Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Επανάσταση 1821. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Αυγούστου 2008

Λόρδος Βύρων


Το σημερινό θέμα έχει να κάνει με την σκιαγράφηση μιας μεγάλης προσωπικότητας, του λόρδου Βύρωνα [1]. Βασική πηγή του κειμένου ο Samuel Gridley Howe [2] και το έργο του «Σκιαγραφία της Ελληνικής Επανάστασης (1827)» που με γλαφυρότητα παραθέτει πολύ χρήσιμα στοιχεία για τη ζωή αυτού του μεγάλου φιλέλληνα. Δυστυχώς ο λόρδος Βύρων δεν απέκτησε ποτέ την θέση που του άρμοζε στην θέση των ηρώων της Επανάστασης του 1821.
Η εθνική ιστοριογραφία ανέδειξε (και αντίστοιχα η ελληνική πολιτεία τίμησε και τιμά) ως ήρωες αμφιλεγόμενες προσωπικότητες που κινήθηκαν περισσότερο από προσωπικό συμφέρον παρά από αγάπη για την πατρίδα και που σε κρίσιμες στιγμές προτίμησαν το «ίδιον» από το «γενικό» συμφέρον. [3]
Το 1824 σημαδεύεται από ένα πολύ σημαντικό γεγονός για την Ελλάδα και ακόμα πιο ενδιαφέρον για τον υπόλοιπο κόσμο. Πρόκειται για την άφιξη του Λόρδου Βύρωνα. Για τον Βύρωνα, Η Ελλάδα είχε κάποιο ιδιαίτερο και συγκινητικό ενδιαφέρον. Στην παιδική του ηλικία είχε νιώσει μεγάλο θαυμασμό για το πνεύμα και τη φιλοκαλία του λαού της Αρχαίας Ελλάδας που, φυσικά o καθένας μπορεί και πρέπει να νιώσει, αν διεισδύσει στο κλασικό της πνεύμα. Στην εφηβική του ηλικία, είχε μεταβεί για προσκύνημα στη θρυλική αυτή χώρα. Παρατήρησε με το θαυμασμό του ποιητή τα γραφικά τοπία της. Έσκυψε με σεβασμό πάνω στους τάφους των ηρώων της. Και ήταν πλημμυρισμένος από γλυκιά μελαγχολία όταν έγραφε:
«Κρύα καρδιά έχει αυτός που σε βλέπει όμορφη Ελλάδα
Και δεν αισθάνεται σαν εραστής
Επάνω στην τέφρα των αγαπημένων του.
Νεκρό είναι το μάτι που δεν θα θρηνήσει
Βλέποντας τα γκρεμισμένα τείχη σου
και τους χορταριασμένους βωμούς σου πεσμένους»
. [4]
Childe Harold's Pilgrimage by J.M.W. Turner, 1823

Ποτέ δεν εκφράστηκαν άλλοι για την Ελλάδα με καλύτερο τρόπο από αυτόν του Βύρωνα:
«Είναι η Ελλάδα, μα όχι ζωντανή πια,
Τόσο γλυκιά στην παγωνιά της,
Τόσο θανάσιμα όμορφη»
. [5]

Αυτά τα αισθήματα ένιωθε, καθώς στεκόταν ανάμεσα στα ερείπια του Παρθενώνα, και γύρω στους άλλους ναούς, που υπέστησαν αμέτρητων χρόνων τις επιδρομές και διατηρούν ακόμη ανεξίτηλα τα ίχνη απ’ το παλιό τους μεγαλείο και την απαράμιλλη ομορφιά τους.
Εκεί το μυαλό του Βύρωνα γέννησε χίλιες δύο σκέψεις και εκεί πλημμύρισε η ψυχή του από απέραντο θαυμασμό για την Ελλάδα, για την οποία έδωσε κι αυτή ακόμη τη ζωή του, πεθαίνοντας με τ’ όνομά της στα χείλη του.
Ο λόρδος Βύρων στο Μεσολόγγι.

Παρακολούθησε με αγωνία την εξέλιξη των γεγονότων και πείσθηκε ότι το ξεσήκωμα ήταν γενικό και σταθερό και πως μπορούσε κι αυτός κάτι να προσφέρει. Κι έτσι αποφάσισε να συνδέσει την τύχη του με αυτήν της Ελλάδας. Η απόφασή του δεν ήταν επιπόλαιη και απερίσκεπτη. Ο Βύρωνας δεν μπλέχτηκε στην περιπέτεια, όπως πολλοί πίστεψαν, διακατεχόμενος μόνο από τον ενθουσιασμό του ποιητή. Κάθε άλλο. Μελέτησε το ζήτημα αυτό ψύχραιμα, ζήτησε από παντού πληροφορίες και ύστερα αποφάσισε να αναμιχθεί, κι αυτό τον τιμά. Κι ενώ άλλοι που ανακατεύτηκαν από πρόσκαιρο ενθουσιασμό, ύστερα απογοητεύτηκαν, ο Βύρωνας, έξυπνος και γεμάτος πάθος, έδειξε ψυχραιμία και σύνεση σε κάθε του κίνηση.
Είχε διαδοθεί ότι ο Βύρωνας έφερνε τεράστια ποσά και το κάθε κόμμα φιλοδοξούσε να εξασφαλίσει τη μεγαλύτερη μερίδα. Ο Βύρωνας ύστερα από ανάλυση της κατάστασης, πείστηκε μόνος του ότι η Δυτική Ελλάδα ήταν το μέρος που χρειαζόταν την βοήθειά του.
Το Μεσολόγγι, λοιπόν, ήταν το μέρος που θα’πρεπε να αγωνιστεί και να σώσει κι έτσι ετοιμάστηκε να πάει εκεί. Ο Βύρωνας είχε ήδη δώσει στην κυβέρνηση σημαντικότατη βοήθεια. Ανάμεσα στα άλλα, ένα δάνειο από 30.000 δολάρια που κανένας άλλος δεν θα της έδινε και μάλιστα με ελάχιστες πιθανότητες να του επιστραφούν.
Διορίστηκε από την κυβέρνηση καπετάνιος 3.000 αγωνιστών και ανέλαβε να εξοπλίσει και να διατρέφει με προσωπικά του έξοδα 500 άνδρες [6].
Αμέσως καταπιάστηκε με αυτό το έργο και παρακολουθούσε προσωπικά ο ίδιος την εκπαίδευσή τους. Ο φιλέλληνας ταγματάρχης William Parry γράφει σχετικά:
«Δημιούργησε σιδηρουργεία στο Ναύσταθμο, όπου προσέλαβε εξειδικευμένους εργάτες, και το καθετί γινόταν με μεγάλη προσπάθεια και μεθοδικότητα. Ο αγγλικός λαός που διασκέδαζε παλαιότερα με τις αλλεπάλληλες ιδιορρυθμίες και εκκεντρικότητες του Λόρδου Βύρωνα, αγνοούσε σε ποιες θυσίες και στερήσεις υποβαλλόταν για να βοηθήσει την υπόθεση της Ελλάδας. Μας ενθάρρυνε σε όλες τις δραστηριότητές μας και, το πιο σημαντικό, ξόδευε προκαταβολικά όσα χρήματα χρειάζονταν για να προοδεύσει ο Αγώνας». [7]

Το μεγάλο λάθος του Βύρωνα υπήρξε η συγκρότηση του στρατιωτικού σώματος Σουλιωτών. Οι Σουλιώτες αναμφισβήτητα ήταν οι πιο γενναίοι Έλληνες και κράτησαν αυτόν τον τίτλο για πολλά χρόνια. Ποτέ δεν έσκυψαν το κεφάλι στους Τούρκους. Ούτε αυτοί ούτε οι πρόγονοί τους πλήρωσαν ποτέ το ατιμωτικό χαράτσι. Από τα πολύ παλιά χρόνια, έζησαν ελεύθεροι στα απρόσιτα βουνά τους, επιδεικνύοντας τέλεια περιφρόνηση και παντοτινή εχθρότητα για τους Οθωμανούς. Ήταν ατρόμητοι και σταθεροί στην ώρα του κινδύνου, αλλά δεν μπορούσαν να ανεχθούν κανενός είδους πειθαρχία. Δεν έκαναν ποτέ κάτι παρά τη θέλησή τους και δεν ακολουθούσαν κανέναν οπλαρχηγό, παρά μόνο για όσο καιρό τους πλήρωνε.
Ο Βύρωνας αγωνίστηκε με πάθος για την υπόθεση στην οποία είχε ακράδαντα πιστέψει. Δαπανούσε κάθε ημέρα σημαντικά χρηματικά ποσά κι ένας λεπτομερής λογαριασμός προς το συνταγματάρχη Στάνχοπ και τους άλλους μας δείχνει ότι τα ποσά αυτά ήταν πολύ μεγαλύτερα από ότι πίστευε ο κόσμος. Τα έξοδά του έφταναν τις 2.000 δολάρια τη βδομάδα, μόνο για το συσσίτιο. Δεν κουράστηκε ποτέ, προσπαθώντας να συμφιλιώσει τους διάφορους οπλαρχηγούς. Και είχε συμφωνήσει να πάει με τον Μαυροκορδάτο σε ένα πολεμικό συμβούλιο στα Σάλωνα, για να δουν πως θα υπερνικούσαν αυτές τις δυσκολίες. Ούτε για μια στιγμή δεν απογοητεύτηκε και δεν σκέφτηκε να παραιτηθεί. Έγραφε σε έναν φίλο του στην Ζάκυνθο: «[…] Τώρα, γράφοντάς σου αυτά, γνωρίζω για τις δυσκολίες, τις διαφορές και τα ελαττώματα των Ελλήνων. Αλλά κάθε λογικός άνθρωπος, πρέπει να τα παραβλέπει».
Τα αισθήματα και οι απόψεις του δεν μπορούν να γραφτούν καλύτερα και σαφέστερα παρά στη γλώσσα του:
«Θα μείνω εδώ ώσπου να βεβαιωθώ ότι ή η Ελλάδα θα αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό ή θα πέσει πάλι στην εξουσία τους. Όλα τα εισοδήματά μου θα δαπανηθούν γι’αυτόν τον σκοπό. Ό,τι προσφέρω από το δικό μου εισόδημα και τις προσωπικές μου προσπάθειες, θα τα δώσω με την ευχαρίστησή μου».
Ο συνταγματάρχης Στάνχοπ [8] δεν υπήρξε ούτε θαυμαστής του Βύρωνα ούτε κόλακας, και ήταν ένα αξιοσέβαστο πρόσωπο. Έτσι, οι κρίσεις του για τον Βύρωνα, όπως στο παρακάτω στιγμιότυπο, είναι αμερόληπτες:
«Ο Λόρδος Βύρωνας ήταν ιππότης μέχρις υπερβολής. Αυτό θα μπορούσε να τον κάνει να πέσει στην εκτίμηση των ανθρώπων, αν δεν είχε δώσει εξαιρετικά δείγματα θάρρους, π.χ. μόλις συνήλθε από την πρώτη προσβολή της αρρώστιάς του [9], κι αυτό συνέβη στο δωμάτιό μου, ρωτούσε επίμονα το γιατρό με τη μεγαλύτερη αταραξία, αν διέτρεχε κίνδυνο. Αν ναι, τον παρακαλούσε να του το πει, γιατί δε φοβόταν καθόλου το θάνατο. Λίγο ύστερα από αυτόν τον φοβερό παροξυσμό, κατέπεσε στο κρεβάτι λιπόθυμος από την αιμόπτυση, με το νευρικό του σύστημα εξουθενωμένο. Τότε, οι ατίθασοι Σουλιώτες, με σκονισμένες τις λαμπερές στολές τους, όρμησαν μέσα στο διαμέρισμά του, κραδαίνοντας τα ακριβά τους άρματα, φωνάζοντας και διεκδικώντας τους μισθούς τους. Ο Βύρωνας, σοκαρισμένος από το γεγονός αυτό, που δεν το περίμενε, φάνηκε να συνέρχεται. Και όσο πιο πολύ μανιασμένα συμπεριφέρονταν οι Σουλιώτες, τόσο η ψυχραιμία του θριάμβευε και ανακτούσε το ηθικό του. Η σκηνή, αληθινά, ήταν υπέροχη».


Και συνεχίζει ο Στάνχοπ:
«Ο νέος σοβαρός σκοπός που έθεσε στη ζωή του ο Λόρδος Βύρωνας ξύπνησε τις καλύτερες και ευγενέστερες ικανότητές του. Και παρά τις επιπολαιότητές του, η διαγωγή του ήταν πάντα ανάλογη με τις αρχές που υποστήριζε. Είχε πολλές δυσκολίες να υπερπηδήσει, ιδιαίτερα με τους απειθάρχητους Σουλιώτες. Τις ξεπέρασε όλες μία προς μία και ετοιμαζόταν να βαδίσει κατά της Ναυπάκτου [10], όταν τον προσέβαλε η αρρώστια, που εξελίχθηκε μοιραία γι’αυτόν, μέσα σε δέκα μέρες. Ο θάνατος υπήρξε μεγάλο πλήγμα για την Ελλάδα. Η εκδήλωση των αισθημάτων συμπαθείας στο σύντομο χρονικό διάστημα της αρρώστιάς του, είναι η τρανή απόδειξη για τη θέση που κατείχε ο Βύρωνας στις καρδιές των Ελλήνων. Αμέσως μόλις μαθεύτηκε ο θάνατός του, ο Μαυροκορδάτος εξέδωσε προκήρυξη για να ρυθμιστούν οι διατυπώσεις της κηδείας. Αλλά δεν ήταν μόνο οι πολιτικές, θρησκευτικές και στρατιωτικές τελετές, που έδειχναν την απήχηση που είχε στους Έλληνες ο θάνατος του Βύρωνα. Το γενικό πένθος εκδηλώνονταν σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Κάθε πρωί, στο διάστημα της αρρώστιας του, πλήθος κόσμου συνέρρεε έξω από το σπίτι του, να μάθει την πορεία της αρρώστιάς του και ο συνηθισμένος πρωινός χαιρετισμός είχε αντικατασταθεί με την αγωνιώδη ερώτηση: «Πως πάει ο Βύρωνας;». Μια βαριά ατμόσφαιρα απλωνόταν σε όλο το Μεσολόγγι, που γινόταν πιο αισθητή γιατί συνέπεσε με τις γιορτές του Πάσχα, που σε αυτές οι Έλληνες έδιναν πιο μεγάλη θρησκευτική σημασία».

Statue of Lord Byron, one of the most beautiful statues in Athens, Greece
Ο φίλος του, κόμης Γκάμπα (Conte Pietro Camba) γράφει:
«21η Απριλίου. Όλη αυτή την ημέρα και την επομένη, μια σιωπή θανάτου διαπερνούσε όλη την πόλη. Σκεπτόμαστε να τον κηδέψουμε στις 21, αλλά η συνεχής βροχή μας εμπόδισε. Την επομένη, 22, οπωσδήποτε προετοιμαστήκαμε για να εκπληρώσουμε το θλιβερό αυτό καθήκον, με τα πενιχρά μέσα που διαθέταμε. Στη μέση της ταξιαρχίας του, των κυβερνητικών τμημάτων και όλου του πληθυσμού, στους ώμους των αξιωματικών του, που κάθε τόσο τους αντικαθιστούσαν άλλοι, το πολύτιμο λείψανο μεταφέρθηκε στην εκκλησία, όπου ήταν θαμμένοι ο Μάρκος Μπότσαρης και ο στρατηγός Νόρμαν. Εκεί ακουμπήσαμε το φέρετρο, που ήταν μια ξύλινη κακοφτιαγμένη κασέλα. Ένας μαύρος μανδύας χρησιμοποιήθηκε για σάβανο και πάνω σε αυτό βάλαμε ένα κράνος, ένα ξίφος, και ένα στεφάνι από δάφνη. Καμιά άλλη πένθιμη πομπή δεν θα μπορούσε να αφήσει τέτοιαν εντύπωση, ούτε μπορούμε να περιγράψουμε την συγκίνηση αυτής της τόσο απλής τελετής. Η αγριάδα και η ερημιά του τοπίου, οι άξεστοι και αγριωποί πολεμιστές τριγύρω μας, το βαθύ και απροσποίητο πένθος τους, οι χαμένες ελπίδες τους, οι ανησυχίες τους και τα βαριά προαισθήματα που διάβαζες σε κάθε πρόσωπο, όλα μαζί παρουσίαζαν την πιο συγκινητική και επιβλητική εικόνα που είδα γύρω από τον τάφο ενός μεγάλου άνδρα».[11]

Η επίσημη πολιτεία (Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος) εξέδωσε την προκήρυξη του Μαυροκορδάτου:

Προκήρυξη του Μαυροκορδάτου
Απρίλιος 1824
Προσωρινή Διοίκησις της Ελλάδος

Αι παρούσαι χαρμόσυναι ημέραι έγιναν δι’όλους ημάς, ημέραι πένθους. Ο Λόρδος Βύρων επέρασεν σήμερον εις την άλλην ζωήν, περί τας ένδεκα ώρας το εσπέρας, μετά μίαν ασθένειαν φλογιστικού ρευματικού πυρετού δέκα ημερών.
[…] Δυνάμει του υπ’αρ.314 και ημ.15 Οκτωβρίου θεσπίσματος του Βουλευτικού Σώματος διατάσσεται:
α) Αύριον, μόλις ανατείλη ο ήλιος να πέσουν από το μεγάλο κανονιοστάσιον του τείχους αυτής της Πόλεως 37 κανονιές (μία το κάθε λεπτό) κατά τον αριθμόν των χρόνων της ζωής του αποθανόντος.
β) Όλα τα υπουργεία, διά τρεις ημέρας κατά συνέχειαν, να κλεισθούν, εμπεριεχομένων και των κριτηρίων.
γ) Να κλεισθούν όλα τα εργαστήρια εκτός εκείνων, όπου πωλούνται τροφαί και ιατρικά, και να λείψουν τα μουσικά παιχνίδια, οι συνηθισμένοι εις αυτάς ημέρας χοροί, να παύσουν τα φαγοπότια εις τα κρασοπωλεία, και κάθε άλλο είδος ξεφαντώματος.
δ)Να γενή 21 ημέρας γενική πενθηφορία.
ε) Να γίνουν επικήδειοι δεήσεις εις όλας τας Εκκλησίας.

Εν Μεσολογγίω τη 7η Απριλίου 1824 (σ.σ. η ημερομηνία είναι με βάση το παλαιό ημερολόγιο)
Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος
Ο Γραμματεύς Γεώργιος Πραΐδης

Εκ της Τυπογραφίας Δ.Μεσθενέως

Lord Byron on His Deathbed, by Joseph-Denis Odevaere, c 1826

Ο Σπυρίδων Τρικούπης, Έλληνας με ρητορικό ταλέντο, εξεφώνησε τον επικήδειο [12], τον οποίο παραθέτω αυτούσιο [13]:
«Τι ανέλπιστον συμβεβηκός! Τι αξιοθρήνητον δυστύχημα! Ολίγος καιρός είναι αφού ο λαός της πολύπαθης Ελλάδος όλος χαρά και αγαλλίαση εδέχθη εις τους κόλπους του τον επίσημον τούτο άνδρα και σήμερον όλος θλίψη και κατήφεια καταβρέχει το νεκρικόν του κρεβάτι με πικρότατα δάκρυα, και οδύρεται απαρηγόρητα. Ο γλυκύτατος χαιρετισμός ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ, έγινε άχαρις την ημέραν του Πάσχα εις τα χείλη του κάθε Έλληνος Χριστιανού, και απανταίνοντας ο ένας εις τον άλλον, πριν του ευχηθή ταις καλαίς εορταίς ερωτούσε «Πως είναι ο μυλόρδος;». Χιλιάδες άνθρωποι συναγμένοι να δώσουν μεταξύ τους το θείον φίλημα της αγάπης εις την ευρύχωρον πεδιάδα έξω από το τείχος της πόλεώς μας, εφαίνονταν ότι εσυνάχθησαν μόνον και μόνον να παρακαλέσουν τον ελευθερωτήν του παντός διά την υγείαν του συναγωνιστού της ελευθερίας του γένους μας. Και πως ήτο δυνατόν να μη συντριβή η καρδία όλων; Να μη καταπικραθούν όλων τα χείλη; Ευρέθηκεν άλλη φοράν το μέρος τούτο της Ελλάδος εις περισσοτέραν χρείαν και ανάγκην παρά εις την εποχήν, εις την οποίαν ο πολυθρήνητος Μυλόρδος Μπάυρον επέρασε με κίνδυνον και αυτής της ζωής του εις το Μεσολλόγι, και τότε και εις όσον καιρόν συνέζησε μαζί μας, δεν εθεράπευσε το πλουσιοπάροχόν του χέρι ταις δεινόταταις χρείαις μας, χρείαις όπου η πτωχεία μας ταις άφηνεν αδιόρθωταις; Πόσα άλλα καλά πολύ ακόμα μεγαλύτερα, ελπίζαμεν από αυτόν τον άνδρα; Και σήμερον, αλλοίμονον! Σήμερον ο πικρός τάφος καταπίνει και αυτόν και ταις ελπίδαις μας!
Αλλ’ έως αυτού, αδερφοί, είδατε τον φιλελεύθερον, τον πλούσιον, τον ανδρείον άνθρωπον, τον αληθινόν φιλλέληνα, είδατε τον ευεργέτην. Τούτο φθάνει βέβαια να μας κινήση τα δάκρυα. Δεν φθάνει όμως, δεν φθάνει διά την υπόληψίν του και το μέγεθος του ενδόξου επιχειρηματός του αυτός, του οποίου κλαίομεν τον θάνατον απαρηγόρητα, είναι άνθρωπος ο οποίος (εις το είδος του) έδωκε το όνομά του εις τον αιώνα μας. Η ευρυχωρία του πνεύματός του και το ύψος της φαντασίας του δεν τον άφησαν να πατήση τα λαμπρά, πλην κοινά ίχνη της φιλολογικής των παλαιών δόξας. Έπιασε νέο δρόμον, τον οποίον η γεροντική πρόληψις προσεπάθησε και προσπαθεί ακόμη να τον κλείση εις την σοφήν Ευρώπην. Αλλά όσω ζουν τα συγγράματά του (και θα ζουν όσω ζη ο κόσμος) θέλει μείνει πάντοτε ο δρόμος αυτός ανοιχτός επειδή και αυτός καθώς και ο άλλος είναι δρόμος αληθινής δόξας. Εδώ παρατρέχω όσα με βιάζει να σας κοινοποιήσω το βαθύ σέβας και ο μεγάλος ενθουσιασμός όπου πάντοτε ενέπνευσεν εις την καρδίαν μου η ανάγνωσις των συγγραμμάτων του και τον οποίον αισθάνομαι τώρα σφοδρότερον από άλλην φοράν. Εγκωμίασε και εγκωμιάζει τον ποιητήν του αιώνος μας όλη η σοφή Ευρώπη, και θέλει τον εγκωμιάσουν όλοι οι αιώνες, επειδή εγεννήθηκε διά όλην την Ευρώπην και διά όλους τους αιώνας.
Γεννημένος εις την λαμπρότατην μητρόπολιν της Λόνδρας, ευγενέστατος και από πατέρα και από μητέρα, πόσην χαράν αισθάνθηκε η φιλελληνική του καρδιά, όταν η πτωχή μας πόλις εις σημείον ευγνωμοσύνης, τον επολιτόγραψε; Εις αυτόν τον αγώνα του θανάτου του, ήγουν την στιγμήν όταν κρυμμένη η αιωνιότης δείχνεται εις τον άνθρωπον ευρισκόμενον εις τα όρια της θνητής και αθάνατης ζωής, όταν λέγω όλος ο ορατός κόσμος φαίνεται ένα μόνον σημείον ως προς τα λαμπρά έργα της θείας παντοδυναμίας, εις εκείνην την φοβεράν ώραν ο πολυένδοξος τούτος νεκρός αφήνοντας τον κόσμον όλον εβάσταξεν εις το στόμα του μονάχα δύο ονόματα, της μονάκριβης και πολυαγαπημένης του κόρης και της Ελλάδος. Αυτά τα δύο ονόματα βαθειά ριζωμένα εις τα σπλάχνα του, μήτε η στιγμή του θανάτου δεν μπόρεσε να τα εξαλείψη. ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΜΟΥ! Είπεν, ΕΛΛΑΔΑ, είπε, και η φωνή του έλειψε! Ποία ελληνική καρδία να μη συντρίβεται όσαις φοραίς ενθυμείται αυτήν την περίστασιν!
Combat of the Giaour and the Pasha Painted by Eugène Delacroix (1827)

Αι ιδικαίς σου αγκάλες, ακριβή του και πολυαγαπητή θυγάτερ, αι ιδικαί σου θα το δεχθούν, τα δάκρυα τα εδικά σου θα παρηγορήσουν τον σωματοφόρον τάφον του, και τα δάκρυα των ορφανών Ελλήνων θέλει χύνονται πάνω εις την θήκη του πολυτιμότατου πνεύμονός του και απάνω εις όλην την γην της Ελλάδος, επειδή όλη η γη της Ελλάδος του είναι ο τάφος του καθώς εις ταις υστεριναίς στιγμαίς της ζωής του,εσέ, εις την Ελλάδα είχεν εις την καρδίαν του και εις τα χείλη του, δίκαιον ήταν και ύστερα από τον θάνατόν του να λάβη και αυτή μερίδιον από τα μεγαλοτίμητα λείψανά του. Η πατρίδα του, το Μεσολόγγι, σφιχταγκαλιάζει, ως σύμβολον της αγάπης του τον πνεύμονά του, δέξου και συ, γλυκύτατε καρπέ της καρδίας του αποθανόντος, δέξου το πτώμα του, την καρδίαν του, τα εντόσθιά του. Σου τα ξεπροβοδεί όλη η Ελλάς μαυροφορεμένη, όλη απαρηγόρητη. Σου τα ξεπροβοδεί με όλην την εκκλησιαστικήν, την πολιτικήν και στρατιωτικήν τιμήν και παράταξιν, και με όλον το πλήθος των συμπολιτών του Μεσολογγιτών και ομογενών του Ελλήνων. Σου τα ξεπροβοδεί στεφανωμένα με την ευγνωμοσύνην της, παρηγορημένα με τα δάκρυά της, συνωδευμένα, με τας θεοδέκτους ευχάς και ευλογίας του πανιερωτάτου Αρχιεπισκόπου μας, του αληθινού ζηλωτού της ελευθερίας του γένους, Κυρίου Πορφυρίου, του φιλοπάτριδος αγίου επισκόπου Κυρ.Ιωσήφ[14], και ολου του κλήρου. Μάθε, ευγενεστάτη κόρη, μάθε ότι στρατηγοί τα εβάσταξαν εις τους ώμους τους, και τα έφεραν εις την εκκλησίαν, χιλιάδες Έλληνες στρατιώται εσκέπαζαν τα δεξιά και αριστερά μέρη του δρόμου, όθεν τα εδιάβαιναν, και τα στόματα των τουφεκιών, οπού εκατάφαγαν τόσους και τόσους τυράννους, ήσαν όλα γυρμένα κατά την γην, ωσάν να ήθελαν να πολεμήσουν την γην, οπού τους άρπαξε τον ειλικρινή φίλο τους. Όλα αυτά τα πλήθη των στρατιωτών με το σπαθί τούτην την στιγμήν εις την μέση, με το τουφέκι εις τον ώμον, και έτοιμα να εκστρατεύσουν εναντίον του άσπονδου εχθρού του Χριστού και του ανθρώπου, περικυκλώνουν το νεκρικόν κρεββάτι, και ορκίζονται να μη λησμονήσουν ποτέ τας θυσίας του πατρός σου, και ποτέ να μην αφήσουν να πατηθή από βάρβαρον και τυραννικόν ποδάρι ο τόπος εις τον οποίον ευρίσκονται απομεινάρια του. Χιλιάδες στόματα χριστιανικά ανοίγονται αυτήν την στιγμήν, και ο ναός του Υψίστου Θεού των Χριστιανών αναβοά όλος ύμνους, όλος ικεσίας, δια να κατευοδωθούν τα σεβάσμια λείψανά του εις την πατρικήν του γην, και να αναπαυθή η ψυχή του όπου οι δίκαιοι αναπαύονται».

Αυτός ο επικήδειος λόγος, που μαρτυρεί με κάθε δυνατό τρόπο την ευγνωμοσύνη των Ελλήνων για τις υπηρεσίες του Λόρδου Βύρωνα, όπως επίσης και το σεβασμό τους, δημοσιεύτηκε ύστερα από διαταγή της κυβέρνησης.
Με τα λάθη και τις αδυναμίες του Βύρωνα, η Ελλάδα δεν είχε ανακατευτεί. Η Ελλάδα τον γνώρισε σαν τον άνθρωπο, που με τον ανυπόκριτο ενθουσιασμό του γι’αυτήν, εκφρασμένο στη λαμπερή και δυνατή γλώσσα της ποίησης, τράβηξε την προσοχή πολλών επάνω στην υπόθεσή της. Τον γνώρισε σαν άνθρωπο που, όταν ξεσηκώθηκε κι άρχισε τον αγώνα για την ελευθερία της, ενώ οι ελπίδες ήταν ακόμα θολές και αόριστες, άφησε τις διασκεδάσεις, για να μοιραστεί μαζί της τις στερήσεις και τους κινδύνους. Τον έβλεπε να ξοδεύει για την υπόθεσή της την περιουσία του και να θυσιάζει στην υπηρεσία της και επάνω στη γη της, την ίδια του τη ζωή.
The stone marking where Byron is buried at St. Mary Magdalene Church,
Hucknall Torkard, Nottinghamshire, England

Ο Άγγλος ιστορικός G.Finlay, ο οποίος συμμετείχε στην περίφημη Ταξιαρχία του Λόρδου Βύρωνα, διατύπωσε στο έργο του, Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης, μια εκτίμηση για τη δράση του Βύρωνα στην Ελλάδα εξαιρετικά ρεαλιστική και εύστοχη:
«Η βραχεία του διαμονή εν Ελλάδι δεν σχετίζεται με σπουδαίον τι πολεμικό γεγονός, αλλά ο ενθουσιασμός τον οποίον ενέπνευσε εξυπηρέτησεν ίσως την Ελλάδα περισσότερον απ’όσον θα έπραττον αι προσωπικαί του προσπάθειαι εάν η ζωή του παρετείνετο, διότι ο ενθουσιασμός αυτός συνετέλεσεν εις την δι’εράνων δημιουργίας στόλου διά το Ελληνικόν Έθνος, εκ μέρους των Άγγλων και Αμερικανών Φιλελλήνων, στόλου τεθέντος υπό τας διαταγάς του Κόχραν».[15]
Αν υπάρχει άνθρωπος, που ο φιλελληνισμός του ήταν φλογερός και αυθόρμητος, που ο διακαής και ειλικρινής του πόθος του να βοηθήσει και να προωθήσει την υπόθεση της Ελλάδας ήταν ασίγαστος και δυνατός και που αξίζει την παντοτινή ευγνωμοσύνη, αυτός ήταν ο Λόρδος Βύρωνας. Και ο Βύρωνας θα θεωρείται εσαεί μεγάλος ευεργέτης των Ελλήνων.
Αντί επιλόγου, παραθέτω ένα συγκινητικό περιστατικό που αναφέρει ο Howe:
«Περνώντας μια ημέρα τον Κόλπο της Σαλαμίνας μέσα σε μία βάρκα μ’ έναν τραχύ ορεσίβιο καπετάνιο, έβγαλα έναν τόμο με ποιήματα του Βύρωνα και διάβαζα. Όπως φυσούσε ο αέρας άνοιξε τα φύλλα κι ο καπετάνιος, ρίχνοντας μια ματιά στο πορτρέτο, τον αναγνώρισε. Με παρακάλεσε να του το δώσω, και κοιτάζοντας μελαγχολικά τη μορφή του Λόρδου, τη φίλησε κι ύστερα το έδωσε και στους άντρες του, που έκαναν κι αυτοί το ίδιο, λέγοντας: Ήταν Μεγάλος και Καλός» [16].

doctor
_______________________________________________

[1] Ο λόρδος Βύρων ( ελληνοποίηση του αγγλικού George Gordon, Lord Byron) ήταν Άγγλος ποιητής, από τους σημαντικότερους της εποχής του και ο γνωστότερος και ο πλέον ενθουσιώδης των φιλελλήνων. Γόνος αριστοκρατικής οικογένειας έτυχε πολύ καλής μορφώσεως και από νεαρότατης ηλικίας έδειξε το μεγαλοφυές του ταλέντο.
Ανήσυχη φύση και χαρακτηριστικός φορέας των ιδεωδών της εποχής του, άρχισε τις περιοδείες και τις περιπλανήσεις του στις χώρες της Ευρώπης ( Πορτογαλία, Ισπανία, Ελλάδα, Τουρκία ).
Η Ελλάδα αιχμαλώτισε το νου και τη καρδιά του. Στην Αθήνα σχετίστηκε με τη κόρη του Θεοδώρου Μακρή, την Θηρεσία. Την ερωτεύτηκε παράφορα και της έγραψε το γνωστό ποίημα του" Κόρη των Αθηνών " (1809).
Ύστερα περιόδευσε στη Τουρκία και κατάφερε να διασχίσει τον Ελλήσποντο (Μάιος 1810 ), παρά την εκ γενετής ελαφρή χωλότητά του.
Το 1812 εκφωνεί τον πρώτο λόγο του στην Βουλή των Λόρδων και δημοσιεύει τα δύο πρώτα άσματά του "Τσάιλντ Χάρολντ" , τα οποία τον έκαναν διάσημο. Η διάλυση όμως του γάμου του με την ΄Αννα Ισαβέλλα Μίλμπαγκ (1792-1860) προκάλεσε τέτοιο σκάνδαλο, ώστε αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Αγγλία (1816). Κατ' αρχή εγκαταστάθηκε στην Ελβετία και κατόπιν στην Ιταλία, όπου ένθερμα υποστήριξε την φιλελεύθερη κίνηση των Ιταλών πατριωτών.
Το 1823 με πρόσκληση του Μαυροκορδάτου, φτάνει στην Ελλάδα, για συμμετοχή στον αγώνα. Το 1823 πηγαίνει στο Μεσολόγγι και ασχολείται με την οργάνωση στρατιωτικών σωμάτων, ξοδεύοντας αρκετά λεφτά από την περιουσία του. Οι δοκιμασίες όμως και οι κακουχίες επιδείνωσαν την κατάσταση της ήδη κλονισμένης υγείας του. Στις 19 Απριλίου 1824 πέθανε από πυρετό στο Μεσολόγγι. Ο Σολωμός, συμμετέχοντας στο γενικό πένθος, συνθέτει μακρά ωδή στον θάνατό του.
Από τα έργα του Μπάϋρον πιο γνωστά είναι, οι εκτενείς ποιητικές συνθέσεις " Τσάιλντ Χάρολντ ", " Δον Ζουάν " και " Μάνφρεντ ".
Ο ποιητικός πλούτος του έργου του, η περιπετειώδης ζωή του και ο ηρωικός θάνατός του έγιναν αφορμή, όπως θεωρηθεί ως ο γνησιότερος εκπρόσωπος του ρομαντισμού κατά τον ιθ' αιώνα. Πηγή:
http://pilavakis.tripod.com/new_page_72.htm

[2] Σάμιουελ Χάου (Samuel Gridley Howe) (1801 – 1876)
Αμερικανός γιατρός, υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας, μέγας φιλάνθρωπος, αλλά και άδολος φιλέλληνας. Γεννήθηκε στη Βοστόνη στις 10 Νοεμβρίου 1801 και καταγόταν από πλούσια οικογένεια. Σπούδασε ιατρική στο Χάρβαρντ, αλλά δεν άσκησε το ιατρικό επάγγελμα, καθώς κατέβηκε στην Ελλάδα στις αρχές του 1825 για να συμμετάσχει στην Ελληνική Επανάσταση. Ανέλαβε αμέσως υπηρεσία στον Αγώνα, περιθάλποντας τραυματίες και άρρωστους μαχητές. Στο πρώτο γράμμα προς τον πατέρα του αναφέρει μεταξύ άλλων: «…ως προς τον μισθόν μου, ουδέν λαμβάνω, ούτε μ' ενδιαφέρει, αφού η Κυβέρνησις δεν είναι εις θέσιν ούτε να θρέψη και να ενδύση τους δεινοπαθούντας στρατιώτας…». Η ζωή του ντελικάτου βοστονέζου με τη μεγάλη καρδιά, δύσκολη. Από το ημερολόγιό του διαβάζουμε: «… η δουλειά μου τη νύχτα που πέρασε ήταν ατέλειωτη … έκαμα τόσες εγχειρήσεις που αμφιβάλω αν θα κατόρθωνα να τις κάμω κατά τη διάρκεια ολόκληρων ετών στη Βοστώνη … δύο μήνες τώρα κοιμάμαι στο έδαφος με τα ρούχα … είχα σκεφτεί να φύγω από δω, αλλά θα ήταν πράξη επονείδιστη…». Ο Σαμουήλ Χάου επιστρέφει το 1827 στην Αμερική και οργανώνει έρανο για την ελληνική υπόθεση. Συγκεντρώνει 60.000 δολάρια και αγοράζει ρούχα και τρόφιμα για τους επαναστάτες. Ένα χρόνο αργότερα έρχεται και πάλι στην Ελλάδα και οργανώνει καταφύγια για την περίθαλψη των προσφύγων. Ένα από αυτά στον Ισθμό της Κορίνθου θα το ονομάσει «Ουασινγκτονία». Το 1831 επιστρέφει στη Βοστώνη και ιδρύει το πρώτο σχολείο για τυφλούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, του οποίου διετέλεσε πρώτος διευθυντής. Το 1848 δημιουργεί ένα ανάλογο σχολείο για άτομα με διανοητικές διαταραχές. Το 1866, γηραιός πλέον, βρίσκεται για μια ακόμα φορά στην Ελλάδα, για να συνδράμει τους επαναστατημένους Κρητικούς. Πέθανε στις 9 Ιανουαρίου 1876.
Πηγή:
http://istoria.exnet.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=275&Itemid=29
Βλ.επίσης: http://sansimera.gr/archive/biographies/show.php?id=215&name=Samuel_Howe
[3] Βλ. παλαιότερο σχετικό θέμα: http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2007/09/blog-post_5613.html
[4] “Childe Harold’s Pilgrimage”, ωδή Β’,15. http://en.wikipedia.org/wiki/Childe_Harold's_Pilgrimage
[5] “The Giaour”. http://en.wikipedia.org/wiki/The_Giaour
[6] Ο Βύρωνας σχημάτισε ένα μισθοφορικό στρατιωτικό σώμα από περίπου 1.000 Αλβανούς Σουλιώτες, οι οποίοι μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του Μαυροκορδάτου στην Ήπειρο είχαν καταφύγει στα Ιόνια νησιά. Συγχρόνως, η παρουσία του στο Μεσολόγγι προσέλκυσε και όσους εθελοντές φιλέλληνες βρίσκονταν ακόμα στην Ελλάδα καθώς και νέους που άφηναν την χώρα τους και έρχονταν να πολεμήσουν στο πλευρό του. Δέκα Γερμανοί που είχαν έρθει στην Ελλάδα το 1822 έγιναν σωματοφύλακές του. Αυτό το ανομοιογενές στρατιωτικό σώμα, απαρτιζόμενο από ανθρώπους κάθε εθνικότητας, αποτέλεσε την «Ταξιαρχία του Λόρδου Βύρωνα» (Εγκ.ΔΟΜΗ, 9ος τόμος «Η ελληνική Επανάσταση», σ.359.
[7] William Parry, The Last Days of Lord Byron, London, σ.38, όπως παρατίθεται από τον Μάριο Μπλέτα στις υποσημειώσεις στην «Ιστορική Σκιαγραφία της Ελληνικής Επανάστασης»,σ. 230.
[8] Ο άγγλος συνταγματάρχης Λέστερ Στάνχοπ, μέλος του Αγγλικού Κομιτάτου για την Ελλάδα, έφτασε στο Μεσολόγγι στις 12/12/1823 ως συνεργάτης του Βύρωνα. Ήταν περισσότερο προοδευτικός και με φιλελεύθερες ιδέες. Επιχείρησε την οργάνωση της παιδείας, την υγειονομική περίθαλψη των κατοίκων, την ίδρυση ταχυδρομικής υπηρεσίας και την έκδοση εφημερίδας με τα πιεστήρια που έφερε μαζί του, από τα οποία πέτυχε μόνο το τελευταίο. Ήρθε σε αντίθεση με τον Βύρωνα και , κατά μία άποψη, ανακλήθηκε στην Αγγλία στις αρχές Μαΐου 1824 κατόπιν ενεργειών αντιπάλων του, συμπεριλαμβανομένου και του Βύρωνα (Μπλέτας, Howe,ο.π. σ.232).
[9] Σχετικά με την ασθένεια του Λόρδου Βύρωνα βλ. μελέτη του κ. Θεοδώρου Πέππα, Παθολόγου-Λοιμωξιολόγου, που έχει δημοσιεύσει στο blog του:
http://theopeppasblog.pblogs.gr/2007/11/h-kardia-toy-lordoy-byrwna.html
[10] Η εκστρατεία της Ναυπάκτου ματαιώθηκε, λόγω των εξωπραγματικών απαιτήσεων των Σουλιωτών, οι οποίοι ήταν 300 και αξίωναν οι μισοί να πληρώνονται ως αξιωματικοί (σχόλιο του Μπλέτα, Howe, ο.π. σ.236).
[11] Conte Pietro Camba, «Ο Λόρδος Βύρων στην Ελλάδα» σ.138-139.
[12] Την Τρίτη του Πάσχα έγινε η κηδεία του από το Ναό του Αγίου Νικολάου, που ήταν μέσα στο σημερινό Ηρώο και πίσω ακριβώς από τον ανδριάντα του. Το σώμα του μεταφέρθηκε στην Αγγλία όπου και τάφηκε. Τα σπλάχνα του τοποθετήθηκαν σε ασημένιο κιβώτιο και φυλάχτηκαν στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα Μεσολογγίου ως το 1881. Τότε ένας σύλλογος πατριωτών με την επωνυμία "ο Βύρων" έκανε Πανελλήνιο έρανο για τον Ανδριάντα του, που είναι σήμερα στο κήπο των Ηρώων. Κάτω από τον Ανδριάντα έθαψαν και το κιβώτιο με τα σπλάχνα του. Πηγή:
http://students.cs.unipi.gr/~p06046/kipos.html
[13] Howe, o.π. σ.238-241.
[14] Πρόκειται για τον Επίσκοπο Ρωγών Ιωσήφ:
http://www.antibaro.gr/religion/xolebas_rwgwn.php
[15] G. Finlay, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (Λονδίνο, 1861), Δομή, ο.π. σ.362.
[16] Howe, ο.π. σ.241 (υποσημείωση).

Παρασκευή 20 Ιουνίου 2008

Ιωάννης Καποδίστριας


Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831).

Ο Ιωάννης Καποδίστριας καταγόταν από την Ιταλική οικογένεια ittori που ήρθε το 1373 από το Capo d’ Istria της Δαλματίας στην Κέρκυρα, όπου και έκανε επίθετο τον τόπο καταγωγής (Capo d’ Istria=Καποδίστριας).

Οι διοικητικές και οργανωτικές ικανότητες του Καποδίστρια ήταν εκπληκτικές, και δεν ήταν καθόλου τυχαίο που ήταν Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας στα 39 χρόνια του, εκπρόσωπός της σε «ιστορικά» διεθνή συνέδρια (Βιέννης 1814-5, Λάιμπαχ 1821), αντιτάχθηκε στον Μέττερνιχ και αποκλήθηκε «αρχιτέκτων της ευρωπαϊκής ειρήνης του αιώνος». Ο Καποδίστριας λοιπόν άφησε μια σίγουρη διπλωματική και πολιτική καριέρα και ήρθε στην Ελλάδα για να οργανώσει εκ του μη όντος ένα κράτος.

1) Οργάνωσε τον διαλυμένο ελληνικό εμπορικό στόλο
2) Πάταξε την πειρατεία στην οποία μετά μανίας είχαν αρχίσει να επιδίδονται οι μέχρι πρότινος ηρωικοί πυρπολητές.
3) Ίδρυσε Εθνική Τράπεζα, την οποία μετά την δολοφονία του κατήργησαν οι παρατραπεζίτες.
4) Έφτιαξε νομισματικό σύστημα, με τον φοίνικα να είναι το πρώτο νόμισμα της Ελλάδας.
5) Μετέτρεψε σε στρατό τις μικρές και σκόρπιες αντάρτικες ομάδες.
6) Ίδρυσε την Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.
7) Οργάνωσε ταμείο για την περίθαλψη των χηρών και των ορφανών.

Ο Καποδίστριας κυβέρνησε δικτατορικά με τα σημερινά δεδομένα, αλλά άκρως συνετά για τις τότε συνθήκες, μιας και δεν υπήρχε κράτος πριν. Ανδρωμένος στην εποχή του «φωτισμένου δεσποτισμού» και αντιμέτωπος με την τραγική κατάσταση της καταματωμένης και κατασπαραγμένης χώρας, ο Καποδίστριας υιοθέτησε αυταρχική πολιτική μονοκρατορίας, και προσπάθησε να μετατρέψει το μετεπαναστατικό χάος σε ευνομούμενο κράτος.
Ήταν άνθρωπος με απίστευτα αποθέματα δύναμης και αντοχής. Η ανατολή του ηλίου τον έβρισκε στο γραφείο του. Έφευγε από κει μαύρα μεσάνυχτα. Διάβαζε τον ξένο τύπο, ήταν ένας διεθνούς επιπέδου διπλωμάτης και πολιτικός, γνωστός στην Ευρώπη πολύ πριν γίνει Κυβερνήτης της Ελλάδας.
Έτρωγε ελάχιστα, και δεν δέχτηκε ποτέ μισθό ως κυβερνήτης. Τον μισθό του τον έδινε στις χήρες και τα ορφανά. Ποτέ δεν δέχτηκε δώρο από κανέναν, ούτε μικρό ούτε μεγάλο, και συμβούλευε τους πάντες στην κυβέρνηση να πράττουν το ίδιο.
Το μεγάλο πάθος του ήταν η παιδεία. Ίδρυσε σχολεία σε όλη την ελεύθερη Ελλάδα.

Τον Καποδίστρια τον ακολούθησαν από την αρχή ως το τέλος, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Δημήτριος Υψηλάντης και ο Κωνσταντίνος Κανάρης. Δεν τον ακολούθησαν και τον πολέμησαν ο Μιαούλης, οι Κουντουριώτηδες, Οι Μαυρομιχάληδες, ο Κωλλέτης, ο Μαυροκορδάτος και ένα σωρό προύχοντες και δημογέροντες που φοβόταν το κράτος δικαίου που πήγαινε να στήσει ο Καποδίστριας.
Οι αντιδράσεις του κατεστημένου εναντίον του Καποδίστρια ήταν πολύ μεγάλες. Έφτασε σε σημείο ο Μιαούλης να πυρπολήσει την φρεγάτα Ελλάς, και την φρεγάτα Ύδρα κατά τον ξεσηκωμό της αντιπολίτευσης.

Διονύσιος Τσώκος: «H δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια», Μουσείο Μπενάκη, Αθήνα

Την Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου 1831, ώρα έξι το πρωί, ο Κυβερνήτης μπαίνει στην εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνα για τον τακτικό του εκκλησιασμό. Στην πόρτα πάνω τον πλησιάζουν ο Κωνσταντίνος και ο Γεώργιος Μαυρομιχάλης, τάχα για να του υποβάλλουν τα σέβη τους, και από πολύ κοντά αδειάζουν πάνω του τα κουμπούρια τους. Ο Γεώργιος όμως αστοχεί και αποτελειώνει το έργο του Κωνσταντίνου με το στιλέτο.
Ο Κυβερνήτης είναι νεκρός.
Και μαζί του νεκρή η Ελλάδα που ονειρεύτηκε.
Αντ’ αυτής θα προκύψει η Ελλάδα των κουμπουράδων Μαυρομιχαλαίων, του ρουσφετιού, της διαπλοκής και της διαφθοράς.
Τον Κωνσταντίνο τον συνέλαβε αμέσως το εξαγριωμένο πλήθος. Τον λίντσαραν επί τόπου. Ο Γεώργιος κατάφερε να ξεφύγει όμως την επόμενη ημέρα συνελήφθη, και εκτελέστηκε ένα μήνα μετά στην πλατεία του Ναυπλίου παρουσία χιλιάδων πολιτών που προσπαθούσαν να τον αποσπάσουν από τα χέρια των ανδρών του αποσπάσματος για να τον λιντσάρουν και αυτόν.
Η σωρός του κυβερνήτη μεταφέρθηκε από τον αδερφό του Αυγουστίνο στην πατρίδα του την Κέρκυρα, όπου και βρίσκεται το μαυσωλείο του ανθρώπου που επιχείρησε μάταια να κάνει κράτος την Ελλάδα.

doctor

_________________________________________________________________
Πηγές : «Αφιέρωμα στη μνήμη του Ι.Καποδίστρια, του Τάκη Κατσιμάρδου στην εφ. Έθνος,
«Ιστορία (κωμικοτραγική) του νεοελληνικού κράτους», του Β.Ραφαηλίδη, εκδόσεις του 21ου ,
«Παράλληλοι βίοι Καποδίστρια και Τρικούπη» του Μάριου Πλωρίτη,8-12-96 εφ. Το Βήμα.

Σάββατο 22 Μαρτίου 2008

ο β' εμφύλιος



3 Οκτωβρίου 1824.
Εκλογές.
Από τη μία οι Υδραίοι και οι σύμμαχοί τους, Σουλιώτες και Ρουμελιώτες με επικεφαλής τους αδερφούς Κουντουριώτη, οι οποίοι είχαν ήδη παραλάβει τις δύο πρώτες δόσεις του δανείου[1], τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
Αντίπαλοι: οι ηττηθέντες στον α’ εμφύλιο πόλεμο [2] Πελοποννήσιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες.
Στις εκλογές επικράτησαν οι Υδραίοι και οι σύμμαχοί τους. Οι Πελοποννήσιοι, κατήγγειλαν τα αποτελέσματα ως προϊόντα εκβιασμού και εξαγοράς ψήφων. Ο Ζαΐμης, ο Λόντος, οι Δεληγιανναίοι, οι Κολοκοτρωναίοι και άλλοι Πελοποννήσιοι ηγέτες ετοιμάζονταν για την ένοπλη αναμέτρηση.
Τον Οκτώβριο του 1824 οι κάτοικοι της επαρχίας Αρκαδιάς αρνήθηκαν στην εθνική διοίκηση την απόδοση των προσόδων της επαρχίας τους και εξεδίωξαν τον κυβερνητικό αξιωματούχο, μη αναγνωρίζοντάς του το δικαίωμα επιβολής και είσπραξης των φόρων για λογαριασμό της κεντρικής εξουσίας. Οι περισσότεροι από τους οπλαρχηγούς και κοτσαμπάσηδες της επαρχίας ήταν άνθρωποι του Κολοκοτρώνη.
Η Διοίκηση χαρακτήρισε το γεγονός ανταρσία και διέταξε τον υπουργό Εσωτερικών Παπαφλέσσα να την καταστείλει. Ο Παπαφλέσσας έφτασε στην περιοχή και με την απειλή χρήσης βίας ζήτησε από τις τοπικές αρχές να πειθαρχήσουν στην εθνική διοίκηση και να αποδώσουν τους φόρους.
Ωστόσο, οι οπλαρχηγοί σε συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη αρνήθηκαν να υπακούσουν και έτσι οι δύο πλευρές ετοιμάστηκαν για την ένοπλη αναμέτρηση[3].
Μετά από διήμερη μάχη στους Κωνσταντίνους, χωριό της επαρχίας Αρκαδιάς, οι Πελοποννήσιοι υπερίσχυσαν των αντιπάλων τους, τα ένοπλα σώματα του Παπαφλέσσα διασκορπίστηκαν και ο ίδιος επέστρεψε ηττημένος στο Ναύπλιο.
Προς το τέλος του Νοεμβρίου του 1824 όμως τα κυβερνητικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τρίπολη διασκορπίζοντας τους Πελοποννήσιους και ακινητοποιώντας τους στα γύρω χωριά.
Το σχέδιο εισβολής στον Μοριά είχε κληθεί να υλοποιήσει ο Ιωάννης Κωλέττης στηριζόμενος οικονομικά από τα χρήματα του δανείου με τα οποία φρόντισε να εξαγοράσει πολλούς τοπικούς ηγέτες του Σουλίου και της Ρούμελης[4].
Στις 23/11/1824, ένα πρώτο σώμα, υπό τον Γκούρα, εισέβαλε στην Κορινθία από τον Ισθμό. Τα στρατεύματα του Γκούρα σκόρπισαν τον φόβο και τον πανικό στην περιοχή λεηλατώντας και καταστρέφοντας.
Το δεύτερο σώμα, υπό τον Τζαβέλα, τον Ίσκο, τον Μπότσαρη και τον Καραϊσκάκη αποβιβάστηκε στο Αίγιο στις αρχές Δεκεμβρίου. Οι Ρουμελιώτες και οι Σουλιώτες, αφού λεηλάτησαν την Κερπινή και κατέστρεψαν τα σπίτια και όλα τα υπάρχοντα των Ζαΐμηδων και των υποστηρικτών τους, κατευθύνθηκαν στην Γορτυνία με σκοπό να κυνηγήσουν τους Δεληγιανναίους και να καταστρέψουν τις ιδιοκτησίες τους στα Λαγκάδια. Στα Λαγκάδια, οι Ρουμελιώτες προέβησαν σε εκτεταμένες καταστροφές και λεηλασία της περιουσίας των Δεληγιανναίων. Ο Γκούρας παράλληλα, λεηλατούσε και κατέστρεφε την περιοχή της Γαστούνης.
Στα τέλη Ιανουαρίου 1825 οι Δεληγιανναίοι έφτασαν στο Ναύπλιο και τέθηκαν υπό κράτηση, αφού παρέδωσαν τα όπλα τους.
Αλλά και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε ήδη αποφασίσει να παραδοθεί προς το τέλος του 1824. Συνοδευόμενος από τον Δ.Πλαπούτα έφτασε στην Τρίπολη, παρουσιάστηκε ενώπιον της Επιτροπής που διοικούσε την πόλη, και έθεσε εαυτόν στη διάθεση της Διοίκησης. Εκεί αποφασίστηκε η μεταφορά του στο Ναύπλιο. Εκεί τον έθεσαν υπό περιορισμό στο σπίτι του Παπαφλέσσα.


Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας (1788-1825)

Ο Κολοκοτρώνης σε επιστολή του προς τον Γ.Κουντουριώτη, υποχρεώθηκε να παραδεχθεί ότι οι ενέργειές του κινήθηκαν «ενάντια των νόμων του έθνους, ενάντια των συμφερόντων της πατρίδας». Δήλωνε έτσι την ειλικρινή του μεταμέλεια και «έθετε εαυτόν εις την κρίση της δικαιοσύνης».
Εν τω μεταξύ, τα ένοπλα σώματα που είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο είχαν προβεί σε εκτεταμένη χρήση βίας, σε καταστροφές, καταχρήσεις και λεηλασίες, σε διαπομπεύσεις και εξευτελισμούς των αντιπάλων. Οι αρπαγές και οι βιαιοπραγίες κατέστησαν ανεξέλεγκτες και γενικεύθηκαν στα χωριά και στις επαρχίες.
Η κεντρική διοίκηση δεν ήταν σε θέση να επιβάλει πειθαρχία στα σώματα των Ρουμελιωτών και Σουλιωτών ενόπλων που απαιτούσαν άμεση καταβολή των μισθών τους και συνέχιζαν να λεηλατούν την Πελοπόννησο.
Τα ρουμελιώτικα και σουλιώτικα στρατεύματα ήταν μισθοδοτούμενα από τα χρήματα του δανείου, δηλαδή από το «εθνικό ταμείο».
Μετά την ήττα των Πελοποννησίων, τη σύλληψη και τη φυλάκιση των περισσοτέρων από αυτούς (Θ.Κολοκοτρώνης, Δεληγιανναίοι, Νοταράδες, Παπατσώνης, Σισίνης κ.λπ) η εθνική διοίκηση βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν διαφορετικό κίνδυνο: Τον Ιμπραήμ Πασά που στα μέσα του Φεβρουαρίου του 1825 αποβίβασε τα στρατεύματά του στην περιοχή της Μεθώνης.
Οι Ρουμελιώτες και Σουλιώτες αποχώρησαν από την Πελοπόννησο και έτσι η άμυνα της Πελοποννήσου έπρεπε να στηριχθεί στις δικές της στρατιωτικές δυνάμεις.
Ποιοι όμως μπορούσαν να ξεσηκώσουν τα λεηλατημένα χωριά του Μοριά και να πείσουν τις κοινότητες να κινητοποιηθούν για τον πόλεμο, δηλαδή να πολεμήσουν, να προσφέρουν εργασία και τρόφιμα; Εκείνοι, τους οποίους οι ίδιοι πληθυσμοί είχαν μάθει να εμπιστεύονται, να ακολουθούν και να αναγνωρίζουν ως ηγέτες τους, ήταν φυλακισμένοι ή φυγάδες. Στις συνθήκες αυτές, η Διοίκηση αποφάσισε να παραχωρήσει γενική αμνηστία «εις όλους τους υποπεσόντας εις πολιτικά εγκλήματα» στις 18/5/1825 [5].
Η συνέχεια γνωστή:
«Ο Μπραΐμης, μπήκε στην Πελοπόννησο και την έκανε γης Μαδιάμ όχι από την παλληκαριά των Αράπηδων, αλλά από αυτά που λέγω. Δεκάξι χιλιάδες ασκέρια, το άνθος των Ελλήνων, Ρουμελιώτες, Πελοποννήσιοι Σπαρτιάτες κι’απ’άλλα μέρη, όλοι αυτήνοι κάθονταν εις τις Χώρες και εις τ’ άλλα χωριά και τρώγαν αρνιά και κότες, κι’ ο Αράπης όταν τους έβρισκε τους ξεποδάριαζε κυνηγώντας. Αυτά κάνει η διαίρεση και η διχόνοια» [6].

Πάρα πολλά περιστατικά της επανάστασης του 1821, όπως τα προεκτεθέντα, αποκρύπτονται επιμελώς από την εθνική ιστοριογραφία αλλά και γενικά από την ελληνική κοινωνία για να μην απομυθοποιηθούν οι αγωνιστές της επανάστασης που ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζονται με δέος και σεβασμό σαν να είναι άγιοι και όποιος γράψει ή πει κάτι γι'αυτούς τους απλούς ανθρώπους με τις τόσες φυσιολογικές αδυναμίες και πάθη, τότε χαρακτηρίζεται από τους "εθνικώς σκεπτόμενους" ως ανθέλληνας, ή ως αποδομητής των ιερών και των οσίων του έθνους...
Έτσι, οι εθνομυθολογούντες κρίνουν τους δύο εμφυλίους με τα σημερινά δεδομένα, και απορούν για την συμπεριφορά αυτών των μεγάλων αγωνιστών αγνοώντας μάλλον ότι η εθνική συνείδηση εκείνη την εποχή δεν είχε καμία σχέση με το σήμερα.
Για την εθνική συνείδηση του τότε είχα ανοίξει παλαιότερα σχετικό ποστ: http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/04/1821.html


doctor
_____________________________________________________

[1] Α΄ Δάνειο (21/2/1824):800.000 λίρες, τιμή έκδοσης 59% τόκος 5%. Το ανέλαβε ο τραπεζικός οίκος Λόφναν. Απόσβεση σε 36 χρόνια. Πραγματικό ποσό δανείου:472.000 λίρες. Στάλθηκαν στην Ελλάδα 298.726 λίρες σε χρήμα και 10.063 σε εφόδια. (Τα υπόλοιπα κρατήθηκαν για μεσιτείες, τόκους 2
χρόνων, χρεωλύσια και για μυθώδη αμοιβή του Ορλάνδου και Λουριώτη). Τα χρήματα που έφθασαν στην Ελλάδα κατασπαταλήθηκαν στον εμφύλιο. (Εύη Σκληράκη, Η διδασκαλία της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από τις Πηγές, Σμιλή, 1987, σ. 51).

[2] α’ εμφύλιος.


[3] Προς βοήθεια των Αρκαδινών οπλαρχηγών έσπευσαν οι γιοι του Θ.Κολοκοτρώνη, Γενναίος και Πάνος και αργότερα ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Αλλά και κυβερνητικά στρατεύματα, υπό τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και τον Διονύσιο Μούρτζινο, έσπευσαν να ενισχύσουν τον Παπαφλέσσα.

[4] Ισχυροί Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Κ.Μπότσαρης, ο Γ.Δράκος και Ρουμελιώτες καπετάνιοι, όπως ο Ιωάννης Γκούρας, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Ανδρέας Ίσκος, ο Νάκος Πανουργιάς, ο Γ.Δυοβουνιώτης, είχαν συμφωνήσει με τον Κωλέττη και θα αναλάμβαναν την επιχείρηση εισβολής στον Μοριά με στόχο να καθυποτάξουν τους «αντάρτες» και να επιβάλλουν τους «νόμους του έθνους» στις επαρχίες που τους υποστήριζαν.

[5] Πηγή: «Ιστορία των Ελλήνων», εκδόσεις ΔΟΜΗ, 9ος τόμος «Η ελληνική επανάσταση 1821», σελ.254-262. Συγγραφέας, ο Ν.Ροτζώκος, Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

[6] Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα», εισαγωγή-σχόλια Σπύρου Ι.Ασδραχά, εκδόσεις Α.Καραβία, Αθήνα, όπως παρατίθεται στην «Ιστορία των Ελλήνων», ο.π. σελ.439.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Ο Αρβανίτικος Πύργος- Ελλάς Τουρκία συμμαχία



Με τον αφανισμό των Αλβανών συνάπτεται και η ονομασία Αρβανίτικος Πύργος.
Μετά την εξόντωση των Αλβανών στο Ναύπλιο, ο Τζεζαερλής έστειλε «μπουγιουρδιά» στους εναπομείναντες Αλβανούς και τους κάλεσε να εκκενώσουν το Μοριά.
Όμως ο αρχηγός των Αλβανών στην Τρίπολη, Μούρτο Άμζα, κράτησε περιφρονητική στάση, όπως λέει το παλιό ναυπλιακό άσμα.
Έτσι, ο Τζεζαερλής αποφάσισε να τον χτυπήσει.
Συνεννοήθηκε με τους κλέφτες του Μοριά, αφού συναντήθηκε μαζί τους στους Μύλους στις 28/5/1779.
Τις διαθέσεις των Ελλήνων και των Τούρκων έναντι των Αλβανών εκφράζει παραστατικά το ακόλουθο δημοτικό:

Να κάνουμε το ένα μας
και τούρκοι και ραγιάδες
τον τόπο να παστρέψουμε
από τους αρβανιτάδες

(Λαμπρυνίδης, “Η Ναυπλία», σελ.306).

Περίπου 3.000 κλέφτες ενίσχυσαν το στρατό που βάδισε κατά της Τριπολιτσάς. Οι Αλβανοί υπέστησαν πανωλεθρία.
Ο Τζεζαερλής, σε ανάμνηση της νίκης του, διέταξε να στηθεί τρόπαιο.
Πέντε χιλιάδες (5.000) κεφάλια αλβανών κόπηκαν, γδάρθηκαν και κτίστηκαν με κορασάνι ώστε να σχηματίσουν πυραμίδα.
Η θέση του τροπαίου ήταν σε ένα χωράφι έξω από την Πόρτα του Αναπλιού, του τείχους της Τριπολιτσάς, στο χωριό Μπασιάκος.
Ο Κολοκοτρώνης στη «Διήγησιν των συμβάντων της ελληνικής φυλής» αναφερόμενος στη δράση του πατέρα του Κωνσταντίνου που συμμετείχε στην εξόντωση των Αλβανών, ονομάζει την πυραμίδα πύργο.
Ο Πουκεβίλ όμως που πέρασε από εκεί το 1799 και είδε το κτίσμα που είχε αρχίσει να καταρρέει λόγω της αποκολλήσεως μερικών κρανίων, ονομάζει το κτίσμα «πυραμίδα».
Η πυραμίδα διατηρήθηκε μέχρι το 1806-1807.
Τότε οι αγάδες της Τριπολιτσάς την εξαφάνισαν εντελώς για να μην προσβληθεί ο Βελής, ο γιος του Αλή Πασά, που είχε διοριστεί τότε Μόρα Βαλεσής και κατέβαινε στην Πελοπόννησο.

(Πηγή: Σαράντος Ι. Καργάκος, Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες, Δ’ έκδοση, εκδόσεις Σιδέρης, σελ.46-47).
doctor

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2007

Συγχαρητήριος Επιστολή προς τον Υπουργόν Εθνικής Παιδείας

Προς το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων


webmaster@ypepth.gr
stylianidis@parliament.gr;
estylian@internet.gr

Συγχαρητήριος Επιστολή προς τον Υπουργό Παιδείας δια την κατάργησιν του αντεθνικού σχολικού εγχειριδίου της ΣΤ’ Δημοτικού.


Κύριε Στυλιανίδη,

με περισσίαν χαράν επληροφορήθην ότι χάρη εις τας θεοπνεύστους ενέργειάς σας και με την βοήθειαν της Θείας Πρόνοιας, απεσύρθη, επί τέλους, το επαίσχυντον και αντεθνικόν εγχειρίδιον της ΣΤ’ Δημοτικού και επανήλθε το παλαιό αν και προσωπικώς θα ήθελα να επανέρχετο κάποιο έτι παλαιότερο, κατά προτίμησιν κάποιο εκ των επωφελών σχολικών εγχειριδίων της Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως ή κάποιο έτι παλαιότερο, του αειμνήστου Ιωάννου Μεταξά φερ’ ειπείν.

Επιτρέψατέ μου να προτείνω κάποιας ιδέας σχετικώς με το νέον βιβλίον το οποίον με την βοήθειαν του Παναγάθου Θεού θέλει εκδοθή τα επόμενα έτη, φαντάζομαι όχι υπό του αθέου και αντεθνικώς δρώντος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, αλλά υπό της Ιεράς Συνόδου, και προτείνω οι διορθώσεις να γίνουν από ευσεβή δημόσια πρόσωπα, όπως οι κ.κ. Παπαθεμελής και Καρατζαφέρης, διότι μόνον αυτοί δύνανται να διασφαλίσωσιν ότι το περιεχόμενον του νέου βιβλίου θα είναι εθνικά επωφελές δια τα τέκνα των Ελλήνων.

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από τους ηρωικούς αγώνας του Έθνους ημών κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821 τα οποία θα ήθελα να συμπεριληφθούν εις το νέον εγχειρίδιον ιστορίας ώστε να μάθουν τα τέκνα των Ελλήνων την ιστορίαν των προγόνων των:

1) «Από τους εκτός ενεργείας παραμελημένους στρατιωτικούς αρχηγούς πρεσβύτας επισήμους εις Σαλαμίναν ευρίσκοντο οι Καρατάσιος, Γάτζος, Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης. Εις αυτάς τας περιστάσεις μια εκ των ημερών, διαβαίνοντες οι δύο συμπέθεροι Πανουργιάς [1] και Δυοβουνιώτης [2] με τα σκιάδιά των επί κεφαλής, με τας χείρας όπισθεν εμελημένως και αφελώς πως, με βήμα βραδύ διασκεδάζοντες ενώ διήρχοντο από την αγοράν και διευθυνόμενοι την ακρογιαλιάν του λιμένος, μεταξύ των στρατιωτών οίτινες ευρίσκοντο εις τα καφφενεία, λέγει ο Πανουργιάς προς τον Δυοβουνιώτην:

- Άϊ συμπέθερε. Όλοι οι στρατιωτικοί ευρίσκονται εις δουλειάν. Ημείς τι θα κάνωμεν τώρα;

- Ημείς, λέγει, να μπαρμπερίσωμεν τα αρχίδια μας.

- Το κάμνεις; Λέγει.

- Πληρώνεις;

- Μάλιστα.

- Πηγαίνωμεν λοιπόν, λέγει, να εύρωμεν μπαρμπέρην.

Όλοι ήκουσαν ταύτα, πλην γνωρίζοντες εξάλλου ποσάκις με τας αστείας των αισχρολογίας ευχαριστούσαν τους μικροτέρους, εγέλασαν ακούσαντες ταύτα.
Φθάσαντες λοιπόν εις εν εργαστήριον ενός μπαρμπέρη, εσυμφώνησαν να τον δώση ο Πανουργιάς έναν ρουμπιγέν, δια να ξουραφίση τα αρχίδια του Δυοβουνιώτου.
Ο Δυοβουνιώτης χωρίς συστολήν, λύει τα βρακιά του, και κάθεται εις το κάθισμα έξωθεν του εργαστηρίου με τεντωμένα τα σκέλη.
Ο βαρβέρης τον ρίπτει στο πρόσωπο-πεσκίρια και παίρνει νερόν, και ετοιμάζεται να τον μπαρμπερίζη.
Βλέποντας ο κόσμος μίαν πράξιν τόσο παράξενον και γελοίαν, τρέχοντες και προσκαλούντες ο ένας τον άλλον, εσυσσωρεύθη όλον το πλήθος της αγοράς εκεί. Γέλωτας γενικός από όλους εξήρχετο και μεγίστη αδιαφορία από τον Δυοβουνιώτην, συμπέθερον και τον βαρβέρην.
Ευρεθείς εκεί αστεϊζόμενος είπον:
- Ιδού ποιοι αρχηγοί μας διοικούσαν. Και ηθέλαμεν ελευθερίαν.
- Άειντε συ, λέγει ο Δυοβουνιώτης. Σώπα και μη σε μέλει τι γίνεται.
Τελειωθείσης της πράξεως, ο Δυοβουνιώτης δέσας τα βρακιά του, αναχώρησε με όλην την αδιαφορίαν» [3]

2) « Ο Κουντουργιώτης επήγεν εις την Νύδρα κι αφήσε στο ποδάρι του τον Αναγνώστη Οικονόμο, Νυδραίο.
Του είπα να μου δώσει αυτούς τους μισθούς να πλερώσω τους ανθρώπους και να λάβω από ό,τι έδωκα.
Λέγει του Παπαφλέσια, μου δίνει τους παράδες, ό,τι μόκανε, όμως να του χαρίσω τις πιστόλες μου, ότι τις λιμπίστη.
Του παρήγγειλα κι εγώ να του γαμήσω το κέρατο, όχι να του δώσω τα άρματά μου, οπού τάχω από δεκαοχτώ χρονώνε παιδί» [4].

3) «Είχον φτάσει εις τον Πόρον προ καιρού τινός, ογδοήκοντα βαρέλια μπαρούτι από συνεισφοράς των εν Σμύρνη Αδελφών, η πρώτη και μόνη συνδρομή οπού απεστάλη εις την Ελλάδα παρά των Αδελφών της Εταιρίας, αλλά και αυτή εις μάτην, επειδή, με το να ήτον διορισμένη εις την παραλαβήν του Δικαίου Παπά Φλέσια, αυτός ο αλιτήριος και ασυνείδητος την παρέλαβε και την επώλησεν, όθεν ήθελε και εχρηματολόγει, ενώ η Πατρίς εκινδίνευεν εκ της ελλείψεως τούτου του είδους, όθεν κατήντησαν οι Έλληνες εις τόσην στενοχωρίαν, ώστε εσύναζον εκ των χωρίων τα εκ μολύβδου αγγεία, δια να κάμουν βόλια» [5].

4) «Ο λαός κατά κανόνα έχασε την εμπιστοσύνη του στα προσόντα και στην τιμιότητα των στρατιωτικών και πολιτικών αρχηγών.
Οι γενναιότεροι και οι πιο πατριώτες ηγέτες είχανε πέσει στην μάχη. Δύο ονόματα πάντως εξακολουθούσαν να σκορπίζουν λαμπρό φως μέσα στην πυκνή ομίχλη του εγωισμού, ο Κανάρης και ο Μιαούλης, και οι δύο ναυτικοί ήρωες ανήκαν σε αντιμαχόμενα κόμματα και σε διάφορες εθνικότητες» [6] .

5) «Ήμασταν φτωχοί εγίναμεν πλούσιοι. Ήταν ο Κιαμήλ Μπέης εδώ στην Πελοπόννησο και άλλοι τούρκοι πλουσιώτατοι, έγινε ο Κολοκοτρώνης και άλλοι συγγενείς και φίλοι πλούσιοι από γες, εργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες και άλλα πλούτη των τούρκων. Όταν ο Κολοκοτρώνης και οι σύντροφοί του ήρθαν από την Ζάκυθο, δεν είχαν ούτε σπιθαμή γης. Τώρα φαίνεται τι έχουν. […]
Κατοικίσαμεν τους κατοίκους μέσα στα σπήλαια και ζούνε με τα θηρία και ρημώσαμε τους τόπους και γίναμε η παραλυσία του τόπου» [7].

6) «Με τα πρώτα διατάγματα των Συμβουλίων Επικρατείας, οι παλαιοί αγωνισταί ήθελαν να ρυθμίσουν τις προσωπικές τους απολαβές, συντάξεις, κτήματα. Το έλεγαν καθαρά: ο παπάς πρώτα ευλογά τα γένια του» [8].

7) Ο Μακρυγιάννης λέει στην πρώτη Εθνική Συνέλευση (Βουλή) του 1843-44: «Αν είναι να μείνουμε εμείς νηστικοί, ας πάει στο διάβολο η ελευθερία.Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα» [9].

8) «Ανάμεσα στους μορφωμένους έλληνες έχει επικρατήσει η συνήθεια να μιλάνε και να γράφουν πολλά για το πατριωτικό πνεύμα και τα εξαίρετα στρατιωτικά κατορθώματα των Κλεφτών, σαν να ήτανε οι ληστές αυτοί οι πρόμαχοι της ελληνικής ελευθερίας.
Αλλά η αλήθεια είναι, ότι αυτοί οι άνθρωποι ήσαν απλοί λήσταρχοι, που και πριν από την Επανάσταση και στη διάρκεια του επαναστατικού πολέμου και υπό τη διακυβέρνηση του Βασιλέως Όθωνος, ληστεύανε τους Έλληνες πιο πολύ απ’ότι τους ληστέψανε οποτεδήποτε οι Τούρκοι» [10] .

9) «Δεν μπορώ να κρύψω την αλήθεια σχετικά με τον κλήρο. Λοιπόν είναι αναμφισβήτητο πως ο ανώτατος κλήρος δέθηκε με την κρατούσαν τάξιν πραγμάτων, δηλαδή με τους Τούρκους με μύριους δεσμούς.
Ο ανώτερος κλήρος δεν ήθελε τον ξεσηκωμό. Έχουμε πολλές περιπτώσεις που τα Πατριαρχεία στάθηκαν θερμοί υποστηρικταί της τουρκικής εξουσίας και πολεμούσαν κάθε επαναστατικήν εκδήλωσιν του υπόδουλου Ελληνισμού [11].

10) «Ο Πανουργιάς ήταν ο χειρότερος από όλους τους τοπικούς τυράννους που μερικοί συγγραφείς έχουν εξυψώσει σε ήρωες. Στην πραγματικότητα ήταν ένας ποταπός ληστής, σκληρημένος μέσα στο κακό. Από εδώ προέρχεται και ο λόγος που οι έλληνες μετανιώσανε για την πρωτινή τους προτίμηση για τους Κλέφτες, που σχεδόν όλοι, αρχίζοντας από τον Κολοκοτρώνη, ήτανε κακόφημοι για τη χαμερπή δυστροπία του χαρακτήρα τους» [12].

11) «Έχοντες αδιάλλακτον πάθος εις τον προεστόν του χωρίου Κυπαρισσία του κάμπου Καρυταίνης, Δημητράκην λεγόμενον, υπήγον αίφνης μίαν νύκταν οι Κολοκοτρωναίοι να τον συλλάβουν, να δώσουν οδυνηρόν θάνατον εις αυτόν και εις όλα τα μέλη της οικογενείας του μέχρι τελείας καταστροφής.
Αυτός δε γνωρίζων προηγουμένως την κατ’αυτού τοσαύτην λύσσαν των, επροφυλάτετο και τυχαίως δεν ευρέθη εκείνην την νύκτα εις την οικίαν του. Αλλά δια να κορέσουν την θηριώδη καρδία των, αφού ήρπασαν όλην την κινητήν περιουσίαν του, έδεσαν και μίαν νύφην την οποίαν είχε από τους μαστούς, εις την ουράν ενός ανδρείου ίππου, τον οποίον ίππευεν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και την έσυραν ανηλεώς και απανθρώπως τρεις ώρας δρόμον, ήτις απαυδήσασα από τοιαύτη πολυώδυνον και φρικαλέαν βάσανον, την κατακερμάτισαν με τα σπαθία, και αφήσαντες το νεκρόν της σώμα εις τον δρόμο απήλθον στα Πέντε Πηγάδια» [13].

12) «Την επαύριον της καταλήψεως της Τριπολιτσάς υπήγον οι οπλαρχηγοί να διανείμουν τους 50 ίππους των βεζυράδων, να πάρη αναλόγως έκαστος το ανήκον εις το σώμα του μερίδιον.
Εγώ έκρινα αναξιοπρεπές δια τον ευατόν μου να παρευρεθώ εις τοιαύτην διανομήν και υπήγεν ο αδελφός μου ο Δημητράκης.
Εδιόρισαν άπαντες τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην ομοφώνως να κάμη την διανομήν και αυτός να δώση αναλογίαν εκάστου και την έκαμεν.
Αλλά ο Κολοκοτρώνης απήτει να λάβη όλον το μερίδιον της επαρχίας Καρυταίνης, να το αναλογίση αυτός ως αρχηγός.
Ο Κυριακούλης τον απήντησεν, ότι όλοι ημείς εγνωρίσαμεν απ’αρχής του αγώνος μόνους τους Δεληγιανναίους.
Θυμωθέντες και οι δύο και λογοτριβούντες, θυμώσας ο Κυριακούλης διότι τον επρόσβαλε, του έδωσεν μιαν κλωτσιάν, ώστε ολίγον έλειψε να τον κρημνίση κάτω από την σκάλαν να συντριφτή, λέξας μετά οργής προς αυτόν:

- Σκατόβλαχε. Θα σε κάμω και σένα αρχηγόν και μεγάλον. Παλιοκλέφτη! [14]


Κατάλαβες κύριε Ευριπίδη ότι η κρίση ενός βιβλίου ιστορίας δεν γίνεται από πολιτικούς και παπάδες αλλά από τους ιστορικούς;

__________________________________________

[1] Ο Πανουργιάς (1767-1834) ήταν οπλαρχηγός της επαρχίας Σαλώνων, καταγόμενος από τον Άγιο Γεώργιο Παρνασσίδος και γεννημένος στη Δρέμισα, από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς του Αγώνα.
Το όνομά του το πήρε από λάθος του νονού του, που τον πέρασε για κορίτσι και τον βάφτισε Πανωραία. Το
1790 εντάχθηκε στο σώμα του κλέφτη Ανδρίτσου Βερούση και συμμετείχε στα Ορλοφικά ως πρωτοπαλίκαρο. Το 1813 ο Αλή πασάς τον διόρισε αρματολό των Σαλώνων, αλλά τον αντικατέστησε γρήγορα με τον Σουλιώτη Λάμπρο Κοσμά. Αργότερα όμως μπήκε στην αυλή του Αλή πασά, παρά τη σύγκρουσή του με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Μυήθηκε στη
Φιλική Εταιρεία και προετοίμασε με επιτυχία την επανάσταση στην Παρνασσίδα στις 24 Μαρτίου 1821. Ηγήθηκε των οπλαρχηγών στην απελευθέρωση των Σαλώνων. Έλαβε μέρος στις μάχες της Αλαμάνας και στο Χάνι της Γραβιάς. Λόγω ασθενείας δεν συμμετείχε στη μάχη των Βασιλικών, αλλά έστειλε στη θέση του το γιο του Νάκο με το ένοπλο σώμα του.
Συμμετείχε στην
Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ως αντιπρόσωπος της επαρχίας Σαλώνων και πρωταγωνίστησε στην παράδοση του Ακροκορίνθου τον Ιανουάριο του 1822. Εκπόνησε το σχέδιο καύσεως των σιτηρών κατά την κάθοδο του Δράμαλη και αφού αποχώρησε λόγω γήρατος από τον Αγώνα, έχρισε διάδοχό του το γιο του Νάκο στην αρχηγία του σώματός του.

[2] Ο Γιάννης Δυοβουνιώτης (
1769-1831) ήταν οπλαρχηγός της Στερεάς, γεννημένος στο χωριό Δύο Βουνά της Φθιώτιδας, γιος της Τριανταφυλλιάς και του Κώστα Ξύκη.
Σε ηλικία 13 ετών είδε τον πατέρα του κρεμασμένο από τους Τούρκους, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα πορεία του. Έφηβος ακόμη πήγε στο
αρματολίκι του Αντρίκου Βερούση και έγινε πρωτοπαλίκαρο.
Πολέμησε το
1770 τους Τουρκαλβανούς κατά την επανάσταση των Ορλόφ. Έγινε γρήγορα ονομαστός για τη δράση και τις ικανότητές του, πραγματικό φόβητρο για τους Τούρκους, οι οποίοι του ανέθεσαν το αρματολίκι της Μπουστουνίτσας. Αργότερα ο Αλή πασάς αναγκάστηκε να του δώσει το αρματολίκι του Ζητουνίου και των Σαλώνων.
Παντρεύτηκε την κόρη της ισχυρής οικογένειας των Γιολδάσηδων, αποκτώντας ένα γιο, τον Γεώργιο.
Μυήθηκε στη
Φιλική Εταιρεία και με την έναρξη της Επανάστασης ύψωσε τη σημαία στη Μενδενίτσα, όπου με τη βοήθεια του Κομνά Τράκα κυρίεψε το κάστρο της. Αγωνίστηκε ασταμάτητα, παίρνοντας μέρος σε όλες τις μάχες, μέσα και έξω από τα όρια της Ρούμελης, χωρίς ποτέ να αναμιχθεί στις πολιτικές ίντριγκες.
Σημαντικότερη στιγμή του υπήρξε το ευφυές σχέδιό του για την αναχαίτιση της στρατιάς του Μπεϊράν πασά στη θέση Βασιλικά, στις
25 Αυγούστου 1821. Ο Δυοβουνιώτης, με τους άλλους οπλαρχηγούς της Στερεάς περίμενε τη στρατιά στα στενά των Βασιλικών και κυριολεκτικά την αποδεκάτισε. Η νίκη στα Βασιλικά ανέτρεψε τα σχέδια των Τούρκων για ενίσχυση της πολιορκημένης Τριπολιτσάς και την κατάπνιξη της Επανάστασης. Του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του στρατηγού.Διορίστηκε το 1833 μέλος της οκταμελούς επιτροπής εκδουλεύσεων και πέθανε στις 4 Αυγούστου του 1834 στα Σάλωνα.

[3] Ν.Κασομούλης, όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.240-241, εκδόσεις Ιωλκός. Πληροφορίες για το βιβλίο:
http://www.books.gr/ViewAuthor.aspx?AuthorId=1384798

Ο Βάσος Τσιμπιδάρος γεννήθηκε το 1919 στο χωριό Καρέα της Μάνης. Υπήρξε δημοσιογράφος επί μισό αιώνα και έζησε όλα τα μεγάλα γεγονότα της εποχής.

Μετά την απελευθέρωση από τη γερμανική Κατοχή ο αρχιεπίσκοπος και αντιβασιλέας Δαμασκηνός του ανέθεσε τη διεύθυνση του Γραφείου Τύπου και από αυτή τη θέση έζησε από κοντά όλα τα διπλωματικά και πολιτικά παρασκήνια για την ανασυγκρότηση του κράτους.
Από το 1946 ως το 1959 πραγματοποίησε 74 δημοσιογραφικές αποστολές σε 35 διαφορετικές χώρες: στην έρημο της Σαχάρας με τζιπ από τη Λιβύη ως τον Ισημερινό, στην Κένυα την περίοδο του αγώνα ανεξαρτησίας των Μάο-Μάο εναντίον των Άγγλων, στην Κωνσταντινούπολη όταν η ελληνική μειονότητα υφίστατο διώξεις, στη Μαδαγασκάρη όταν επέστρεφε ο Μακάριος από την εξορία, και στην Ταγκανίκα.
Στη συνέχεια εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στην Αγγλία από όπου απολύθηκε από τη δικτατορία και εξέδωσε στην ίδια πόλη δική του εφημερίδα, το Εμπρός. Εργάστηκε στις εφημερίδες Ακρόπολις και Απογευματινή.
Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία: Οδηγός του δημοσιογράφου (1953), Δυτικά του Κιλιμαντζάρο (1960), Οδηγός του Λονδίνου (1967), Οι Έλληνες στην Αγγλία (1974), Το χωριό μου η Καρέα (1978), Μανιάτικες αναμνήσεις (1990), Με την άκρη της πένας.


[4] Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.155, εκδόσεις Ιωλκός.

[5] Παλαιών Πατρών Γερμανός «Απομνημονεύματα», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.169, εκδόσεις Ιωλκός.

[6] G. Finley, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.227, εκδόσεις Ιωλκός.

[7] Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.230-231, εκδόσεις Ιωλκός.

[8] R.Bartelemy, «Ιστορία του Διοικητικού Δικαίου της Ελλάδος» όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.249, εκδόσεις Ιωλκός.

[9] Από την "Ελληνική πολιτική εγκυκλοπαίδεια" του Κων.Μ.Γράψα, όπως το παραθέτει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο αποκαλυπτικό βιβλίο του "Η Ελλάς ως κράτος δικαίου" σελ.446.

[10] G. Finley, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.28 εκδόσεις Ιωλκός.

[11] Π. Πιπινέλης, «Πολιτική Ιστορία της Επαναστάσεως του 1821», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.31, εκδόσεις Ιωλκός.

[12] Gordon, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.30, εκδόσεις Ιωλκός.

[13] Κανέλλος Δεληγιάννης, «Απομνημονεύματα», », όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.49, εκδόσεις Ιωλκός.

[14] Κανέλλος Δεληγιάννης, «Απομνημονεύματα», », όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.51, εκδόσεις Ιωλκός.


Πέμπτη 14 Ιουνίου 2007

Αμαρτάνουν οι άγγελοι;



Μήπως και οι άγγελοι αμαρτάνουν;
Μήπως αυτά τα αιμοβόρα κτήνη, οι τούρκοι είναι και λίγο ... άνθρωποι;
Για να δούμε παρακάτω.

H πολιορκία της Ακρόπολης της Αθήνας (3 Μαΐου 1826- 25 Μαΐου 1827)

Οι αντιμέτωποι:

1) Οθωμανοί (τούρκοι): Ο Κιουταχής (Μεχμέτ Ρεσήτ Πασάς) με 10.000 άνδρες (7.000 μισθοφόροι Αλβανοί και Γκέγκηδες και 1.200 ιππείς δελήδες) και σημαντικό για τα τότε μέτρα πυροβολικό (20 κανόνια και 6 οβιδοβόλα).
Μαζί του ο Ομέρ Πασάς της Καρύστου με 1.000 ενόπλους.
Ετοιμασίες πολιορκίας: Με επιδρομές που έφταναν μέχρι τον Πειραιά, οι οθωμανοί ιππείς έκαιγαν τα αθέριστα σπαρτά και άρπαζαν όσα κοπάδια μπορούσαν και έτσι στερούσαν εφόδια από τους μετέπειτα πολιορκημένους.

2) Έλληνες (ρωμιοί): Φρούραρχος ήταν ο Γκούρας, ο οποίος έφερε τον βαρύ τίτλο του αρχηγού των στρατοπέδων της ανατολικής στερεάς με κυβερνητική βούλα από τις αρχές Μαΐου 1826.
Ετοιμασίες πολιορκίας: Η βασική του μέριμνα η διατήρηση της θέσης του και η όσο το δυνατό πιο ελκυστική διαβίωση του προσωπικού του στρατού, των περίπου 300 οπλοφόρων ακολούθων του με τους οποίους διαφέντευε το κάστρο της Αθήνας.
Όσο γι’ αυτούς που όφειλαν να προστατεύσουν (τους κατοίκους του λεκανοπεδίου) ήταν τέτοιο το πλιάτσικο εναντίον τους καθώς και η υφαρπαγή των περιουσιών τους από τους άνδρες του Γκούρα που οι κάτοικοι του λεκανοπεδίου έφτασαν σε απόγνωση.

«Υπό τοιούτον αρχηγόν οι επιρρεπείς εις την αταξίαν στρατιώται (του Γκούρα ) πριν κλεισθώσιν (εις την οχυρή πόλη), όσα αισχρόν και λέγειν κατά των δυστυχών χωρικών και τους έφεραν εις τοιαύτη απόγνωσιν , ώστε επί της μικράς εισβολής του Ομέρ Πασά τα δύο χωρία Χασιά και Μενίδι επροσκύνησαν και υπεδέχθησαν τους ολίγους εχθρούς ως λυτρωτάς των» («Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως» του Σπ. Τρικούπη, τόμος Δ’ , σελ.57).


Στο κάστρο της Ακρόπολης κλείστηκαν 1.600 έλληνες (οι άνδρες του Γκούρα και πολίτες της Αθήνας που είχαν συγκροτήσει ένα είδος πολιτοφυλακής) και πολλοί άμαχοι (γυναικόπαιδα), είχαν τροφή για ένα χρόνο και πυρομαχικά για τρεις μήνες.

«Από τους ακολούθους του Γκούρα, ο εγκλεισμός στην Ακρόπολη, απέναντι σε έναν αποφασισμένο εχθρό, κρίθηκε υπερβολικά επικίνδυνη για το επαγγελματικό τους μέλλον επιχείρηση και οι περισσότεροι από αυτούς αποφάσισαν να καταγγείλουν –όπως θα λέγαμε σήμερα- τις συμβάσεις εργασίας που τους καθήλωναν στην ελάχιστα υποσχόμενη αυτή θέση. Άρχισαν λοιπόν να διαρρέουν, δηλαδή να λιποτακτούν, διασχίζοντας τις γραμμές του εχθρού μέσα από τα ερείπια της κάτω του φρουρίου πόλης.
Ο Γκούρας αντιλαμβανόμενος την τροπή που πήραν τα πράγματα, σκέφτηκε να σταματήσει την διαρροή των πιστών του διά της αποκάλυψης των οδών διαφυγής στους εχθρούς» («Η πολιορκία της Ακρόπολης της Αθήνας» Ιστορία των Ελλήνων, Τόμος 9, σελ.521. Συγγραφέας ο Γ.Μαργαρίτης, Καθηγητής Σύγχρονης ιστορίας Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης) .


Καταλαβαίνετε όλοι τι σήμαινε η λέξη «Έθνος» εκείνα τα χρόνια και πόσο επιμελώς η επίσημη ιστοριογραφία κρύβει τέτοια αναρίθμητα περιστατικά για να μην «τσαλακωθεί» η μεταφυσική έννοια του έθνους και χαθεί ο μύθος της συνέχειας, μύθος ο οποίος δεν αντέχει σε σοβαρή επιστημονική κριτική αλλά απαιτεί μεγάλη φαντασία για να προσληφθεί.

Ο ιστορικός Γεώργιος Ασπρέας (βραβευθείς από την Ακαδημία Αθηνών το 1932) στην «Πολιτική Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος" (κεφ. «Η μεγάλη πολιορκία» σελ.5) γράφει χαρακτηριστικά για την … κοπάνα των «επαγγελματιών» ελλήνων:

« (Ο Γκούρας)… ανήλθε μιαν νύκτα επί του τείχους της Ακροπόλεως και δια στεντορείας φωνής ανήγγειλεν εις τους τουρκαλβανούς και τους Γκέκας την δραπέτευσιν ταύτην. Οι μισθοφόροι πτοηθέντες έμειναν εις τας θέσεις των, αλλά και ο κίνδυνος ούτος δεν κατόρθωσε να τους συγκρατήση, διότι, αν εδραπέτευον πρότερον αθρόοι, έκτοτε ήρξαντο να δραπετεύωσιν ανά εις ή δύο».

Οι κυβέρνηση προσπάθησε να ενισχύσει τους πολιορκημένους. Ξεκίνησε λοιπόν ο Φαβιέρος με δύο τάγματα πεζικού (1.000 άνδρες), δύο ίλες ιππικού (80 ιππείς) και πυροβολαρχία 80 ανδρών. Το τακτικό σώμα του Φαβιέρου συνόδευαν και 600 άτακτοι έλληνες.
Η εκστρατεία απέτυχε όταν με την είσοδο στην Βοιωτία οι 600 άτακτοι –αν και αμειβόμενοι καλύτερα από τους τακτικούς ομολόγους τους- λιποτάκτησαν ομοθυμαδόν προκαλώντας οργή και δυσπραγία στο τακτικό.




Ο Κιουταχής έπειτα από αποτυχία της έκρηξης ενός υπονόμου που σκάφτηκε δίπλα στην Ακρόπολη, διέταξε να σουβλιστούν δύο τεχνίτες από την Ήπειρο που είχαν εργαστεί στην προετοιμασία του υπονόμου.
Σε αντίποινα, οι πολιορκημένοι ανασκολόπισαν 18 Οθωμανούς αιχμαλώτους στα τείχη της Ακρόπολης.

Στο μεταξύ άρχισε να μαζεύεται κόσμος στην περιοχή.
Ήρθε ο Καραϊσκάκης και 3.000 έλληνες προς υποστήριξη των πολιορκημένων.
Επίσης ήρθε προς βοήθεια των Οθωμανών ο Μουστάμπεης με 2.000 ενόπλους.
Ο Καραϊσκάκης «κανόνισε» τον Μουστάμπεη και τον στρατό του και ως … πολιτισμένος έλλην ιδού τι έπραξε:

«Την επιούσαν δε της μάχης συλλέξαντες οι περί τον Καραϊσκάκην 300 κεφαλάς, ανήγειραν εξ’ αυτών, κατά την επικρατούσαν βάρβαρον συνήθειαν, επί τινος λόφου εκτός του χωρίου κωνοειδή πύργον και απέγραψαν τα εξής: Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών, ανεγερθέν κατά το 1826 έτος Νοεμβρίου 24 εν Αράχωβα. Τας δε κεφαλάς του Μουστάμπεη και Κεχαγιάμπεη έστειλαν εις την κυβέρνησιν» ("Ιστορία της ελληνικής επαναστάσεως", Σπ.Τρικούπη Δ’ τόμος, σελ.93).

Ο άμοιρος ο Σπ.Τρικούπης συνέγραψε την ιστορία του όπως την έζησε χωρίς να ξέρει να κρύβει γεγονότα ή πράγματα που θα τσαλάκωναν την μετέπειτα κατασκευασθείσα… αγγελική εικόνα του έλληνα.
Μακάρι να μπορούσαν να κάψουν τα βιβλία του σήμερα οι εθνικοί παραμυθάδες…

Οι Οθωμανοί έστειλαν ενισχύσεις ένα τακτικό σώμα 5.000 ανδρών που ξεκίνησε από την Κωνσταντινούπολη. Από αυτούς μόνο οι 500 έφτασαν στη Στερεά.
Οι υπόλοιποι 4.500 … διέρρευσαν στον δρόμο κι οι εναπομείναντες 500 διαλύθηκαν λίγο μετά κι αυτοί.
Από … εθνική συνείδηση και οι γείτονες μια από τα ίδια απ’ ότι βλέπετε…
Στις 20 Φεβρουαρίου 1827 οι Οθωμανοί κατάφεραν να ανατρέψουν τους υπερασπιστές των τριών πύργων στο Φάληρο. Οι υποχωρήσαντες έλληνες έφεραν στην Καστέλα τρόπαιο από 35 κεφάλια φονευθέντων εχθρών.

Τον Απρίλιο του 1827 οι έλληνες καταφέρνουν μεγάλη νίκη στο Φάληρο την Καστέλα και το Κερατσίνι και κατέλαβαν 9 οχυρά συγκροτήματα.
Στο ερειπωμένο μοναστήρι του Αγίου Σπυρίδωνα μένουν έγκλειστοι 300 τούρκοι.
Οι τελευταίοι αντιστάθηκαν ηρωικά και απεγνωσμένα.
Ο Καραϊσκάκης έπειτα από διαπραγματεύσεις με τους έγκλειστους, τους πείθει να παραδώσουν το οχυρό τους και να οδηγηθούν με ασφάλεια στις οθωμανικές γραμμές.
Ο ίδιος ο Καραϊσκάκης θα ανελάμβανε την εκτέλεση των συμφωνηθέντων.
Έλληνες ιππείς συνόδευαν τους οθωμανούς διαμέσου των ελληνικών δυνάμεων.
«Ξαφνικά, χιλιάδες οπλοφόροι έλληνες έπεσαν πάνω στους αιχμαλώτους και μέσα σε ελάχιστο χρόνο, παρά τις προσπάθειες των οπλαρχηγών και λίγων στρατιωτών που υπάκουαν ακόμη σε διαταγές, η σύρραξη –δηλαδή η σφαγή- γενικεύτηκε. Σε λίγη ώρα σχεδόν 200 από τους συνοδευόμενους είχαν σκοτωθεί και μόνο λίγοι έφθασαν στις γραμμές των δικών τους απέναντι» (Γ.Μαργαρίτης, σελ.554).

Έπειτα από την ήττα των ελλήνων στον Ανάλατο οι τούρκοι κατέστησαν απόλυτοι κυρίαρχοι.
Στις 16 Μαϊου 1827, με τη μεσολάβηση του Γάλλου ναυάρχου Δεριγνύ, οι διαπραγματεύσεις για την παράδοση του φρουρίου ξεκίνησαν επίσημα. Δεν κράτησαν πολύ.
Δέκα ημέρες αργότερα η συμφωνία επιτεύχθηκε και υπογράφηκε η συνθήκη παράδοσης του φρουρίου.
Ο Κιουταχής μερίμνησε, ώστε η συμφωνία να τηρηθεί μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια, θέλοντας ίσως να αποδείξει στους ευρωπαίους ότι τα δικά του στρατεύματα ήταν σαφώς πιο πειθαρχημένα και αξιόπιστα και ότι η υποταγή των εχθρών της αυτοκρατορίας μπορούσε να γίνει με τον πλέον πολιτισμένο τρόπο.
Με αυτόν τον τρόπο, οι πολιορκημένοι, 2.110 άτομα, αληθινά ανθρώπινα ράκη, διεκπεραιώθηκαν στη Σαλαμίνα.

Βλέπουμε λοιπόν ότι οι ρόλοι (καλοί-κακοί) εδώ αντεστράφησαν και φυσικά το παραπάνω γεγονός αποκρύπτεται από την ελληνική ιστορία και αντίστοιχα υπερπροβάλλεται από την τουρκική.
Το κακό είναι ότι οι αγώνες απλών (και ενίοτε απλοϊκών) ανθρώπων που αν δεν πληρωνόταν, απλά δεν πολεμούσαν, έχουν βιαστεί και κατασκευαστεί από τους εθνικούς παραμυθάδες (και στις δύο... όχθες του Αιγαίου) και αποδίδονται σε απλά γεγονότα επικές διαστάσεις ουδεμία σχέση έχουσες με την πραγματικότητα, κάτι που αποτελεί προσβολή στη μνήμη τόσων χιλιάδων νεκρών, οι αγώνες των οποίων χρησιμοποιήθηκαν για να κατασκευαστεί ένα φαντασιόπληκτο ιδεολόγημα, αυτό του ελληνοχριστιανισμού και της δήθεν εθνικής συνέχειας του ελληνικού έθνους, ανάγοντας σημερινές ιδέες σε εποχές που αυτές οι ιδέες απλά δεν υπήρχαν.
Κύρια πηγή του άρθρου μου, ο 9ος τόμος της "Ιστορίας των Ελλήνων" (σελ.515-565,εκδόσεις ΔΟΜΗ) και η υπέροχη δουλειά του κ.Γιώργου Μαργαρίτη, Καθηγητή σύγχρονης ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

doctor
Υ.Γ. 1 Συνοπτική (αποστειρωμένη) περιγραφή της πολιορκίας της Ακρόπολης (χωρίς τις ...ενοχλητικές λεπτομέρειες που παρέθεσα παραπάνω) μπορείτε να δείτε εδώ:
Υ.Γ.2 Παραθέτω αυτούσια την συνθήκη παραδόσεως της Ακρόπολης. Προσέξτε το άρθρο ΣΤ' (το οποίο φυσικά και πραγματοποιήθηκε) . Στο Μουσείο Μπενάκη υπάρχει μια υπέροχη αναπαράσταση της εξόδου των πολιορκημένων από την Ακρόπολη.
Δεξιά και αριστερά οι τούρκοι παραταγμένοι και οπλισμένοι και στη μέση σαν σε πορεία οι εξαθλιωμένοι πολιορκημένοι. Αν βρω αυτόν τον θαυμάσιο πίνακα θα τον ανεβάσω στο blog.
Συνθήκη παραδόσεως της Ακρόπολης

Άρθρο Α’
Τα στρατεύματα της φρουράς θέλουσι εκβή με τα όπλα και τα πράγματά των.

Άρθρο Β’
Όλαι αι οικογένειαι Αθηναίαι θέλουσι εκβή χωρίς όπλα, με τα πράγματά των όμως, και θέλουσι υπάγει εις τα σπίτια των, όπου τους υπόσχομαι να τους δώσω την ιδιοκτησίαν των ομού με την ασφάλειαν της ζωής των, τιμής των και των υπαρχόντων των. Και επειδή μεταξύ αυτών ευρίσκονται χήραι και ορφανά παιδία, υπόσχομαι να προστατευθώσι και να τους δοθή εκ μέρους μας το αναγκαίον ταγήνι των.

Άρθρον Γ’
Όλοι οι μουσουλμάνοι κάθε ηλικίας και γένους οίτινες ευρίσκονται εις την Ακρόπολιν θέλουν δοθή εις χείρας μας.

Άρθρον Δ’
Ο τόπος όλος εκτός του Χαβαλέ (Φιλοπάππου) θέλει είναι εύκαιρος από στρατεύματα έως εις το παραθαλάσσιον των Τριών Πύργων.

Άρθρον Ε’
Τρεις αξιωματικοί μας Δελίδες, ο Καφτάν αγάς, ο Τζοχαντάραγας και ο Σελήχ μπέης, ομού με άλλους τρεις αρχηγούς Αλβανούς δοσμένοι ως ενέχυρον εις χείρας των, θέλουν συνοδεύσει τα στρατεύματά των έως το ευτυχές εμβαρκάρισμα.

Άρθρον ΣΤ’
Διά την μετακόμισιν των ασθενών και των πληγωμένων θέλουσι δοθή εκ μέρους μας 60 άλογα.

Άρθρον Ζ’
Η Ακρόπολις θέλει μας παραδοθή εις τον τρόπον και την κατάστασιν όπου ευρίσκεται, δηλ.με τα πολεμοφόδια, πυροβολικά και τροφάς όπου ευρίσκονται εντός.

Άρθρον Η’
Θέλει σταλθώσιν εκ μέρους μας εις την Ακρόπολιν τρεις άνθρωποι δια να περιεργασθώσιν αν είναι υπόνομοι καθώς ακούσαμεν και τούτο θέλει γίνει όταν υπογραφώσιν αι συμφωνίαι των εκ μέρους των.

Άρθρον Θ’
Αυτοί λοιπόν οι τρεις άνθρωποι επειδή θέλουν λογισθή ως ενέχυρον εις χείρας των, να μας σταλούν εις ανταλλαγήν τρία μετρημένα υποκείμενα που θέλουν αποδοθή ευθύς άμα αδειάση η Ακρόπολις.

Άρθρον Ι’
Εάν οι αποσταλέντες εις την Ακρόπολιν τρεις άνθρωποι θέλουν ιδή καμμίαν βλάβην μετά την υπογραφή των συνθηκών εις τας πηγάς ή εις τον Πύργον ή αλλού, αι συνθήκαι θα ακυρωθώσιν.

Άρθρον ΙΑ’
Και το τελευταίον θέλει ορισθή μια ώρα δια την αρχήν της εκτελέσεως και της εξόδου.

Αυτά λοιπόν τα 11 άρθρα υπόσχομαι μεθ’ όρκου να φυλαχθώσιν απαρασαλεύτως χωρίς να γενούν διαφορετικά.

Τη 24 Μαΐου του 1827
Βεζύρης Μεχμέτ Ρεσής Πασάς

Πηγές:
«Πολιτική Ιστορία της Νεώτερης Ελλάδος Γ.Ασπρέα, σελ.27-28,
«Η Ιστορία των ελλήνων» 9ος τόμος, σελ.565

Πέμπτη 10 Μαΐου 2007

Στα ψιλά των εφημερίδων...

Μια είδηση που λογικά θα έπρεπε να μονοπωλεί τα δελτία των ειδήσεων και τα ακροδεξιά έντυπα που τόσο καιρό πούλαγαν πατριωτισμό με τη σέσουλα.

Ένα γεγονός για το οποίο όλοι οι -υποτίθεται- πατριώτες και εθναμύντορες, όλοι αυτοί που αντέδρασαν τόσο επίμονα στο βιβλίο της ιστορίας της Στ' Δημοτικού, λέγοντας ότι θέλουν να διασώσουν την ιστορία τους, θα έπρεπε να διαδηλώνουν στο κέντρο της Αθήνας.




Kαι όμως, μόλις χθες (9/5/2007) η σημερινή κυβέρνηση διέπραξε ένα έγκλημα κατά της ιστορίας αυτού του τόπου.

Παρακολουθείστε τα γεγονότα:

Α) Οι γνωστές "εξυπνάδες" και πολιτικάντικες υποσχέσεις:

http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=790200

Β) Η εξαγγελία διεξαγωγής της ...μάχης:

http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=789292

Γ) Και η τραγωδία:

http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=800783&lngDtrID=244


Τόσο κοστολογείται η ελληνική επανάσταση από τους κυβερνώντες: 125.000 ευρώ.
Ούτε σεντ παραπάνω!
113 έγγραφα, 1.000 ευρώ περίπου για το κάθε έγγραφο...

Ενώ η κρατική ΕΡΤ θα δώσει 30.000.000 ευρώ για να βλέπουμε τις ΠΑΕ του Κόκκαλη και του Βαρδινογιάννη...

Που είναι οι Χριστόδουλοι, οι Καρατζαφέρηδες, ο Στάθης, ο Ζουράρις και οι λοιποί εθναμύντορες;

Κανένας δεν είπε τίποτα, η είδηση πέρασε στα ψιλά των εφημερίδων.

Στο Αντίβαρο ούτε κουβέντα. Τσάμπα μάγκες όλοι τους...

Και αναδεικνύω το θέμα εγώ, ένας οπαδός της παγκοσμιοποίησης, χαρακτηρισμένος πολλάκις από τους εθνικιστές ως εθνικός μειοδότης και ανθέλλην.

Να σας χέσω όλους σας πατριώτες του κερατά...
Πουλάνε την ιστορία σας και σεις βλέπετε Eurovision και η μόνη σας ασχολία είναι το βιβλίο της ΣΤ' Δημοτικού.

Ανθρωπάκια, αν διαβάζατε ιστορία θα καταλαβαίνατε τι έγκλημα διέπραξε η ανεκδιήγητη Γιαννάκου.

Έχετε και το θράσσος να αυτοαποκαλείστε απόγονοι των αρχαίων ελλήνων τρομάρα σας...

doctor

Παρασκευή 27 Απριλίου 2007

Η εθνική συνείδηση και συναίσθηση των επαναστατών του 1821

Αποσπάσματα από την "Ιστορία των Ελλήνων" (9ος τόμος-Εκδόσεις ΔΟΜΗ).

Πολλά κεφάλαια του βιβλίου έχει γράψει ο κ. Γιώργος Μαργαρίτης, Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ο οποίος έχει και την εποπτεία του όλου έργου (παρεμπιπτόντως έχει κάνει σκληρή κριτική στο βιβλίο της ΣΤ' Δημοτικού, κρίνοντάς το επιστημονικά, αλλά οι λαϊκισμοί των εθναμυντόρων είναι προτιμότεροι απ' ότι βλέπω για τους αντιδρώντες).



Τα παρακάτω γεγονότα δεν υπάρχουν σε κανένα βιβλίο ιστορίας.
Λέτε να τα βάλουμε στο καινούργιο, αφού θέλουν όλοι να διδαχθεί η ... αληθινή ιστορία;

Προσέξτε πόσο απέχει η πραγματικότητα από τους μύθους που λένε για τους έλληνες που πολεμούσαν σαν τον Κόναν και τον Σούπερμαν τους τούρκους αλλά και για την ... εθνική συνείδηση και συναίσθηση που είχαν.
Επίσης για το ότι οι έλληνες ήταν ... ευγενείς (πουθενά δεν περιγράφονται οι φόνοι τους) και ότι οι τούρκοι ήταν ανθρωπόμορφα κτήνη, κάτι σε Orks στον "Άρχοντα των δαχτυλιδιών" (και φυσικά οι φόνοι τους περιγράφονται λεπτομερώς).

Η συντριπτική πλειοψηφία των επαναστατών ήταν παρίες, αναλφάβητοι, κακόμοιροι, απελπισμένοι άνθρωποι που πολέμησαν για την ελευθερία τους και τίποτα άλλο.
Ούτε ήρωες, ούτε υπεράνθρωποι, ούτε συνειδητοποιημένοι πολίτες ήταν.
Και όταν πολεμάς, σκοτώνεις, καις, βιάζεις και ρημάζεις.
Όπως κι ο τούρκος.
Εμείς όμως στην ιστορία μας γράφουμε για τα των τούρκων και τα καρντάσια απέναντι για τα δικά μας.
Αυτό όμως δεν λέγεται ιστορία αλλά προπαγάνδα.
Ορίστε χαρακτηριστικά αποσπάσματα:


Η ελληνική επανάσταση.

1) Πειθαρχία επαναστατημένων.

Όπως και για τον οθωμανικό στρατό, έτσι και για τον ελληνικό, η έλλειψη πειθαρχίας των πολεμιστών ήταν επίσης σημαντικό πρόβλημα.
Τα κυριότερα κίνητρα στρατολογίας ήταν ο μισθός, η ελπίδα για λάφυρα, και οι δυνατότητες κοινωνικής και οικονομικής ανόδου που έδινε η συμμετοχή στον πόλεμο (σελ.115).
Οι έλληνες μαχητές αποσύρονταν όταν καθυστερούσε η καταβολή των μισθών ή όταν πλησίαζε ισχυρός οθωμανικός στρατός.
Οι έννοιες της στρατιωτικής πειθαρχίας και του εθνικού πατριωτισμού ήταν προφανώς πολύ διαφορετικές και πολύ λιγότερο δεσμευτικές σε εποχές που το έθνος βρισκόταν υπό διαμόρφωση (σελ.116).

2) Επιχειρήσεις στη δυτική Στερεά και την Ήπειρο.

Την 1/9/1821 οι σημαντικότεροι εκπρόσωποι των Σουλιωτών, των Αλβανών αληπασαδικών αγάδων και των χριστιανών αρματολών της Άρτας και της Αιτολοακαρνανίας υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας.
Από την συνθήκη λείπουν ορισμένοι αρματολοί της περιοχής που φαίνεται ότι συντάσσονταν με τους σουλτανικούς (σελ.123).

3) Προσκυνούν οι ήρωες;

Ήδη από το καλοκαίρι είχαν προσκυνήσει ο Γ.Μπακόλας, οι Κουτελιδαίοι, ο Ν.Στορνάρης και ο Γ.Καραϊσκάκης – ο τελευταίος με αντάλλαγμα το αρματολίκι των Αγράφων.
Μόνο τρεις αρματολοί της περιοχής παρέμειναν σε αυτή την φάση με την επανάσταση.
Στη συνέχεια ο Ομέρ Βρυώνης προχώρησε προς το Μεσολόγγι, για το οποίο επιζήτησε τη συνθηκολόγηση με διαπραγματεύσεις.
Στις συζητήσεις οι Γ.Βαρνακιώτης και Άγος Βασιάρης ήταν οι διαπραγματευτές από την πλευρά του Ομέρ Βρυώνη και ο Μάρκος Μπότσαρης από την πλευρά των πολιορκημένων (σελ.129).

4) Η επανάσταση αναζητά τον στρατό της .

Το πιο επείγον ήταν να μεταπλαστούν οι χωρικοί σε πολεμιστές.
Με την εμφάνιση κάποιου οθωμανικού σώματος οι νεόκοποι στρατιώτες διασκορπίζονταν αφήνοντας μόνους τους αρχηγούς τους.
Στην Καρύταινα, στην Πιάνα, στην Βλαχοκερασιά, γύρω από τον Λάλα, οι με κόπο στρατολογημένοι χωρικοί έφευγαν μόνο στο άκουσμα ότι έρχονται τούρκοι.
Ο κίνδυνος του συμβιβασμού και του προσκυνήματος άρχισε να γίνεται ορατός.
Χρειάστηκαν άμεσα και σκληρά μέτρα για να περιοριστεί το κακό.
Οι αιχμάλωτοι τούρκοι, κυρίως άμαχοι, άρχισαν να θανατώνονται μεθοδικά, για να κοπούν οι γέφυρες συνεννόησης.
Επισημοποιήθηκε έτσι μια πρακτική, η τελική κατάληξη της οποίας ήταν η σχεδόν ολοκληρωτική εξόντωση των μουσουλμάνων στις επαναστατημένες περιοχές.

Επιστρατεύτηκε ακόμα ο φόβος του Θεού.
Με επικεφαλής τον Επίσκοπο του Έλους, Άνθιμο, πολλοί ιεράρχες επιστράτευσαν τις πλέον φρικτές απειλές ενάντια σε εκείνους που δείλιαζαν.
Για ένα διάστημα το δικαίωμα στην Θεία Κοινωνία είχαν μόνον εκείνοι που αποδεδειγμένα είχαν βάψει τα χέρια τους με το αίμα του Τούρκου.
Το ανάθεμα δε περίμενε εκείνους που προσκυνούσαν ή παρακολουθούσαν αμέτοχοι τα γεγονότα (σελ..145-148).

«… Ο δε της ξηράς Έλλην, είχε ερριζωμένον τον φόβον εις την καρδίαν του, του Τούρκου, ον διέδωσεν ο πατήρ αυτού, ο πάπους και ο προπάπους του. Δια να τον πείσουν όθεν οι νοήμονες ν’αδράξη όπλα, μύρια ψεύδη έπρεπε να του επιπορεύσουν: πότε του έλεγον, ιδού οσονούπω πλάκωσαν στρατοί από την Ευρώπην, πότε δε από την Ρωσσίαν, ή άλλο μέρος.Και όταν εφαίνοντο παραπλέοντα πλοία εμπορικά εις την θάλασσαν, του έλεγον: ιδού, τα βλέπεις; εδώ έρχονται, μας φέρνουν στρατόν, πολεμοφόδια, τροφάς κ.λπ.
Δια να δοκιμάσω ένα πεφοβισμένον χωρικόν, έθεσα έμπροσθέν του φονευμένον Τούρκον και του είπον να τον κτυπήση με την μάχαιραν. Αλλ’αυτός τρέμων, δεν ετόλμησε.

Πολλάκις οι κινούντες τα όπλα σωματάρχαι, έθετον έμπροσθεν των χωρικών αιχμαλώτους δεμένους τούρκους, δια να συνηθίζουν να φονεύουν αυτούς, δια να εξαλειφθή ο ερριζωμένος φόβος των (Απόσπασμα από το «Απάνθισμα του ιστορικού αγώνος των Ελλήνων»
του Κάρπου Παπαδόπουλου. Γράφτηκε στο Μεσολόγγι το 1858).



5) Η πολιορκία της Τριπολιτσάς.

Αποφασίστηκε η μαζική υποχρεωτική στρατολόγηση όλων των δυνάμενων να φέρουν όπλα χωρικών.
Στη Γορτυνία οι Δεληγιάννης και Πάνος Κολοκοτρώνης προχώρησαν στην παραδειγματική πυρπόληση των σπιτιών όσων κρύβονταν για να αποφύγουν την στράτευση.
Το μέτρο απέδωσε και η επιχείρηση εκεί απέφερε από εκεί 2.000 νεοσύλλεκτους (σελ.154).

Κατά την πολιορκία της Τριπολιτσάς το μεγάλο εμπόδιο ήταν η αρπακτική διάθεση των Μανιατών, οι οποίοι αν και κρατούσαν γερά την πολιορκία και αντιμετώπιζαν με σθένος κάθε απόπειρα εξόδου των τούρκων, συχνά υπέκυπταν στις προσφορές των τούρκων πλουσίων οι οποίοι στις νυχτερινές τους διαπραγματεύσεις πρόσφεραν υπέρογκα ποσά για λίγο ψωμί και σπάνια αποτύγχαναν τον σκοπό τους.
Λίγες μέρες πριν από το Πάσχα, πολλοί έλληνες άρχισαν να εγκαταλείπουν τις θέσεις τους και να πηγαίνουν στα σπίτια τους, για να γιορτάσουν το Πάσχα.Μάταια αγωνίζονταν οι αρχηγοί, μάταια τους μιλούσαν και προσπαθούσαν να τους πείσουν ή ακόμα και τους απειλούσαν.


Την ημέρα του Πάσχα μόνο 150 άντρες βρίσκονταν εκεί.
Κι άλλοι 50 φρουρούσαν την Μεθώνη.
Αλλά αν και είχαν παρακληθεί να μείνουν στις θέσεις τους, τίποτα δεν μπορούσε να τους εμποδίσει να γιορτάσουν το Πάσχα με τον συνηθισμένο τους τρόπο, πίνοντας κρασί, χορεύοντας και ρίχνοντας πιστολιές στον αέρα. (Χάου, Σάμουελ Γκρίντλεϋ, «Ιστορική σκιαγραφία της Ελληνικής Επανάστασης», σελ.80-81).

Ο Δημήτριος Υψηλάντης σε διαταγή του προειδοποιούσε τους έλληνες: «Τους δε μη ακολουθούντας μήτε μένοντας εκεί, αλλά λειποτακτούντας και αφίνοντας το κει διορισμένον πόστον, βεβαιώσατέ τους ότι δεν έχουν μήτε σπίτι, μήτε ζωντανά, μήτε πατρίδα, αλλά θέλει τους αναποδογυρίση η πατρίς ως προδότας και φιλότουρκους»
Τρίκορφα, την 6 Αυγούστου 1821Δημήτριος Υψηλάντης. Πληρεξούσιος του Γενικού Επιτρόπου(Φιλήμων, Τόμος Δ’, σελ.426).

Η συνοχή του στρατοπέδου των πολιορκητών οφειλόταν κυρίως στην προσδοκία για απόκτηση λαφύρων.
Ως εκ τούτου, οι οπλαρχηγοί που λάμβαναν εντολή να μεταβούν μακριά από την πολιορκημένη πόλη για να καλύψουν τις προς αυτή διαβάσεις, δυσανασχετούσαν και αυτοί και οι στρατιώτες τους σε μια εξορία που κινδύνευε να τους στερήσει από την προσδοκώμενη ανταμοιβή των κόπων τους.
Ο δρόμος για την κατασκευή συνειδητών Ελλήνων και του αντίστοιχου κράτους ήταν μακρύς ακόμη.
Όταν ο Πάνος Κολοκοτρώνης, ο Δικαίος, ο Νικόλαος Πετμεζάς και άλλοι οπλαρχηγοί στάλθηκαν να φυλάξουν τις διαβάσεις της Μεγαρικής, χρειάστηκαν ειδικές διαβεβαιώσεις ότι αυτοί και οι άνδρες τους θα λάβουν μερίδιο εκ των αναμενομένων λαφύρων (σελ.178).

Η γενική κακοποίηση των πτωμάτων των θανόντων μουσουλμάνων όσο και αν φαίνεται βάρβαρη πρακτική έδωσε θάρρος και πολεμική διάθεση σε ανθρώπους που τώρα μόλις μάθαιναν να μισούν και να σκοτώνουν (σελ.159).

- Όσοι τούρκοι γλίτωσαν τοποθετήθηκαν σε έναν τόπο πίσω από τα στρατόπεδα των πολιορκητών και εκεί, φρουρούμενοι, αφέθηκαν να πεθαίνουν από την πείνα (σελ.184).

6) Η πολιορκία της Κορίνθου (σελ.172-174)

- Οι Νοταράδες, προύχοντες των ορεινών Τρικάλων Κορινθίας, δεν επιθυμούσαν ουδεμία ανάξειξη στα υπονομευτικά σχέδια των ομοθρήσκων τους.

- Δεν υπήρχε πειθαρχία και μόνο οι θρύλοι για τα προσδοκώμενα από την άλωση του φρουρίου υλικά οφελήματα κρατούσε στις θέσεις τους τους πολιορκητές.

- Ο Τρικούπης (Β’, σελ.65) γράφει χαρακτηριστικά: «Η εγγίζουσα δε εκπολιόρκησις έφερεν έξωθεν των τειχών τόσον πλήθος οπλοφόρων επ’ ελπίδι λαφυραγωγίας, ωστ’ ελαθροπώλουν τινές αισχροκερδείς προς τους πολιορκουμένους υπό το σκότος της νυκτός τροφάς».

7) Η πολιορκία του Νεοκάστρου.

Η πρόσκαιρη αναχώρηση του εκπροσώπου του Υψηλάντη με σκοπό την αναζήτηση ουδετέρων πλοίων για την ασφαλή μεταφορά όσων τούρκων θα παραδίδονταν, επιτάχυνε τις εξελίξεις.
Οι έως τότε συμφωνίες ακυρώθηκαν και υπογράφηκε νέα σύμβαση εξαιρετικά περίεργη ως προς τη μορφή, καθώς εξαρτούσε τη μετέπειτα τύχη των παραδιδομένων αποκλειστικά και μόνο στην φιλανθρωπία (των πολιορκητών).
Ενώ οι παραδοθέντες τούρκοι περίμεναν την επιβίβασή τους στα πλοία, πλήθη ανθρώπων όρμησαν προς αυτούς, αρχικά για την αρπαγή οτιδήποτε πολύτιμου ή μη είδους που έφεραν μαζί τους, στη συνέχεια δε για να θανατώσουν τους πάντες.

Οι 60 μουσουλμάνοι που είχαν καταφύγει στην νησίδα Χελωνάκι, βασιζόμενοι σε υποσχέσεις των πολιορκητών, αφέθηκαν εκεί να πεθάνουν από τη δίψα.

Έτσι σχεδόν το σύνολο των πολιορκημένων Οθωμανών του Νεοκάστρου βρήκαν τον θάνατο (σελ.169-172).

doctor

Υ.Γ. Θεωρώ άδικο και άτιμο να φορτώνουμε με υπερφυσικές δυνάμεις απλούς ανθρώπους και να μεταφέρουμε στα μυαλά τους τις ιδεοληψίες μας για να νιώσουμε εμείς εθνικά υπερήφανοι.
Ο υπερτονισμός των ακροτήτων "των άλλων" και η απόκρυψη των ακροτήτων ημών (με ήτα) οδηγεί σε διαθλάσεις και μυωπισμούς.
Μετά από τόσα χρόνια, ήρθε νομίζω η ώρα να δούμε τα πράγματα στην αληθινή τους διάσταση και να αποδεχτούμε ότι τις παραμονές της αλώσεως της Τριπολιτσάς ο μέγας Κολοκοτρώνης είχε επιδοθεί σε πλιάτσικο και σε κατ' ιδίαν συναλλαγές με επιφανείς τούρκους -φυγάδευσε αρκετούς- αποκομίζοντας τεράστια πλούτη που κουβαλούσαν οι δικοί του σε γαϊδούρια και μουλάρια, πλούτη που χρησιμοποίησε μετά για να ενισχύσει τα σχέδιά του για την προσωπική του ανάδειξη.
Οι ... άλλοι (Αφοί Κουντουριώτη και Σία) με τα χρήματα του δανείου που πήρε η Ελλάδα από την Αγγλία εξαγόραζαν ψηφοφόρους για τις εκλογές του Οκτώβρη του 1824...