Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2007

Κλειστό λόγω διακοπών



Ο φόρτος εργασίας, αλλά κυρίως η επικείμενη γέννηση της δεύτερης κόρης μου (στις 2 Ιανουαρίου) με ό,τι αυτό συνεπάγεται (ψώνια, ετοιμασίες κ.λπ.) έχουν μειώσει κατά πολύ τον ελεύθερο χρόνο μου.
Θα ετοιμάζω χαλαρά τα επόμενα ποστ συλλέγοντας υλικό.
Ως τότε, εύχομαι σε όλους χρόνια πολλά και καλή χρονιά.

doctor

Y.Γ. ... και όσοι βγείτε για clubbing, προτιμήστε την Στοκχόλμη από το Newcastle:
Swedish versus British Nightclubs Can you tell the difference?
http://www.jacatu.de/wbb2/t7850-swedish-versus-british-nightclubs.html

Πέμπτη 13 Δεκεμβρίου 2007

Ο Έρμαν Έσσε γράφει στους συμπατριώτες του


Έρμαν Έσσε, 1877-1962



"Αν λοιπόν εσείς, εσύ και συ εκεί, αισθάνεσθε πόνους, αν δεν νιώθετε καλά στο σώμα ή την ψυχή, αν σας πιάνει φόβος, διασθάνεσθε κίνδυνο, γιατί δεν θέλετε, έστω και μόνο γι’ αστείο και από περιέργεια, από σωστή υγιή περιέργεια, να κάνετε κάποτε την δοκιμή να βάλετε διαφορετικά το ερώτημα;
Γιατί δεν θέλετε κάποτε να εξερευνήσετε μήπως ο πόνος βρίσκεται σε σας τους ίδιους;
Υπήρξε εποχή που όλοι σας για λίγο είχατε την πεποίθηση και ήσασταν βέβαιοι για τη στάση σας- ότι ο Ρώσος είναι εχθρός σας κι η πηγή κάθε κακού.
Κι αμέσως μετά ήταν ο Γάλλος και μετά ο Άγγλος και μετά κάποιοι άλλοι και ήσασταν πάντα πεισμένοι και βέβαιοι και ήταν πάντα μια θλιβερή κωμωδία που κατέληγε στην αθλιότητα.
Αφού καταλάβατε ότι οι ενδόμυχοι πόνοι δεν θεραπεύονται φορτώνοντας την ενοχή σε έναν εχθρό, γιατί δεν αναζητάτε τους πόνους σας εκεί που βρίσκονται; Μέσα σας;
Ίσως να μην είναι ο λαός που σε πονά, ούτε η πατρίδα, ούτε η κοσμοκρατορία, ούτε ακόμα η δημοκρατία.
Ίσως να’ναι ο εαυτός σου, το στομάχι σου ή το συκώτι σου, ένα οίδημα ή ένα καρκίνωμα μέσα σου και δεν πρόκειται παρά για νηπιακό φόβο όταν προσποιείσαι μπροστά στην αλήθεια και στο γιατρό πως, εσύ μεν, είσαι ολότελα υγιής, μα δυστυχώς σε συνθλίβει τόσο πολύ ένα πάθημα του λαού σου;
Μα το θεωρείτε εγωιστικό και μικροπρεπές να παρατήσετε την πατρίδα και να θεραπεύσετε τον εαυτό σας.
Δεν νομίζετε πως τελικά μια πατρίδα είναι υγιέστερη και ευδοκιμεί καλύτερα, όταν δεν προβάλλει μέσα σε αυτήν ο κάθε άρρωστος τις δικές του ατέλειες, κι όταν δεν την γιατροκομεί ο κάθε πάσχων;

(Έρμαν Έσσε , «η αγωνία ενός πολιτισμού», εκδόσεις Νεφέλη, σελ.49-50).





Ο Χέρμαν Έσσε γεννήθηκε στις 2 Ιουλίου 1877 στον Μέλανα Δρυμό της Γερμανίας.
Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στο Calw (όπου και γεννήθηκε) εκτός από ένα διάστημα 6 ετών που έζησε στην Βασιλεία (1880-1886). Στην ηλικία των 19 ετών δούλεψε σε βιβλιοπωλεία στο Τούμπινγκεν και στην Βασιλεία.
Το 1899 εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, μια μικρή ποιητική συλλογή, η οποία συνεχίστηκε με άλλες μικροεκδόσεις που πέρασαν απαρατήρητες, έως το 1904, που εκδίδεται στην Ελβετία το βιβλίο του Πέτερ Κάμενσιντ και γνωρίζει γρήγορα μεγάλη επιτυχία.
Τότε ο Έσσε εγκαταλείπει την δουλειά του βιβλιοπώλη, παντρεύεται και μετακομίζει στην εξοχή. Η ζωή κοντά στην φύση συνεχίστηκε μέχρι το 1912 που περνάει στην Ελβετία, βασικά λόγω της σύγκρουσης του με το Γερμανικό εθνικισμό.
Αρκετά χρόνια μετά εξακολουθεί να δέχεται υβριστικά γράμματα από την Γερμανία και τα βιβλία του που καταστράφηκαν στην περίοδο του Χιτλερισμού, πολλά χρόνια μετά δεν επανεκδόθηκαν.
Ο βαθύς του ανθρωπισμός και η κριτική του σκέψη τον τοποθέτησε στις κορυφές της Γερμανόφωνης Λογοτεχνίας. Όπως δήλωσε ο ίδιος επηρεάστηκε από την φιλοσοφία των Σπινόζα, Σοπενάουερ και Νίτσε αλλά περισσότερο από τις ανατολίτικες φιλοσοφίες των Ινδών και αργότερα των Κινέζων.
Το κορυφαίο μυθιστόρημα του Έσσε είναι το "Ντέμιαν" (1919), την σπουδαιότητα του οποίου ο Τόμας Μαν παρέβαλε με τον "Οδυσσέα" του Τζαίημς Τζόϋς.
Έχει κερδίσει το βραβείο Goethe στην Φρανκφούρτη το 1946, το βραβείο Νόμπελ για την λογοτεχνία την ίδια χρονιά, και τέλος το βραβείο Ειρήνης των Γερμανών Βιβλιοπωλών το 1955.
Μετά από το βραβείο νόμπελ δεν έγραψε σημαντικά έργα.
Πέθανε καθώς κοιμόταν στις 9 Αυγούστου του 1962 σε ηλικία 85 ετών.

