Δευτέρα, 10 Σεπτεμβρίου 2007

Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδας (1844)



Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδας [1]

Η πρώτη κοινοβουλευτική κυβέρνηση της Ελλάδας, αυτή του Ιωάννη Κωλέττη, η οποία αναδείχθηκε δια της ψήφου του λαού το 1844 και τερμάτισε τον βίο της το 1847 με τον θάνατο του Κωλέττη, φανέρωσε εξαρχής ορισμένα χαρακτηριστικά στην άσκηση της εξουσίας τα οποία έκτοτε υπήρξαν μόνιμα των κυβερνήσεων της χώρας.

Ο Κωλέττης ηγέτης ενός από τους τρεις πολιτικούς σχηματισμούς που αναφέρονται έκτοτε ως «κόμματα» του «γαλλικού» ανήλθε στην εξουσία αφού κατόρθωσε να παραμερίσει τους δύο αντιπάλους του, ηγέτες των άλλων δύο σχηματισμών, τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο και τον Ανδρέα Μεταξά, αρχηγούς αντίστοιχα του «αγγλικού» και του «ρωσικού» κόμματος.
Η έλλειψη κομματικής συνοχής στους τρεις πολιτικούς σχηματισμούς της εποχής έδωσε την δυνατότητα στον Κωλέττη να προσεταιριστεί υποστηρικτές των αντιπάλων του και να αναδειχθεί νικητής [2].

Τα χαρακτηριστικά της διακυβέρνησης της χώρας

1) Η κοινοβουλευτική αυτή πλειονοψηφία ήταν εκ των πραγμάτων επισφαλής εξαιτίας της έλλειψης κομματικής συνοχής. Μοναδικό συνεκτικό ιστό αποτελούσαν η νομή της εξουσίας και η προσδοκία νομής της. Για να διατηρήσει την πλειονοψηφία στη Βουλή, ο Κωλέττης ήταν υποχρεωμένος να ικανοποιεί όλους τους υποστηρικτές του, ή τουλάχιστον να μην τους δυσαρεστεί περισσότερο από όσο έκρινε πως επέτρεπαν οι περιστάσεις και οι προσδοκίες τους και να καλλιεργεί στους υποστηρικτές των αντιπάλων του την ανοχή που εμπνέει η προσδοκία να συμπεριληφθούν και αυτοί στον κύκλο εκείνων που νέμονταν την εξουσία.

2) Δεύτερο χαρακτηριστικό της διακυβέρνησης της χώρας από τον Ηπειρώτη πολιτικό ήταν η αποφυγή γενικά μέτρων που αναμένονταν να δυσαρεστήσουν πολιτικές ή κοινωνικές ομάδες και πρόσωπα, και συνεπώς να απειλήσουν τη σταθερότητα της κυβέρνησης.

Η πολιτική αυτή η οποία αποσκοπούσε πρωτίστως στην παραμονή της κυβέρνησης στην εξουσία με την αποφυγή ρήξεων με συμφέροντα εκπροσωπούμενα στο κοινοβούλιο, εξασφάλιζε κυβερνητική σταθερότητα, με τίμημα την κοινωνική και οικονομική υπανάπτυξη και αποτελμάτωση.

3) Το τρίτο χαρακτηριστικό της κυβέρνησης του Κωλέττη ήταν η προβολή της «Μεγάλης Ιδέας» του ελληνικού έθνους, της «αποστολής» που είχε η Ελλάδα να λυτρώσει όλους τους αλύτρωτους έλληνες στο πλαίσιο μιας μεγάλης και ισχυρής ελληνικής αυτοκρατορίας, καθώς και η καλλιέργεια της εντύπωσης ότι η κυβέρνηση θεωρούσε την πραγματοποίηση αυτού του οράματος πρωταρχικό της μέλημα και ιερό καθήκον. Καπετάνιοι της Ρούμελης και της βόρειας Ελλάδας προσκείμενοι στον Κωλέττη διενεργούσαν επιδρομές στις τουρκοκρατούμενες τότε ακόμα Θεσσαλία και Ήπειρο, στις οποίες χρησιμοποιούσαν εθελοντές κάθε προέλευσης, μεταξύ των οποίων και πολλούς ληστές προσκείμενους σε αυτούς. Οι συγκεκριμένες επιδρομές, τις οποίες ο αλυτρωτικός Τύπος πρόβαλλε ως συνέχεια του αγώνα της ανεξαρτησίας, εξασφάλιζαν:

α) την περιοδική «εξαγωγή» του προβλήματος της ληστείας στην όμορη χώρα και στην ανακούφιση της Στερεάς από τα δεινά της μεγάλης αυτής μάστιγας
της υπαίθρου.

