Πέμπτη, 4 Οκτωβρίου 2007

Οι «χωρικοί» της Οθωμανικής περιόδου



Πολλά έχουν γραφεί για τους «Ρωμαίους» [1] της «Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Πολλά έχουμε όλοι διδαχθεί από την σχολική ιστορία σχεδόν ως θέσφατα και αξιώματα. Η κοινωνική ομάδα των ρωμαίων αυτοπροσδιοριζόταν με βάση την θρησκεία και παρομοίως προσδιόριζε και την κυρίαρχη ομάδα, τους μουσουλμάνους.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι μουσουλμάνοι ήταν πολίτες α’ και οι χριστιανοί β’ κατηγορίας και έτσι η κοινωνική διαστρωμάτωση σε όλο το μήκος και πλάτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γινόταν με βάση την θρησκεία.


Οι έννοιες του Έθνους, της εθνικής συνείδησης και κυρίως της εθνικής ανεξαρτησίας είναι μεταγενέστεροι και δεν έχουν σχέση με τους πρώτους αιώνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οπότε η έννοια «τουρκοκρατία» όπως και «υπόδουλο ελληνικό έθνος» εντάσσονται στην αναδρομική θεώρηση της ιστορίας από τους ιστορικούς του 19ου αιώνος και δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

Η συντριπτική πλειονότητα των ρωμαίων ήταν χωρικοί. Η Ελλάδα εισήλθε στην νέα εποχή ως κατεξοχήν τόπος χωρικών. Μετά την εξαφάνιση της μεσαιωνικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας των ελληνικών χωρών και την αντικατάστασή της από Λατίνους και μουσουλμάνους γαιοκτήμονες, ακόμα δε και μετά την άνοδο ελληνικών ηγετικών ομάδων, η Ελλάδα που διαμορφώθηκε ήταν χώρα στην οποία η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν χωρικοί.
Όπως όλοι οι χωρικοί της εποχής, οι χωρικοί περνούσαν την βραχεία συνήθως ζωή τους χωρίς να αφήσουν άλλα ίχνη για τον ερευνητή παρά εκείνα που κατέγραφε ο κύριός τους στα φορολογικά του κατάστιχα, καθώς και λίγα τραγούδια, παροιμίες, θρύλους, ευτράπελες ιστορίες και αινίγματα τα οποία έφτασαν έως τις μέρες μας διασκευασμένα από τους λόγιους συλλέκτες τους. Η ιστορία τους προσπερνούσε μάλλον αδιάφορη. Μόνο λίγοι ξένοι περιηγητές και ακόμα λιγότεροι ντόπιοι άφησαν κάποιες εντυπώσεις για τη ζωή των χωρικών της εποχής [2].

Ο Γιώργος Προγουλάκης, διδάκτωρ Οικονομικής Ιστορίας [3 ] γράφει για τους χωρικούς της Οθωμανοκρατίας:

«το προσδόκιμο ζωής δεν ξεπερνούσε τα 30-35 χρόνια, και οι άνθρωποι αυτόν τον χρονικό ορίζοντα είχαν όταν προσπαθούσαν να σκεφτούν το μέλλον τους και να πάρουν αποφάσεις, προφανώς και οικονομικές. Αν ένας εικοσάρης αποφάσιζε να φυτέψει ελιές, για παράδειγμα, ήταν αμφίβολο αν ο ίδιος θα βρισκόταν στη ζωή όταν, έπειτα από 10-12 χρόνια, τα δέντρα θα άρχιζαν να δίνουν καρπό» [4]


Ludwig Lange, Steinbruch zu Penteli, Ιούνιος 1836
Staatliche Graphische Sammlung, Munchen Inv. Nr. 35764


Από τις σποραδικές ειδήσεις που είναι διαθέσιμες και προσιτές, και από τις διάφορες έμμεσες πηγές από τις οποίες είναι δυνατόν να αντληθούν στοιχεία για τον κόσμο των χωρικών της Ελλάδας, διαφαίνεται ένα μωσαϊκό υπανάπτυκτων ως επί το πλείστον και απομονωμένων μεταξύ τους μικρότερων ή μεγαλύτερων οικισμών.
Η είσοδος του επισκέπτη από τα παράλια στη μεσόγειο χώρα ήταν ένα ταξίδι στο μακρινό παρελθόν, σε έναν κόσμο που θύμιζε στον μορφωμένο δυτικό επισκέπτη τις «αφάρκτους» πόλεις του Θουκυδίδη. Οι ανέμελοι και ευτυχισμένοι χωρικοί των ελλήνων και ξένων ρομαντικών συγγραφέων του 19ου αιώνα υπήρχαν μόνο στην φαντασία των συγγραφέων αυτών και στις σελίδες τους.

Το σπίτι του χωρικού, οι στάβλοι, ο αχυρώνας και οι αποθήκες αποτελούσαν ένα ενιαίο σύμπλεγμα οικημάτων όπου άνθρωποι και ζώα συμβίωναν [5], και όπου αποθηκεύονταν τρόφιμα κάθε είδους για τους δίποδους, τετράποδους και φτερωτούς ενοίκους. Η οικογένεια των χωρικών ζούσε όχι σε απόσταση από τα ζώα της, αλλά μαζί τους: Τα μέλη της φρόντιζαν τα ζώα, ήταν εξοικειωμένα με τις συνήθειες και τις οσμές τους.

Ο κόσμος των χωρικών ήταν ένας κόσμος ανασφάλειας, ημίφωτος και σκότους, φόβου και θανάτου.
Η κατοικία τους ήταν καταφύγιο από τα αδάμαστα στοιχεία της φύσης, από τα πνεύματα του έξω και του κάτω κόσμου, από τους λύκους και τους ληστές, από τους γείτονες. Τα παράθυρα ήταν μικρά και σιδερόφρακτα, μικρές και οι πόρτες, με κλειδαριές και αμπάρες.
Το φως των λυχναριών αρκούσε για τα μάτια και τις ασχολίες των χωρικών εντός του οίκου τη νύχτα, για τις εξωτερικές δε ανάγκες αρκούσαν οι δάδες.
Το σκοτάδι άλλωστε περιόριζε στο ελάχιστο τις δραστηριότητες των χωρικών, και η έλευσή του όριζε την εργασία από την ανάπαυση και τον ύπνο.

Τον χειμώνα, όταν μειώνονταν οι δραστηριότητες, περίσσευε λίγος χρόνος το βράδυ πριν τον ύπνο. Η φωτιά στην εστία παρείχε λίγη θαλπωρή στα γηραιότερα μέλη της οικογενείας που κάθονταν κοντά της και εκατέρωθεν.

Ο θάνατος στον κόσμο αυτό ήταν συχνός επισκέπτης.
Οι διάφορες επιδημίες παρέσυραν στο διάβα τους πρώτα τα βρέφη και κατόπιν τα φιλάσθενα και υπερήλικα μέλη της οικογενείας.
Οι υπηρεσίες κάποιου γιατρού δεν ήταν στον κόσμο αυτό ευπρόσδεκτες: ήταν συνδεδεμένες με τον θάνατο, ίσως επειδή ο γιατρός, στις σπάνιες περιπτώσεις που ζητούσαν τις υπηρεσίες του, έφτανε συνήθως με τον ιερέα. Το μαύρο χρώμα του πένθους ήταν το κυρίαρχο χρώμα στην οικογένεια του χωρικού, ιδίως στις γυναίκες και στους υπερήλικες. [6]

Οι μεταγενέστεροι εθνικοί μύθοι προίκισαν τους χωρικούς με ιδιότητες και χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονταν όχι τόσο στους ίδιους τους χωρικούς, όσο στις απόψεις των μυθολογούντων γι’αυτούς.
Έτσι, ενώ οι άνθρωποι αυτοί έδιναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης απέναντι στην φύση, στους ληστές, στην αυθαιρεσία της άρχουσας μουσουλμανικής τάξης, η εθνική ιστοριογραφία τους παρουσιάζει ως ολοκληρωμένα και φιλοσοφημένα υποκείμενα τα οποία θέλουν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, αλλά οι τούρκοι τους το απαγορεύουν!
Προσλήψεις και πρακτικές κοινωνικοποίησης και κοινωνικής ανέλιξης μέσω της μαζικής εκπαίδευσης η οποία εισήχθη αιώνες μετά, στα πρότυπα των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, παρουσιάζονται από την εθνική ιστοριογραφία ως υπάρχουσες σε εποχές που οι έννοιες αυτές ήταν απλά άγνωστες.



Ludwig Lange, Steinbruch zu Penteli, Ιούνιος 1836
Staatliche Graphische Sammlung, Munchen Inv. Nr. 35763


Η κάθετη ανάγνωση της Ιστορίας, δηλαδή με βάση τα σημερινά δεδομένα, τα οποία ανάγονται αυθαίρετα και αναδρομικά στο παρελθόν αποτελεί τον ορισμό της μυωπίας στην ανάγνωση της Ιστορίας.
Ένας λαός κατά 99% αναλφάβητος, το τελευταίο που σκεφτόταν ήταν η παιδεία, αν ήξερε κιόλας τι σημαίνει παιδεία. Η υστέρηση των αγροτικών μαζών και η αδιαφορία για την σχολική εκπαίδευση φτάνει μέχρι σχεδόν την μεταπολίτευση και όσοι έχουν μεγαλώσει στην επαρχία καταλαβαίνουν τι εννοώ.
Κάποια πράγματα που σήμερα είναι αυτονόητα, τότε ήταν αδιανόητα.
Ακόμη και η επικοινωνία μεταξύ των περιοχών ήταν δυσχερής, πόσο μάλλον τα ταξίδια:

«Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων ελληνικών χωρών ήταν αποτέλεσμα της παραμέλησης των οδών και των γεφυρών, ιδίως του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας.
Η παραμέληση της συντήρησης του οδικού δικτύου είχε αρχίσει πολύ πριν από την ολοκλήρωση της τουρκικής κατάκτησης και επιδεινώθηκε κατά την περίοδο των μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων του 14ου και 15ου αιώνα.

Ολόκληρα τμήματα της αρχαίας ρωμαϊκής αρτηρίας, της Εγνατίας οδού, είχαν αφανιστεί με την πάροδο του χρόνου.
Αλλά και οι οδοί που δεν είχε ακόμη αφανίσει ο χρόνος ήταν ανασφαλείς, ιδίως στις ορεινές τους διαβάσεις, όπου δρούσαν στίφη ληστών.
Χρειάστηκαν αιώνες πολλοί ώσπου να επικρατήσουν συνθήκες που να επιτρέπουν τη σχετικά ασφαλή διακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων.

Την παραμέληση της αγροτικής υποδομής μαρτυρούσαν οι κατεστραμμένες γέφυρες, οι δρόμοι, οι υδραγωγοί, οι στέρνες και οι νερόμυλοι.
Έλη στις εκβολές των ποταμών και στα παράλια μαρτυρούσαν και αυτά την έλλειψη ενδιαφέροντος της εξουσίας και των εκπροσώπων της για το μέλλον της υπαίθρου χώρας.

Κατά την μακραίωνη απομόνωση των διάφορων περιοχών μεταξύ τους και από τη Δυτική Ευρώπη, και σε συνδυασμό με τη γενική αμάθεια του κόσμου, δημιουργήθηκαν ανθρώπινα σύνολα απομονωμένα το ένα από το άλλο, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και χωρίς την αίσθηση πως συναποτελούσαν όλα μια ανθρώπινη κοινότητα με κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, ένα Έθνος» [7]





Η ανισοκατανομή της γης [8], ο κεφαλικός φόρος [9] καθώς και τα υπέρογκα συλλογικά χρέη, είχαν ως αποτέλεσμα, οι χωρικοί να μην έχουν την δυνατότητα να φύγουν από το χωριό τους προκειμένου να αποπληρωθεί το χρέος τους, διότι οι αρχές φοβόνταν ότι οι χωρικοί θα εξαφανιστούν για να γλιτώσουν τα χρέη.
Επίσης, υπήρχε περίπτωση το χωριό που αδυνατούσε να αποπληρώσει το χρέος του, να μετατραπεί σε τσιφλίκι, ή, άλλοτε πάλι, ήταν δυνατόν το ίδιο το χωριό να καταφύγει στην προστασία κάποιου ισχυρού αξιωματούχου, αναλαμβάνοντας να του πληρώνει κάποιο ποσό ή ένα τμήμα της παραγωγής, προκειμένου να αποφύγει τις αυθαιρεσίες τοπικών μικροπαραγόντων.
Ο Αλή Πασάς, κατάφερε να έχει στις αρχές του 19ου αιώνα, 935 χωριά, ο ίδιος ή οι γιοί του [10].

Το ερώτημα που τίθεται από τους υπέρμαχους της αέναης ύπαρξης του ελληνικού Έθνους, είναι το εξής: πως εξηγείται αυτή η μάζα να ξεσηκώθηκε το 1821 αν δεν είχε εθνική συνείδηση;
Το ερώτημα είναι λογικό για κάποιον που δεν έχει εγκύψει, δεν έχει μελετήσει ενδελεχώς πέραν της σχολικής και καθεστωτικής ιστορίας.
Το πώς αυτή η μάζα εξαναγκάστηκε να πολεμήσει, υπό ποίες απειλές και εκβιασμούς, το είχα αναλύσει σε προηγούμενο θέμα [11].

Από εκεί, και αντί επιλόγου:

«… Ο δε της ξηράς Έλλην, είχε ερριζωμένον τον φόβον εις την καρδίαν του, του Τούρκου, ον διέδωσεν ο πατήρ αυτού, ο πάπους και ο προπάπους του.
Δια να τον πείσουν όθεν οι νοήμονες ν’αδράξη όπλα, μύρια ψεύδη έπρεπε να του επιπορεύσουν: πότε του έλεγον, ιδού οσονούπω πλάκωσαν στρατοί από την Ευρώπην, πότε δε από την Ρωσσίαν, ή άλλο μέρος.
Και όταν εφαίνοντο παραπλέοντα πλοία εμπορικά εις την θάλασσαν, του έλεγον: ιδού, τα βλέπεις; εδώ έρχονται, μας φέρνουν στρατόν, πολεμοφόδια, τροφάς κ.λπ.

Δια να δοκιμάσω ένα πεφοβισμένον χωρικόν, έθεσα έμπροσθέν του φονευμένον Τούρκον και του είπον να τον κτυπήση με την μάχαιραν. Αλλ’αυτός τρέμων, δεν ετόλμησε. Πολλάκις οι κινούντες τα όπλα σωματάρχαι, έθετον έμπροσθεν των χωρικών αιχμαλώτους δεμένους τούρκους, δια να συνηθίζουν να φονεύουν αυτούς, δια να εξαλειφθή ο ερριζωμένος φόβος των» [12].

doctor
________________________________________________________-

[1] Θα μου επιτρέψετε να χρησιμοποιώ τους σωστούς ιστορικούς όρους, δηλαδή αντί του όρου «έλληνες» τον όρο «ρωμαίος», αντί του όρου «τούρκος» τον όρο «οθωμανός», και αντί της «τουρκοκρατίας» την «οθωμανοκρατία» μιας και έτσι αυτοχαρακτηρίζονταν και αυτοπροσδιορίζονταν τότε αυτές οι κοινωνικές ομάδες.
Οι όροι «έλληνες» και «τούρκοι» είχαν διαφορετικές έννοιες τότε.
Ο «έλληνας» ήταν ο ειδωλολάτρης, ο άπιστος για τους ρωμαίους, και ο «τούρκος» σήμαινε τον άξεστο και τον απολίτιστο για τους οθωμανούς.
Ο Βλάσης Αγτζίδης, στο βιβλίο του «Έλληνες του πόντου, σελ. 54, Ελληνικές Εκδόσεις Α.Ε., αναφέρει χαρακτηριστικά:
«…χάθηκε τελείως η αίσθηση του ανήκειν στην τουρκική ομάδα και σταδιακά άρχιζε να δεσπόζει η αίσθηση του ανήκειν στο κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα. Έτσι, τα τούρκικα πολιτιστικά χαρακτηριστικά θεωρούνταν υποδεέστερα και οι μουσουλμάνοι διανοούμενοι που προέρχονταν από εξισλαμισμένες εθνικές ομάδες, άρχισαν να αναπτύσσουν απέχθεια προς όσους ανήκαν στο έθνος των Τούρκων. Η υποτίμηση των Τούρκων ως πολιτικό φαινόμενο παρατηρήθηκε για πρώτη φορά τον δέκατο αιώνα, όταν η τουρκική δυναστεία των Καραχανιδών απέβαλε το τουρκικό ένδυμα για να ενδυθεί το περσικό.
Η λέξη τούρκος άρχισε έτσι να σημαίνει για τους χριστιανούς αποκλειστικά τον μουσουλμάνο. Δημιουργήθηκε μάλιστα αντίστοιχο ρήμα (τουρκεύω) για να δηλώσει τον εξισλαμισμό, τη μεταστροφή προς το μουσουλμανικό δόγμα.
Η χρησιμοποίηση των όρων «έλληνες», «Ελλάδα» και «τούρκοι» από τις πηγές που παραθέτω ελπίζω να μην επιφέρει κάποια σύγχυση.

[2] Θ.Βερέμης-Ι.Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ.154.

[3] Ο Γιώργος Προγουλάκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1958. Φοίτησε στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών από το οποίο και έλαβε διδακτορικό δίπλωμα με ειδίκευση στην Οικονομική Ιστορία. Το 2003 δημοσίευσε την μονογραφία «Ανάμεσα στην τιμή και το χρήμα: Η Κέρκυρα στα χρόνια της αγγλικής κυριαρχίας (1814-1864). Άλλες δημοσιεύσεις: «Στρατηγικές ιδιοποίησης του πλεονάσματος. Από τις προσωπικές πρακτικές στους φορείς των οικονομικών λειτουργιών» Μνήμων, τ.20 Αθήνα 1998. «Οικονομία και φόβος: από την αφορία στην καταχρέωση», στο «Οι συλλογικοί φόβοι στην ιστορία, εκδ.Κ.Ν.Ε.-Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2000. «Παραγωγή, γαιοπρόσοδος, κερδοφορία του χρήματος στα εδάφη του Αλή Πασά», Τα ιστορικά τχ.32 Ιούνιος 2000. «Οι έλληνες ιστορικοί και το πρόβλημα της εκβιομηχάνισης μεταξύ των δύο πολέμων» στο Ιστοριογράφημα της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, 1833-2002, εκδ.Κ.Ν.Ε.-Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2004.

[4] «Η Αγροτική Οικονομία κατά την οθωμανική περίοδο», όπως περιέχεται στον 8ο τόμο της «Ιστορίας των Ελλήνων» των εκδόσεων ΔΟΜΗ, σελ.562.

[5] Η εικόνα αυτή παρέμεινε στον ευρύτερο χώρο μέχρι σχεδόν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Ο Ευάγγελος Χρ. Αυδίκος, διδάκτωρ Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Παν/μίου Ιωαννίνων και Καθηγητής Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στο βιβλίο του «Από την Μαρίτσα στον Έβρο», σελ.49, γράφει για τα σπίτια των αρβανιτόφωνων του Έβρου μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών:

«Το σπίτι αυτό είναι κοινό για ανθρώπους και για ζώα. Αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο- το μπροστινό- είναι το κυρίως σπίτι. Είχε δύο δωμάτια με δύο παράθυρα το καθένα. Ενδιάμεσα βρίσκεται ένας διάδρομος που οδηγεί στο δεύτερο τμήμα του σπιτιού, όπου εκεί συνυπήρχαν το κελάρι με το σταύλο. Αρχικά, η δίοδος των ζώων γινόταν από την κύρια είσοδο. Αργότερα, οι ιδιοκτήτες άνοιξαν μια πλάγια είσοδο, ώστε να ξεχωρίσουν τους δύο κόσμους, τον ανθρώπινο και τον ζωικό. Βλ. επίσης και Γ. Μέγα «Θρακικαί Οικήσεις. Συμβολή εις την έρευναν της βορειοελλαδιτικής αγροτικής οικίας», Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, 1 (1939), σσ.5-49. Πβ. Στ.Ήμελλου, Ζητήματα παραδοσιακού υλικού βίου, Αθήνα 1993, σσ.30-39.

[6] Θ.Βερέμης-Ι.Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ.158-159.

[7] ο.π. σελ.33-34.

[8] Στην Πελοπόννησο οι χριστιανοί, αν και αποτελούσαν το 85% του πληθυσμού, κατείχαν μόλις το 33% της γης, κατά μ.ο. 3 στρέμματα ανά κεφαλή, ενώ οι μουσουλμάνοι είχαν στην διάθεσή τους 63 στρέμματα.. «Η Αγροτική Οικονομία κατά την οθωμανική περίοδο», όπως περιέχεται στον 8ο τόμο της «Ιστορίας των Ελλήνων» των εκδόσεων ΔΟΜΗ, σελ.565.

[9] «Ο κεφαλικός φόρος δημιουργούσε τρεις παρενέργειες: α) επειδή ήταν συλλογικός, δηλαδή για την καταβολή του ήταν υποχρεωμένοι όλοι οι κάτοικοι του χωριού, σε περίπτωση μείωσης του πληθυσμού επιβάρυνε όσους είχαν απομείνει, αυξάνοντας έτσι το φορολογικό τους βάρος. Αν η μείωση του πληθυσμού ήταν αξιοσημείωτη, και άρα το φορολογικό βάρος αυξανόταν σημαντικά, ακολουθούσαν και οι εναπομείναντες τον δρόμο της φυγής, με αποτέλεσμα χωρικά ή και ολόκληρες περιοχές να ερημώνονται. […]», ο.π. σελ.569.

[10] ο.π. σελ.564.

[11] Η εθνική συνείδηση και συναίσθηση των επαναστατών του 1821:
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/04/1821.html

[12] Απόσπασμα από το «Απάνθισμα του ιστορικού αγώνος των Ελλήνων» του Κάρπου Παπαδόπουλου. Γράφτηκε στο Μεσολόγγι το 1858.

Δεν υπάρχουν σχόλια: