Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τουρκία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

Η τουρκική εθνική ταυτότητα



Αυτές τις μέρες διαβάζω ένα υπέροχο βιβλίο με τίτλο «Εικόνες ελλήνων και τούρκων» [1]. Το βιβλίο έχει γράψει ο κ.Ηρακλής Μήλλας [2], Καθηγητής τουρκικής λογοτεχνίας και πολιτικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο κ. Μήλλας έγραψε το βιβλίο, αφού διάβασε πάνω από 600 (!) έργα –σχολικά εγχειρίδια, βιβλία ιστορίας και ιδίως μυθιστορήματα- πάντα με γνώμονα την εικόνα του έλληνα.

Γράφει ο Σωτήρης Βανδώρος (Το ΒΗΜΑ, 01/12/2002 , Σελ.: S18):

«Ο Ηρακλής Μήλλας, έχει περάσει σχεδόν τη μισή ζωή του στην Τουρκία όπου γεννήθηκε και την άλλη μισή στην Ελλάδα, μετέχει εξίσου και στις δύο κουλτούρες, χωρίς να αισθάνεται υποχρεωμένος να απαρνηθεί κάποια από αυτές, έχει διδάξει ελληνικές σπουδές σε τουρκικό πανεπιστήμιο και τουρκικές σε ελληνικό, μεταφράζει, αρθρογραφεί και μετέχει σε κοινές συναντήσεις. Κοντολογίς, έχει όχι μόνο βιώσει στο πετσί του τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από μια ιδιαίτερη θέση αλλά τις έχει μετατρέψει σε επιστημονικό αντικείμενο, επαγγελματική ενασχόληση και πεδίο δημόσιας παρέμβασης. Είναι ένας Ελληνοτούρκος. 'Η μήπως πρέπει να πω Τουρκοέλληνας; Ενώ το «Ελληνοαμερικανός» μάς φαίνεται φυσιολογικό, οι προηγούμενοι προσδιορισμοί ηχούν στ' αλήθεια παράξενα, κάτι μεταξύ τραγέλαφου και συγκεκαλυμμένης προσβολής.

Η. Μήλλας δεν μας καλεί να εγκαταλείψουμε τις εθνικές μας αφηγήσεις αλλά ισχυρίζεται ότι αξίζει τον κόπο να γνωρίσουμε τον «μύθο» της άλλης πλευράς, να εξοικειωθούμε με τις ευαισθησίες της και να προσπαθήσουμε να τις αισθανθούμε, χωρίς να χρειάζεται να τις αποδεχθούμε. Αυτό δεν θα λύσει τα υπαρκτά προβλήματα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Απλώς ίσως έτσι μπορέσουμε να κάνουμε μια κουβέντα, όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, εκφράζοντας αβίαστα τους φόβους μας και τις προσδοκίες μας για κοινά θέματα, αλλά και τις προσωπικές μας ανησυχίες και όνειρα σε μια ατμόσφαιρα που δεν θα δηλητηριάζεται από τον αέρα της κακοπιστίας και της υπεροψίας και που μια σπίθα δεν θα μπορέσει να την τινάξει στον αέρα. Και ομολογουμένως αυτό δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, λίγο» .

Στο σημερινό θέμα, θα παρουσιάσω –μέσω των γραφομένων του κ.Μήλλα- τα θεμέλια του οικοδομήματος που ονομάζεται Τουρκία: την τουρκική εθνική ταυτότητα, αλλά και το πώς αυτή η ταυτότητα προέκυψε μέσω της «εθνογένεσης».

Η τουρκική εθνική ταυτότητα.

Οι τούρκοι ως ομάδα πληθυσμού με μια εθνική ταυτότητα εμφανίστηκαν, συγκρινόμενοι με τα άλλα βαλκανικά έθνη, με σχετική καθυστέρηση. Μέχρι σχεδόν τον 20ο αιώνα ο όρος «τούρκος» δεν χρησιμοποιούνταν από τους τουρκόφωνους μουσουλμάνους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας παρά μόνο σαν υποτιμητικός χαρακτηρισμός.
Ο όρος «Τουρκία» πρωτοεμφανίστηκε το 1190 μ.Χ. στα δυτικά έγγραφα και θα χαρακτηρίσει επίσημα τη χώρα μόνο μετά το 1923. Οι τουρκόφωνοι και οι άλλοι λαοί του οθωμανικού κράτους επέλεγαν μια σειρά από θρησκευτικές, φυλετικές,νομαδικές, εθνοτικές,γλωσσικές κ.α. ταυτότητες για να προσδιοριστούν.
Για πολλούς αιώνες η λέξη «Τούρκος» ή «Τουρκομάνος» δεν χρησιμοποιήθηκε παρά με την έννοια του αγράμματου και άξεστου μουσουλμάνου χωριάτη.
Η λέξη «τουρκικά» σήμαινε τη γλώσσα που μιλούσε ο απλός λαός αλλά ο όρος «Τούρκος», ακόμα και στο τέλος του 19ου αιώνα, δεν χρησιμοποιούνταν για να προσδιορίσει το λαό [3].
Ο γνωστός στη σημερινή Τουρκία εθνικός ήρωας και συγγραφέας Ναμίκ Κεμάλ στο επαναστατικό και εθνικό θεατρικό του έργο «Η πατρίδα ή η Σιλίστρα» κάνει λόγο για τον απλό χωριάτη, τον αποκαλεί «Τούρκο» και τον χαρακτηρίζει «απλοϊκό» και ανίδεο σαν το «βόδι που ζεύουμε στο άροτρο»: «[…] οι Τούρκοι που ντύνονται με χωριάτικες κάπες, εκείνοι οι χωριάτες με τη γλυκιά λαλιά και το ήπιο πρόσωπο, εκείνοι οι κακόμοιροι, τους οποίους δεν θέλουμε να δούμε διαφορετικούς από τα βόδια που ζεύουμε στο άροτρο… »[4].

Ένας συνεργάτης του Ατατούρκ και γνωστός συγγραφέας, ο Γ.Κ. Καραοσμάνογλου, αφηγείται στο μυθιστόρημά του «ο Ξένος» -που εξέδωσε το 1932-ότι οι αγρότες που συνάντησε το 1921 στη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου στη Μικρά Ασία δήλωναν «μουσουλμάνοι» και ότι σαν «Τούρκους» ήξεραν μόνο κάποιους νομάδες στις γειτονικές πεδιάδες, εννοώντας τους «Τουρκομάνους» (Türkmen) [5].
Ο Ν. Κεμάλ το 1872, αλλά και μέχρι το θάνατό του το 1888, θα κάνει λόγο για «Οθωμανούς» και δεν θα παρατηρήσει τίποτα το επιλήψιμο στην υποτιμητική έννοια του «Τούρκου».

Ο Αϊντεμήρ [6] στα απομνημονεύματά του, γράφει: "εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε τίποτα το κοινό μεταξύ του λαού και των διανοουμένων οι οποίοι είχαν αναδειχτεί μέσα από το λαό… Οι φαντάροι με την λέξη Τούρκος εννοούσαν τους Κιζιλμπάσιδες (Kızılbaş: μια σιιτική αίρεση), δεν ήξεραν τι ακριβώς σήμαινε η λέξη Τούρκος αλλά καταλάβαιναν ότι ήταν κάτι το κακό" [7].
Λίγα όμως χρόνια μετά, η θέση και ο ρόλος των διανοούμενων αλλάζει.


Το κράτος αναζητεί το έθνος του.

Το τουρκικό έθνος-κράτος είναι αποτέλεσμα μιας πορείας που διαφέρει από τα γνωστά μοντέλα δημιουργίας εθνικών κρατών.
Ο Seton-Watson αναφέρει ότι παρατηρούνται 3 πορείες για τη γέννηση ενός έθνους-κράτους:
α) το κράτος και το έθνος εξελίσσονται ταυτόχρονα (π.χ. Γαλλία, Αγγλία),
β) το έθνος προπορεύεται (π.χ. Γερμανία, Ελλάδα) και
γ) το κράτος προϋπάρχει και ακολουθεί η εθνογένεση (π.χ. Αργεντινή, Τουρκία) [8].

Είναι δύσκολο να διακρίνουμε πότε ακριβώς μέσα στο σχετικά ισχυρό οθωμανικό κράτος πρωτοεμφανίστηκε η έννοια και η πεποίθηση μιας εθνικής τουρκικής «συνείδησης».
Η εθνογένεση είναι μία σταδιακή και εξελικτική διαδικασία. Ξέρουμε ότι μεταξύ των Οθωμανών διανοουμένων, ο Αχμέτ Βεφίκ Πασάς [9](1823-1891) και ο Αλή Σουαβή (1839-1878) είναι οι πρώτοι που αναφέρουν τον όρο «Τούρκος» με μια εθνική και θετική έννοια.
Ο Σουαβή υποστήριξε ότι οι Οθωμανοί ήταν Τούρκοι και η γλώσσα τους τα τουρκικά [10].
H συμβολή των ξένων στην τουρκική εθνική αφύπνιση είναι επίσης πολύ σημαντική.
Οι «Τούρκοι», οι οποίοι σύμφωνα με την παραδοσιακή ελληνική ιστοριογραφία υποτίθεται ότι ήρθαν αντιμέτωποι με τους «Έλληνες» πριν από πολλούς αιώνες, στην πραγματικότητα, και με βάση την αρχή του αυτοπροσδιορισμού, είναι ένα πολύ νέο έθνος.
«Τούρκοι» με την παραπάνω έννοια δεν υπήρχαν τον 19ο αιώνα. Οι όροι «Τούρκος» και «Τουρκία» είναι δυτικά κατασκευάσματα τα οποία οι Οθωμανοί οικειοποιήθηκαν έπειτα από πολλούς δισταγμούς.
Ουσιαστικά η έννοια του «Έθνους» είναι μια δυτική επινόηση και στα Βαλκάνια έχει εμφανιστεί αφού πρώτα έκανε αισθητή την επιρροή της στην Ευρώπη.
Ξένοι τουρκολόγοι όπως ο Ούγγρος Vambery (1852-1913) και ο Γάλλος Leon Cahun (1841-1900) είναι οι πρώτοι που επισήμαναν την ενότητα ενός μεγάλου τουρκικού λαού του οποίου γενέτειρα ήταν η Ασία.
Ο πολωνικής καταγωγής αλλά εξισλαμισμένος Mustafa Cellaleddin/Constantin Borzecki στο έργο του Les Turcs et Moderns (Paris 1870) εξέφρασε πολλές από τις υπερβολές που θα επαναληφθούν τα επόμενα χρόνια από τους τούρκους εθνικιστές (όπως π.χ. ότι πολλοί λαοί συγγενεύουν με τους Τούρκους ή ότι είναι Τούρκοι ή ότι τα τουρκικά αποτελούν τη βάση πολλών άλλων γλωσσών).
Στον ιδεολογικό χώρο, ο προβληματισμός των Οθωμανών διανοουμένων αλλά και όλων των γραφειοκρατών του κράτους, ήταν πως θα σωθεί το κράτος [11].
Τα πολιτικά ρεύματα αυτών των προβληματισμών/αναζητήσεων ήταν:
α) ο Οθωμανισμός, ο οποίος, προσπάθησε να συσπειρώσει τους υπηκόους της χώρας κάτω από μια οθωμανική ταυτότητα όπου όλοι ανεξάρτητα από τη θρησκεία και την εθνότητά τους θα ήταν ίσοι αλλά και πιστοί πολίτες.
Β) ο ισλαμισμός, ο οποίος, παρουσιάστηκε σαν αντίδραση στον οθωμανισμό όταν έγινε αισθητό ότι οι μη μουσουλμάνοι παρουσίαζαν αποσχιστικές τάσεις: μια κοινή θρησκεία, το ισλάμ, θα ένωνε όλους τους μουσουλμάνους κάτω από μια σημαία.


Αλλά όταν οι Άραβες και μετά οι Αλβανοί αποσχίστηκαν με εθνικής φύσεως ξεσηκωμούς, ορισμένοι διανοούμενοι υποστήριξαν τον τουρκισμό, σαν μια λύση για τη συνοχή της χώρας.
Η ιδέα μιας «τουρκικής ταυτότητας άρχισε να κερδίζει έδαφος περνώντας από διάφορα στάδια: το Κίνημα των Νεότουρκων με την Παντουρκική και Τουρανική εκδοχή και μετά τον κεμαλισμό με τις διάφορες εκφάνσεις του.
Ο Γιουσούφ Άκτσουρα είναι ο πρώτος που το 1904 με σαφήνεια διατύπωσε την άποψη ότι ο οθωμανισμός και ο (παν)ισλαμισμός πρέπει να εγκαταλειφθεί και να υποστηριχθεί ο τουρκισμός.
Το όραμα της εθνογένεσης πήγαζε από την ανάγκη να υποστηριχθεί και να σωθεί το κράτος.
Σε αυτό το νέο τουρκικό έθνος-κράτος, για ιστορικούς λόγους, δεν δημιουργήθηκε η ανάγκη ενός κράτους για να σωθεί ένας λαός ο οποίος είχε αποκτήσει μια εθνική ταυτότητα (όπως συνέβη π.χ. με την περίπτωση της Ελλάδας), αλλά ο λαός υποστήριξε ένα κράτος για να επιβιώσει ή για να ζήσει με ευνοϊκότερους όρους και το κράτος και η διανόηση με τη σειρά τους προώθησαν την ιδέα του έθνους και του εθνικισμού για να ενδυναμώσουν το κράτος.
Οι τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, διακατέχονταν από μεγάλη ανασφάλεια σχετικά με το μέλλον τους. Έβλεπαν ότι το κράτος τους, ο «μεγάλος ασθενής», διαμελιζόταν και ήταν πολύ πιθανό ακόμα και να «πέθαινε».
Αυτό εκφράστηκε χαρακτηριστικά από τον Ομέρ Σεϊφεττίν, το 1912, όπου παρατηρούμε και το ρόλο που απέδιδε στους μη μουσουλμάνους: "Γίνονται τελικά και οι Τούρκοι ένα έθνος… Ο σκοπός των Ελλήνων είναι να πάρουν την Πόλη, την Σμύρνη και άλλα μέρη και να πετάξουν στην ανατολική όχθη του Κιζίλιρμακ (ποταμού Άλυς) τα 14.000.000 Τούρκων, ο δε σκοπός των Αρμενίων είναι μια μεγάλη Αρμενία και γι’αυτό θέλουν να πετάξουν όλους τους Τούρκους στη δυτική όχθη του ίδιου ποταμού. Εάν και τα δύο αυτά έθνη επιτύχουν το σκοπό τους, τότε δεν θα μείνει ούτε ένας Τούρκος στην Μικρά Ασία, όλοι θα πέσουν σ’αυτό τον ποταμό και θα χυθούν στην θάλασσα" [12].
Ο Σεϊφεττίν είναι ένας από τους γνωστότερους διηγηματογράφους της Τουρκίας και θεωρείται ένας από τους εμπνευστές του τουρκισμού και της εθνικής αφύπνισης.
Η περίοδος της κυριαρχίας των Νεότουρκων (1908-1918) χαρακτηρίζεται από έντονες προσπάθειες να καλλιεργηθεί μια τουρκική εθνική συνείδηση με γνώμονα τη γλώσσα. Αυτή η προσπάθεια συνοδεύεται από βίαιες αλλαγές πληθυσμιακών συσχετισμών για να επιτευχθούν αμιγείς μουσουλμανικές περιοχές (εκτοπίσεις και σφαγές Αρμενίων και Ελλήνων) [13].
Συνεχίζεται...

doctor

______________________________________

[1] Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι: «Εικόνες ελλήνων και τούρκων, σχολικά βιβλία, ιστοριογραφία, λογοτεχνία και εθνικά στερεότυπα», Εκδοτικός Οίκος: ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.
Σύντομη περιγραφή:
Πώς μας βλέπουν οι Τούρκοι; Πώς εκλαμβάνουν τον Έλληνα, την ελληνική πραγματικότητα, το παρελθόν και το παρόν των σχέσεών μας; Υπάρχουν πολλές μελέτες που αναφέρονται στον "Άλλο", έλειπε όμως μια μελέτη για τον Έλληνα και τον Τούρκο και για την σχέση τους στο επίπεδο των παραστάσεων και των στερεοτύπων. Αυτή η εργασία έρχεται να καλύψει το κενό, εξετάζοντας αποκλειστικά τουρκικά πρωτότυπα κείμενα. Μελετήθηκαν πάνω από εξακόσια έργα -σχολικά εγχειρίδια, βιβλία ιστορίας και ιδίως μυθιστορήματα- πάντα με γνώμονα την εικόνα του Έλληνα. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται έτσι ανάγλυφα η "τουρκική σκέψη" σχετικά με την εθνική ταυτότητα και την ελληνική παρουσία, όπως εκφράσθηκε τα τελευταία 130 χρόνια, μέσα από έντονες ιδεολογικές αναζητήσεις και διαφορετικές πολιτικές τάσεις. Εξετάζονται επίσης, πιο συνοπτικά, οι ελληνικές παραστάσεις σχετικά με τον "Τούρκο", για να γίνει πιο κατανοητή η δυναμική των διμερών σχέσεων. Ο συγγραφέας δεν αναφέρεται βέβαια στις πολιτικές σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας και στην ιστορία τους. Πιστεύει όμως ότι πολιτική και ιστορία διέπονται από τέτοια στερεότυπα. Η παιδεία, η ιστοριογραφία και η λογοτεχνία έπαιξαν εκατέρωθεν, και συνεχίζουν να παίζουν, σημαντικό ρόλο στις "γνώσεις" και τις κρίσεις των δύο λαών και βέβαια στις αποφάσεις των δημόσιων λειτουργών τους. Με αυτή την έννοια, η εργασία αυτή είναι μια παρέμβαση στον δημόσιο και πολιτικό βίο, που αγγίζει τη ρίζα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο:
http://www.books.gr/ViewShopProduct.aspx?Id=2635992
[2] Ο Ηρακλής Μήλλας γεννήθηκε (1940) και μεγάλωσε στην Τουρκία και από το 1971 ζει στην Αθήνα. Έχει διδακτορικό πολιτικής επιστήμης από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας (1998) με θέμα ‘Η εικόνα του Έλληνα στην τουρκική λογοτεχνία - μια συγκριτική μελέτη για τον εθνικισμό και την ταυτότητα’. Η μεταπτυχιακή διατριβή του (με θέμα τις ιδεολογικές ζυμώσεις στην Ελλάδα του 19ου αιώνα) εκδόθηκε στα τουρκικά όπως και το διδακτορικό του. Έχει επίσης πτυχίο πολιτικού μηχανικού από το Πανεπιστήμιο της Ροβερτείου της Κων/πολης (1965). Είναι απόφοιτος γυμνασίου και λυκείου Αμερικανικού Κολεγίου Κων/πολης. Διδάσκει τουρκική λογοτεχνία και πολιτική ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (Τμήμα Τουρκικών κ.α. Γλωσσών). Το 1999-2004 δίδαξε τουρκική γλώσσα, τουρκική λογοτεχνία και πολιτικά ρεύματα Τουρκίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το 1990-1995 συνέβαλε στην ίδρυση του Τμήματος Νεοελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας όπου και δίδαξε ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία. Το 1968-1985 εργάστηκε ως πολιτικός μηχανικός σε διάφορες χώρες όπως Τουρκία, Ελλάδα, Μπαχρέιν, Κατάρ, Ινδονησία και Σαουδική Αραβία όπου ανέλαβε και διευθυντικές θέσεις στην δική του εργολαβική και μελετητική εταιρεία.Εξέδωσε δέκα βιβλία (στα ελληνικά, τουρκικά και αγγλικά) με θέμα την ιστορική και κοινωνική διάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων όπως και περισσότερα από διακόσια άρθρα σχετικά με το ίδιο θέμα σε διάφορες εφημερίδες της Ελλάδας και της Τουρκίας. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα Zaman (Κων/πολης). Μετέφρασε και εξέδωσε είκοσι βιβλία Ελλήνων και Τούρκων ποιητών (όπως τα Άπαντα του Γ. Σεφέρη και Κ. Καβάφη) όπως και άλλες μεταφράσεις ιστορικών και πολιτικών κειμένων και βιβλίων. Εξέδωσε περίπου τριάντα μελέτες και άρθρα με θέμα την λογοτεχνία σε διάφορα περιοδικά. Συνεργάστηκε στη σύνταξη ενός ελληνοτουρκικού λεξικού σαράντα χιλιάδων λέξεων (1994). Πήρε μέρος σε περισσότερα από δέκα διεθνή συνέδρια σχετικά με τη λογοτεχνία. Εξέδωσε περίπου τριάντα άρθρα σε διάφορα περιοδικά στην Ελλάδα, Τουρκία, Αγγλία και Γερμανία με θέμα τα σχολικά βιβλία, τα εθνικά στερεότυπα στη λογοτεχνία και ιστοριογραφία όπως και θέματα μειονοτήτων. Πήρε μέρος σε πολλά διεθνή συνέδρια (περίπου πενήντα) σε διάφορες χώρες, όπως Αγγλία, Ελβετία, Σουηδία, ΗΠΑ, Γαλλία, Κροατία, Κύπρο, Τουρκία και Ελλάδα. Τα τελευταία έξι του βιβλία είναι: Türk Romanında Öteki (Ο Άλλος στο τουρκικό μυθιστόρημα, 2000), Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων (2001) , Do’s and Don’ts for Better Greek-Turkish Relations, (επίσης στα ελληνικά και τουρκικά, 2002), Geçmişten Bugüne Yunanlılar (Οι Έλληνες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, 2003), The Imagined ‘Other’ as National Identity – Greeks & Turks (2004), Çağdaş Yunan Edebiyatı (Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία, 2005). Είναι παντρεμένος και έχει δύο ενήλικους γιους. Το 1962 υπήρξε πρωταθλητής Τουρκίας στα 100/200 μέτρα στίβου. Βραβεύτηκε με το Βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί το 1992 και ομαδικά με το Greek-Turkish Forum to 2001, με το Βραβείο Διδώ Σωτηρίου της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων το 2004 για το βιβλίο του Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων και από την Τουρκική Εταιρεία Εκδοτών το 2005 με το Βραβείο Ελεύθερης Σκέψης και Έκφρασης.

[3] Οι τουρκόφωνοι που έφεραν μια οθωμανική κοινωνική ταυτότητα μιλούσαν «οθωμανικά» (Osmanlica), μια γλώσσα τουρκική με πολλές αραβικές και περσικές επιρροές. Ο λαός μιλούσε «τουρκικά» (Türkçe ) και τότε οι διανοούμενοι αποκαλούσαν συνήθως αυτή τη γλώσσα «lisan-i turki», δηλαδή «τουρκικά», αλλά την όριζαν χρησιμοποιώντας αραβική σύνταξη. Η αναγνώριση της τουρκικής σαν τη γλώσσα όλου του λαού ήταν η ένδειξη της απαρχής της εθνικής «αφύπνισης».

[4] Namik Kemal, Vatan Yahut Silistre, Κωνσταντινούπολη: Remzi: 1965, σελ.60.

[5] Karaosmanoğlu, Yakup Kadri, Yaban, Κωνσταντινούπολη: İletişim, 1989, σελ.181.

[6] Ο Αϊντεμήρ (Αydemir) είναι Νεότουρκος και μετέπειτα συνεργάτης του Ατατούρκ.

[7] Aydemir, Şevket Süreyya, Suyu Ariyan Adam, Κωνσταντινούπολη: Remzi, 1987, σελ.101-107.

[8] Seton-Watson, Nations and States, Κολοράντο: Westview Press, 1977. “On trying to be a Historian of Eastern Europe”, στο Historians as Nations Builders, Deletant, Dennis & Hurry Hannak (επιμ.), London: Central & South-east Europe School of Slavonic & Rest European Studies, 1988.

[9] Ο Αχμέτ Βεφίκ Πασάς σπούδασε στο Παρίσι όταν βρέθηκε εκεί με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Απέκτησε πολλά αξιώματα, έγινε και πρωθυπουργός και μετά έγραψε μεταξύ των πολλών συγγραμμάτων και το «Γενεαλογικό δέντρο των Τούρκων» (1863).

[10] Είναι γνωστό ότι ο όρος «Τούρκος» παρατηρείται σε κείμενα για πρώτη φορά στα μνημεία Ορχόν του 8ου αιώνα. Σήμερα όμως αυτό το γεγονός ερμηνεύεται διαφορετικά. Εκείνη την εποχή ο όρος αυτός σήμαινε για τα τουρκόφωνα φύλα μόνο «λαός» και όχι μια εθνική ομάδα. Στους επόμενους αιώνες ο όρος όριζε μόνο λίγα τουρκόφωνα φύλα, όπως τους Ογούζ. Ο όρος «Τούρκος» χρησιμοποιείται από τον 6ο αιώνα από τους Άραβες, τους Πέρσες και τους Βυζαντινούς για τα φύλα που έρχονται από την Ασία. Ακόμα και το 12ο αιώνα οι Σελτζούκοι αποκαλούν την Μικρά Ασία «Χώρα των Ρούμ», ενώ είναι οι Δυτικοί αυτοί που την ονομάζουν «Τουρκία». Το 15ο αιώνα, «Ετράκ» (ο πληθυντικός του «τουρκ») σήμαινε μια αίρεση, τους Κιζιλμπάς.
Τουρκομάνος (Türkmen) στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σήμαινε νομάδες, αν και η οθωμανική δυναστεία επικαλέστηκε αρκετά συχνά την καταγωγή της από τους «Τουρκομάνους» (Aydin).

[11] Lewis, Bernard, The Emergence of Modern Turkey, Oxford University Press,1961. Οι Οθωμανοί σουλτάνοι, οι πολιτικοί ηγέτες, οι στρατιωτικοί και γενικά οι διανοούμενοι προσπάθησαν κατά καιρούς να ανακόψουν την καθοδική πορεία, την εξασθένιση και τη συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιχειρώντας μεταρρυθμίσεις και καινοτομίες. Είναι γνωστές οι μεταρρυθμίσεις του Σελίμ Γ’ (1761-1802), και του Μαχμούτ Β’ (1784-1839), το Τανζιμάτ (1839), το Ισλαχάτ-Χάττ-ι Χιουμαγιούν (1856), το σύνταγμα του 1876 (Akşin, Sina, Türkiye tarihi 3, Osmanli Devleti 1600-1908, Istanbul, Cem,1988, σ.σ. 73-185). Σε αυτήν την περίοδο επιχειρήθηκαν αλλαγές στην εκπαίδευση, κυρίως με την ίδρυση στρατιωτικών σχολών και δρομολογήθηκαν κοινωνικές αλλαγές στο δημόσιο τομέα.

[12] Ο ποταμός Άλυς (Κιζίλιρμακ) διασχίζει τη Μικρά Ασία σχεδόν στη μέση της. Το κείμενο έχει γραφτεί στις 12/8/1912.

[13] Πηγή του παρόντος θέματος, το ο.π. βιβλίο του κ.Μήλλα, σελ.19-30, και των σημειώσεων-βιβλιογραφίας, οι σελίδες 42-49.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λόγω τεχνικού προβλήματος τα σχόλια δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθούν από το προηγούμενο blog και έτσι τα έχω αντιγράψει στο παρόν blog και τα έχω συμπεριλάβει στο πρώτο σχόλιο. Αριθμός αρχικών σχολίων: 34.

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2007

Δεν υπάρχει έθνος με καθαρή ιστορία

Δεν υπάρχει έθνος με καθαρή ιστορία...

γράφει ο Oktay Eksi

Ο κόσμος σήμερα είναι πολύ μικρός.
Εύκολα μαθαίνουμε πράγματα που αφορούν τους άλλους.
Φυσικά, αυτό δεν συμβαίνει πάντα και υπάρχουν φορές που νιώθει κανείς την ανάγκη να πει "ευτυχώς που δεν συμβαίνει πάντα έτσι".
Λόγου χάρη, η τουρκική κοινή γνώμη δεν γνωρίζει πως η 14η Σεπτεμβρίου στην Ελλάδα και στη νότια πλευρά της Κύπρου έχει καθιερωθεί ως ημέρα μνήμης για τη μαζική εκτέλεση των Ελλήνων της Ανατολίας από τους Τούρκους.
Όταν πριν από μερικά χρόνια το θέμα δημοσιεύτηκε στον τουρκικό Τύπο, δεν έλαβε διαστάσεις σημαντικής είδησης.

Σύμφωνα με τα δημοσιεύματα εκείνης της εποχής, αν και είχε γίνει προσπάθεια να περάσει η καθιέρωση της συγκεκριμένης ημέρας με νομοσχέδιο, τελικά έγινε με προεδρικό διάταγμα. Το θέμα κάλλιστα θα μπορούσε να είχε ξεχαστεί, εάν στις 22 Νοεμβρίου 2003 δεν είχε ψηφιστεί ένα άλλο νομοσχέδιο, αυτή τη φορά από την ελληνοκυπριακή Βουλή, για την καθιέρωση της συγκεκριμένης ημέρας μνήμης. Στο νόμο που δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα της Κυβέρνησης" της ελληνοκυπριακής διοίκησης, στο φύλλο της 5ης Δεκεμβρίου 2003, αναφερόταν: "Ο κυπριακός (ελληνοκυπριακός) λαός αναγνωρίζει τη 14η Σεπτεμβρίου ως μέρα μνήμης και τιμής της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας (Ανατολίας), το 1922".

Αν το λέγατε αυτό σε έναν Τούρκο πολίτη, θα σας απαντούσε με έκπληξη:

"Μα, τι έγινε στις 14 Σεπτεμβρίου 1922;".

Αν όμως τον ρωτούσατε τι έκανε ο ελληνικός στρατός που αποβιβάστηκε στις 15 Μαΐου 1919 στη Σμύρνη, θα σας διηγούνταν ιστορίες που θα σας γύριζαν τα άντερα. Όπως ακριβώς και με τις ιστορίες που περιγράφουν τις δολοφονίες πολλών αθώων Τούρκων από την ΕΟΚΑ μεταξύ του 1955 και του 1974.

Αν πάρετε στα χέρια σας και ξεφυλλίσετε ένα ελληνικό βιβλίο ιστορίας, θα βρείτε μέσα του αντίστοιχο υλικό για τη 14η Σεπτεμβρίου 1922 και για άλλες μέρες, πράγματι.

Αν διαβάσετε την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης από Έλληνες ιστορικούς -και από κάποιους Δυτικούς όπως οι W.C. Taylor και William St.Clair- θα μάθετε πως οι Οθωμανοί έχουν σφάξει δεκάδες χιλιάδες αθώους Έλληνες.

Αν όμως διαβάσετε ιστορικούς όπως οι C.M. Woodhouse, George Finlay, David Howarth, Salahi R. Sonyel και Justin McCarthy, θα καταλήξετε στο συμπέρασμα ότι ισχύει και το αντίθετο.

Τη στιγμή που εσείς καταριέστε τους Τούρκους για τις δολοφονίες αθώων Ελλήνων και οι Τούρκοι καταριούνται τους Έλληνες για τους αθώους ομοεθνείς τους που δολοφονήθηκαν.

Οι Τούρκοι θυμούνται ακόμα τις τόσες σφαγές που έκαναν σε διάφορα χωριά και κωμοπόλεις της Ανατολίας οι Έλληνες στρατιώτες τους πρώτους τέσσερις μήνες μετά την είσοδό τους στη Σμύρνη, στις 15 Μαΐου 1919, με σκοπό την κατοχή της περιοχής.
Είναι γραμμένα στην έκθεση της Επιτροπής που συστάθηκε σύμφωνα με το Συνέδριο του Παρισιού και στην οποία έπαιρναν μέρος οι αντιπρόσωποι των Συμμαχικών Δυνάμεων -ναύαρχος M.L. Bristol (ΗΠΑ), στρατηγός H.R. Hare (Αγγλία), στρατηγός Bonust (Γαλλία), στρατηγός A. Dall'Οlio (Ιταλία) -, δεν τα έχουν γράψει, δηλαδή, Τούρκοι ιστορικοί ή ξένοι που βλέπουν με συμπάθεια τους Τούρκους.

Σκεφτείτε, λοιπόν: πώς θα σας φαινόταν αν έπαιρνε μια παρόμοια απόφαση το τουρκικό Κοινοβούλιο για τους Έλληνες και τους Ελληνοκυπρίους;

Αν, για παράδειγμα, καθιέρωνε "ημέρα μνήμης" για τα 1.700 θύματα της Μενεμένης στις 18 Ιουνίου 1919, για τα 9.716 θύματα του Αϊδινίου στις 25 Ιουνίου 1919 και για τα 5.550 θύματα της Γιάλοβας την ίδια περίοδο;

Αν κάθε χρόνο υπήρχε μέρα μνήμης, λίγες μέρες πριν από τα Χριστούγεννα, για να μην ξεχαστεί η σφαγή που οργανώθηκε και εκτελέστηκε από την ΕΟΚΑ στην Κύπρο, την 21η Δεκεμβρίου 1963, πώς θα σας φαινόταν;

Το ερώτημα ουσιαστικά είναι ένα: σκοπός μας είναι η διαιώνιση του μίσους μεταξύ των δύο εθνών ή η εξάλειψή του με στόχο να ζούμε ειρηνικά και φιλικά; Επομένως; Δεν πρέπει να ξεχνάμε την παρακάτω πραγματικότητα: δεν υπάρχει έθνος με καθαρή ιστορία. Αρα, αντί να συγκρουόμαστε για τις βρομιές του παρελθόντος, καλύτερα να κουβεντιάζουμε για το πώς θα δημιουργήσουμε ένα καθαρό μέλλον.


Ο Oktay Eksi είναι ο κορυφαίος αρθρογράφος της "Χουριέτ" και πρόεδρος του Συμβουλίου Τύπου της Τουρκίας.

*****

Όταν λέμε μικρασιατική εκστρατεία ή προέλαση του ελληνικού στρατού τι εννοούμε;

Το ίδιο μάλλον που λένε οι απέναντι με το "η απελευθέρωση της Σμύρνης"...

Δέχομαι να κρίνει κάποιος την ιστορία με εθνικά κριτήρια.

Δεν δέχομαι όμως να επιβάλλει τα εθνικά του ιδεολογήματα ως ιστορία.

Και οι έλληνες και οι τούρκοι θεωρούν εαυτούς αιώνια θύματα και τους απέναντι ως ανθρωπόμορφα κτήνη.

Ευχαριστώ, δεν θα πάρω.

doctor