β) την ικανοποίηση των προσκείμενων στους κωλεττικούς καπετάνιους ληστών και άλλων εθελοντών εκτός της ελληνικής επικράτειας, και εις βάρος της όμορης επικράτειας και

γ) την εντύπωση ότι η κυβέρνηση προωθούσε με σθένος τη Μεγάλη Ιδέα.

Από τις άμεσες συνέπειες αυτής της πολιτικής ήταν αφενός η έξαρση του προβλήματος της ληστείας, αφετέρου η σύνδεση των ληστών με τον αλυτρωτισμό και η «αποδοχή» τους ως τμήματος του αλυτρωτικού στρατού του έθνους.

Σύμπτωμα ενός σοβαρότερου προβλήματος παρά συνέπεια αυτής της πολιτικής –το οποίο όμως έφερε στην επιφάνεια η πολιτική του αλυτρωτισμού- ήταν η προφανής αυτοεξαπάτηση του έθνους και της ηγεσίας του και η αποδοχή αυτής της αυτοεξαπάτησης.
Αυτή ήταν η πρώτη σοβαρή άσκηση του έθνους και της ηγεσίας του στη φυγή από την πραγματικότητα, με την αποδοχή ενός υποκατάστατου εθνικής ανάπτυξης[3].


Οι αγρότες της Ελλάδας είχαν ήδη εισέλθει με την ανοχή των εκπροσώπων της κεντρικής και της τοπικής εξουσίας στο στάδιο της εξαπάτησης των εθνικών γαιών, την οποία νομιμοποίησε η τότε κυβέρνηση του Αλέξανδρου Κουμουνδούρου με ειδικό προς τούτο νόμο.

Οι βουλευτές, όπως παλαιότερα οι πρόκριτοι της Τουρκοκρατίας και οι πληρεξούσιοι του Αγώνα, ήταν ουσιαστικά κηδεμόνες «πολιτικώς ανήλικων» και εκπρόσωποι της κεντρικής εξουσίας, μεριμνούσαν δε για τα συμφέροντα των πολιτικών φίλων τους που αποτελούσαν τα ερείσματα της επιρροής και της ισχύος τους, και προήγαν τα ίδιά τους συμφέροντα. Τη λειψή αυτή αντιπροσώπευση καθιστούσαν ακόμα πιο προβληματική ο αναλφαβητισμός, το πρωτόγονο σύστημα συγκοινωνιών, η οικονομική δυσπραγία και η βία στην ύπαιθρο, τόσο η κρατική όσο και η παράνομη.

Οι χωρικοί, οι οποίοι αποτελούσαν την πλειονότητα του πληθυσμού, εκτεθειμένοι όπως ήταν στα όργανα των ισχυρών και απροστάτευτοι από τα όργανα της τάξης και του νόμου, έδιναν την ψήφο τους συνήθως σε εκείνους προς τους οποίους δυσπιστούσαν λιγότερο ή σε εκείνους που φοβούνταν περισσότερο. Ενίοτε δε ήταν σε θέση να παράσχουν την υποστήριξή τους έναντι προσωπικών ωφελειών.
Οι συζητήσεις στη Βουλή για τον έλεγχο των εκλογικών αποτελεσμάτων φανερώνουν όλα τα μέσα που μετέρχονταν οι υποψήφιοι και τα όργανά τους στην ύπαιθρο –συκοφαντικές επιθέσεις εναντίον αντιπάλων, ψευδείς ειδήσεις, απειλές και χρήση βίας διά των ληστών ή των οργάνων της τάξης.

doctor

______________________________________________

[1] Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια, σελ.133-135 Πληροφορίες για το βιβλίο:
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/07/macedonian-slavs.html

[2] Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΓ’, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1977, σελ.112 κ.εξ.
[3] J.S. Koliopoulos, Brigands with a Cause. Brigandage and Irredentism in Modern Greece, 1821-1912, Oxford University Press, New York 1987, pp.121ff.

Δεν υπάρχουν σχόλια: