησης κατά της ελληνικής «επιθετικότητας» και της «Μεγάλης Ιδέας». Δύο εργασίες εθνικιστικής έμπνευσης σχετικά με τα νησιά του Αιγαίου, π.χ. υποστηρίζουν ότι τα νησιά θα έπρεπε, για την ασφάλεια της Τουρκίας, να ανήκουν σε αυτήν [9].




β) Η «μετριοπαθής» προσέγγιση.

Η ανταγωνιστική/συγκρουσιακή διάθεση δεν χαρακτηρίζει όλους τους Τούρκους «παραδοσιακούς» ιστορικούς που αναφέρονται στους Έλληνες. Συχνά η απολογητική διάθεση συνυπάρχει με μια ειλικρινή προσπάθεια για μια αξιοπρεπή έρευνα.
Η Gülnihal Bozkurt, το έργο της οποίας βασίζεται σε τουρκικές, γερμανικές και αγγλικές πηγές, πραγματεύεται τη νομική θέση και τα προνόμια των μη μουσουλμάνων (Zimmi)[10]. Αναγνωρίζεται ότι οι χριστιανοί της αυτοκρατορίας δεν είχαν ίσα δικαιώματα με τους μουσουλμάνους.
Απαριθμούνται πολλές περιπτώσεις ανισότητας εις βάρος χριστιανών και Εβραίων: δεν υπήρχε ισότητα στις εμπορικές και χρηματικές συναλλαγές, οι «άλλοι» έπρεπε να κατοικούν στα περίχωρα των πόλεων, να ντύνονται διαφορετικά από τους μουσουλμάνους, να μην έχουν δούλους, να μη χτίζουν νέους ναούς κ.α. [11].
Αλλά τα τελικά πορίσματα της Bozkurt τονίζουν άλλες καταστάσεις. Διαβάζουμε για «την άνετη ζωή των Zimmi στις περιόδους που το κράτος ήταν ισχυρό», «για την απόλυτη ανεκτικότητα του κράτους και για το δικαίωμα ζωής που τους παραχωρήθηκε», για πρακτικές που τελικά «μετατράπηκαν σε προνόμια υπέρ των Ζimmi» κ.α. [12].

H ίδια αντιφατική αξιολόγηση παρατηρείται και στο έργο του Bilal Eryilmaz ο οποίος αναγνωρίζει και υπογραμμίζει την ανισότητα μεταξύ των μουσουλμάνων και των χριστιανών, εις βάρος των δεύτερων, και δίνει παραδείγματα.
Η κοινωνία αποτελείται από δύο βασικές ομάδες πολιτών: τους κυρίαρχους και τους υποτελείς (hakim/mahkum millet). Αλλά πάλι καταλήγει στο ότι «μέσα στο οθωμανικό κράτος τα δικαιώματα που παραχωρήθηκαν στους μη μουσουλμάνους εξαρχής ακολούθησαν μια βελτιωτική πορεία και νέα δικαιώματα προστέθηκαν σε αυτά» [13].
Σε αυτού του είδους τις μελέτες, οι ιστορικοί υπερασπίζονται τα «εθνικά συμφέροντα» και τις «εθνικές θέσεις» με σχετικά αξιοπρεπή τρόπο, χωρίς ακραίες εκφράσεις και τοποθετήσεις.


γ) Η «φιλελεύθερη» προσέγγιση.

Ορισμένοι γνωστοί ιστορικοί δεν παρουσιάζουν τις απολογητικές τάσεις υπέρ του κράτους και του έθνους «τους» όπως οι παραπάνω, ωστόσο δεν μοιάζουν να έχουν διάθεση να αποδώσουν ατυχείς, άδικους ή κατακριτέους χειρισμούς στην πλευρά με την οποία ταυτίζονται.
Στις εργασίες του Halil Inalcik σχετικά με την Οθωμανική Αυτοκρατορία π.χ. η «επιστημονική αποστασιοποίηση» κυριαρχεί.
Η θετική συμπεριφορά των Οθωμανών υπέρ των Ελλήνων εκφράζεται διακριτικά και έμμεσα. Κάποτε οι Έλληνες παρουσιάζονται «να έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις όπως και οι μουσουλμάνοι, αφού έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, δηλαδή τους φόρους που τους αναλογούν» [14].
Ο ιστορικός αναφέρει τη θετική μεταχείριση που επεφύλαξε ο σουλτάνος Μωάμεθ στους «Ρωμιούς» μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης εγκαθιστώντας τους στην πόλη [15]. Ορισμένες δε μεγάλες βυζαντινές οικογένειες κατείχαν ισχυρές οικονομικές θέσεις: "για να υποστηρίξουν τα κρατικά συμφέροντά τους, οι Οθωμανοί ακολούθησαν τις ισλαμικές συνταγές με ένα φιλελεύθερο τρόπο και υπέρ των Zimmi" [16].
Πάντως οι κακουχίες των «μιλλέτ» συνήθως δεν αποτελούν αντικείμενο της έρευνάς του[17].

Ο ιστορικός Kemal Karpat, σε αντίθεση με τον Inalcik, ο οποίος έχει δώσει μεγαλύτερη σημασία στις οικονομικές διαστάσεις, ασχολήθηκε με τον κοινωνικό ρόλο των «μιλλέτ». Αυτός ο οθωμανικός θεσμός, σύμφωνα με τον ιστορικό, συνέτεινε στο να εξελιχθούν οι κοινότητες σε «έθνη» [18]. Ο λόγος του είναι επαινετικός όταν αναφέρεται σε αυτό το σύστημα διοίκησης και οργάνωσης [19].

doctor
Υ.Γ. Οι φωτογραφίες που παραθέτω είναι από τουρκικά sites και έχουν δημοσιευθεί σε σχολικά και ιστορικά βιβλία. Ο σκοπός, και στις δύο πλευρές του Αιγαίου ο ίδιος: η καλλιέργεια του μίσους, η θυματοποίηση του "αγνού" μας έθνους και η δαιμονοποίηση του "άλλου".
_______________________________________

[1] Berkes, Niyazi, Teokrasi ve Laiklik, Κωνσταντινούπολη, Adam, 1984, σσ.125-138.
[2] Sonyel, Salahi, Minorities and the Destruction of the Ottoman Empire, Άγκυρα: Türk Tarih Kurumu,1993, σ.7.
[3] ο.π. σ.17.
[4] ο.π. σ. 81.
[5] Berkes, Niyazi, The Development of Secularism in Turkey, Μόντρεαλ, 1964, σ.426.
[6] Στις 3 Νοεμβρίου 1839 ο διάδοχος του Μαχμούτ Β' σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ (1839-1861) εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη το αυτοκρατορικό διάταγμα που έμεινε γνωστό ως Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ. Tο διάταγμα κοινοποιούσε την ανάληψη μεταρρυθμιστικού έργου, που συνοψιζόταν υπό τον όρο Τανζιμάτ (=μεταρρύθμιση, τακτοποίηση), με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών ζωής στην Aυτοκρατορία. Ως κατευθυντήριες γραμμές του Τανζιμάτ θεωρούνταν ο σεβασμός της ασφάλειας, της τιμής και της περιουσίας των υπηκόων ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους και η ισότητά τους απέναντι στο νόμο. Eπιπλέον, γινόταν λόγος για φορολογικές μεταρρυθμίσεις όπως η κατάργηση της ενοικίασης των φόρων, γνωστής ως ιλτιζάμ (iltizam), και ο καθορισμός του φορολογικού βάρους ανάλογα με την περιουσία και τα εισοδήματα του φορολογουμένου. Aναγγέλλονταν επίσης μεταρρυθμίσεις σχετικά με τον τρόπο άσκησης της στρατιωτικής υπηρεσίας και επιβεβαιωνόταν η κατάργηση των μονοπωλίων.
Πηγή:
http://www.ime.gr/projects/tanzimat/gr/main/141.html
[7] Barkan, Ömer Lütfi, “ Türk Toprak Hukuku Tarihinde Tanzimat ve 1274 (1858) Tarihli Arazi Kanunnamesi”, στο Türkiye’de Toprak Meselesi, Κωνσταντινούπολη, 1980 (1958), σ.349.
[8] Δύο ιστορικοί που επηρέασαν αισθητά την τουρκική ιστοριογραφία, ο Yusuf Akçura και ο Uzunçarşılı, τη δεκαετία του ’40 χρεώνουν τις αποτυχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μολδοβλαχία αποκλειστικά στην απληστία και στην κακή διαχείριση των Ελλήνων ηγεμόνων και όχι στην κρατική μηχανή, η οποία, πέρα των άλλων της ελλείψεων, διόριζε και τους συγκεκριμένους ηγεμόνες. Akçura, Yusuf, Osmanli Devletinin Dağılma Devri, Άγκυρα: Türk Tarih Kurumu, 1988 (1940), σ.13 . Uzunçarşılı, Ismail Hakki, Osmanli Tarihi, Άγκυρα: Tarih Kurumu, τμ. 4 μέρος 2, 1988, σ.108.
[9] Saka, Mehmet, Ege Denizinde Türk Haklari, Κωνσταντινούπολη: Dergah, 1974 (1953). Erinc, Sirri και Yücel, Talip, Ege Denizi, Türkiye Ile komşu Ege Adalari. Άγκυρα: Türk Kulturu Araştırmalar Enstitüsü, 1988.
[10] Zimmi ή reaya (ραγιάς) αποκαλούνταν οι μη μουσουλμάνοι (χριστιανοί και εβραίοι) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
[11] Bozkurt, Gülnihal, Gayrimuslim Osmanli vatandaşlarının Hukuki Durumu, Άγκυρα: Türk Tarih Kurumu,1989, σσ.14-29.
[12] ο.π., σ.2-23.
[13] Eryilmaz, Bilal, Osmanli Devletinde Gayrimuslim Teb’ anin Yönetimi, Κωνσταντινούπολη: Risale,1990, σελ.220.
[14] Inalcik, Halil, “The Policy of Mehmet II towards the Greek Population of Istanbul and the Byzantine Buildings of the City”, Dumbarton Oaks Papers, 1969-1970, σσ.231-249 και «The Ottoman Empire: Conquest, Organization and Economy», Λονδίνο: Variorum Reprints,1978, σ.234.
[15] Inalcik, 1969-70, σ.231-249.
[16] Inalcik, Halil, “Greeks in Ottoman Economy and Finances, 1453-1500”, στο Essays in Ottoman History, Κωνσταντινούπολη,1998, σ.380.
[17] Inalcik, Halil, “Greeks and Jews”, στο An Economic & Social History of the Ottoman Empire 1300-1914 (επιμ.) H.Inalcik, D.Quataert, Cambridge University Press, 1994, σ.13.
[18] Karpat, Kemal, “Millets and Nationality: The roots of the Incongruity of Nation and State in the Post-Ottoman Era” στο Christians and Jews in the Ottoman Empire, The Functioning of a Plural Society (επιμ.) Β. Braude & B.Lewis, New York, Holmes & Meier,1982, σσ.141-170.
[19] Karpat, Kemal, The Ottoman State and Its Place in World History, Leiden: E.J.Brill, 1974, σσ.2-11.