doctor

Πέμπτη 6 Δεκεμβρίου 2007

Το παιχνίδι με τον χρόνο



Αυτές τις μέρες διαβάζω ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο. Συγγραφέας είναι ο Παντελής Λέκκας [1] και ο τίτλος του βιβλίου είναι "Το παιχνίδι με τον χρόνο, Εθνικισμός και νεωτερικότητα" [2]. Πρόκειται για μια νηφάλια και επιστημονική προσέγγιση του φαινομένου της "εθνογένεσης και εθναφύπνισης" (αναλόγως με το πως εκλαμβάνεται η έννοια του έθνους), πλήρως απηλλαγμένη από στερεότυπα και καθεστωτικές σκέψεις.
Αυτό που εντυπωσιάζει, είναι ο άψογος και πολύ καλός χειρισμός της ελληνικής γλώσσας εκ μέρους του κ.Λέκκα.
Παρουσιάζω σήμερα, ένα μικρό χαρακτηριστικό απόσπασμα:

"Ο εθνικισμός χρησιμοποιεί το παρελθόν για τους δικούς του σκοπούς. Το χρησιμοποιεί όμως ευφάνταστα και δημιουργικά, επειδή παρακινείται όχι από την πραγματικότητα του έθνους, αλλά από την ιδέα του έθνους. Οι ασυνέχειες εξομαλύνονται και η συνέχεια του χρόνου (του εθνικού χρόνου) εξασφαλίζεται ιδεολογικά.
Εκείνο που κάνει ο εθνικισμός, με το μισό βλέμμα στραμμένο πάντοτε σε τωρινές κι αυριανές ανάγκες, είναι να αποκολλά επιλεκτικά από το ενιαίο παραδοσιακό παρελθόν κάποιες από αυτές τις ετερογενείς, πολυσχιδείς και αλληλοεπικαλυπτόμενες συλλογικότητες για να νομιμοποιήσει υπαρκτές ή επίδοξες συσσωματώσεις του παρόντος.
Ο εθνικός κόσμος του παρόντος, απαιτεί τα έθνη που περιέχει και στα οποία είναι ή πρέπει να είναι διαιρεμένος, να διαθέτουν την δική τους το καθένα ιστορία.
Για να επιτευχθεί όμως κάτι τέτοιο, τα πολύμορφα και ανάμικτα σπαράγματα του πολύπλοκου παραδοσιακού παρελθόντος, όλες οι υπονομευμένες ή ήδη κονιορτοποιημένες από την πρόοδο του εκσυγχρονισμού μορφές συλλογικότητας και αλληλεγγύης που συναντά η εθνικιστική ιδεολογία στις ιστορικές της εξερευνήσεις, τήκονται και κρυσταλλώνονται εκ νέου στο δικό της χωνευτήρι.
[...]
Για να καταστεί ανάγλυφη η ιστορικότητα της εθνικής ιστορίας, απαιτείται η εκδρομή εκτός του αξιακού και νοηματικού κόσμου που πλάθει ο ίδιος ο εθνικισμός.
Τούτο σημαίνει ότι οφείλουμε να πάρουμε την μεγαλύτερη δυνατή απόσταση από τις δικές του κατεστημένες αρχές.
Προϋποθέτει, δηλαδή, την συνειδητή απόφαση να αντιμετωπίσουμε ως προβληματικό ό,τι έφθασε να ηχεί στ’αυτιά μας φυσιολογικό και αυτονόητο, χάρη ακριβώς στην καθολική επιτυχία της εθνικιστικής κοσμοαντίληψης στον σύγχρονο κόσμο" [3].

doctor

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λόγω τεχνικού προβλήματος τα σχόλια δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθούν από το προηγούμενο blog και έτσι τα έχω αντιγράψει στο παρόν blog και τα έχω συμπεριλάβει στο πρώτο σχόλιο. Αριθμός αρχικών σχολίων: 66.

_________________________________________________________

[1] Ο Παντελής Λέκκας γεννήθηκε το 1960 στην Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Σάσσεξ και στο Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ. Έχει διδάξει "Ιστορική Κοινωνιολογία και Σύγχρονη Κοινωνική Θεωρία" στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Σήμερα διδάσκει στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.

[2] "Το παιχνίδι με τον χρόνο, Εθνικισμός και νεοτερικότητα".
Περιγραφή του βιβλίου:
Ο εθνικισμός είναι εκείνη η σύγχρονη ιδεολογία που νομιμοποιεί την πολιτική με πολιτισμικά επιχειρήματα που αντλεί απο το παρελθόν. Ωστόσο, η αναδρομή του εθνικισμού στο παρελθόν έχει να κάνει περισσότερο με τον νεοτερικό χαρακτήρα της συγκεκριμένης ιδεολογίας παρά με την ανέκαθεν ισχύ της Εθνικής Ιδέας.Πρόκειται λοιπόν για μια μορφή ιστορικής αναδρομής που είναι πρωτίστως συνδεδεμένη με την διαδικασία του κοινωνικού εκσυγχρονισμού, με την παρέλευση των παραδοσιακών μορφών κοινωνικής οργάνωσης και αλληλεγγύης. [...] Ο νεοτερικός χαρακτήρας της εθνικιστικής δεοντολογίας σβήνει στο βάθος του χρόνου και το πρόσταγμα του εθνικισμού προσλαμβάνεται τελικά ως το φυσιολογικό συμπέρασμα στο οποίο φαίνεται να οδηγεί η ιστορία. Όσο αυτονόητο κι αν ακούγεται σήμερα κάτι τέτοιο, έχει την δική του ιστορία και την δική του λογική. Από την μία πλευρά έχει να κάνει με την εμφάνιση και την επιτυχία των σχετικών απόψεων στη σύγχρονη εποχή, ενώ από την άλλη σχετίζεται με την διατύπωση μιας συγκεκριμένης επιχειρηματολογίας που υποστηρίζει την εθνική θέαση του παρελθόντος. Το βιβλίο αναφέρεται σε αυτό ακριβώς το παιχνίδι του εθνικισμού με τον χρόνο επιχειρώντας να ερευνήσει τη μήτρα στην οποία τυποποιούνται τα ιστορικά του επιχειρήματα - και να καταδείξει έτσι το νεοτερικό χαρακτήρα της ίδιας της παραγωγής τους, δηλαδή την ποιοτική διαφορά που τα χωρίζει από την παράδοση στην οποία παραπέμπουν.

[3] "Το παιχνίδι με τον χρόνο", Π.Λέκκας, σελ.9-15.

Παρασκευή 30 Νοεμβρίου 2007

Νεο-Σοβινιστές



Το παρακάτω άρθρο που παραθέτω, έχει γραφτεί πριν 21 χρόνια, στο Βήμα, από τον Νίκο Δήμου.
Σαν να μην πέρασε μια μέρα.
Καμία βελτίωση στην κοινωνία μας.
Το αντίθετο: Επιδείνωση και εσχάτως εκπροσώπηση αυτών των παρωχημένων ιδεών στο ελληνικό κοινοβούλιο:


Νεο-σοβινιστές

Και ενώ πάμε από το κακό στο χειρότερο — να και η άλλη πληγή του έθνους, οι σοβινιστές και οι εθνοκάπηλοι!
Επανέρχονται βελτιωμένοι και επηυξημένοι, σε πολλαπλές νέες εκδόσεις.
Κάπως είχαν λουφάξει μετά τη δικτατορία, κάπως είχαν αναγκασθεί να περιορίσουν τη μεγαλοστομία τους μετά το μνημειώδες κιτς της Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών. Όμως —όπως και η Ελλάδα— και αυτοί ποτέ δεν πεθαίνουν. Μόνο λίγο καιρό ξαποσταίνουν.

Υπάρχουν πολλά είδη.
Τα πιο ακίνδυνα είναι τα εντελώς ευτράπελα.
Παρακολουθώ, με πολλή αγωνία, τη σαρωτική επέλαση των υπέρμαχων της ελληνικότητας του αλφαβήτου μας εναντίον της σύγχρονης επιστήμης.
Η οποία έχει το θράσος να ισχυρίζεται (άκουσον ! άκουσον !) ότι το ελληνικό αλφάβητο κατάγεται από το φοινικικό.
Φλογερά άρθρα, μακροσκελείς επιστολές στον Τύπο, ακόμα και μηνύσεις εναντίον καθηγητών της γλωσσολογίας, επειδή τολμούν να υιοθετούν τις “αντεθνικές” θεωρίες.
Μπορεί να σκεφθείτε πως δεν έχει σημασία από που κατάγεται το ελληνικό αλφάβητο, αλλά το ΤΙ γράφτηκε στο αλφάβητο αυτό. (Από ό,τι ξέρω οι Φοίνικες δεν είχαν ούτε Πίνδαρο ούτε Πλάτωνα...). Κάνετε λάθος. Δεν μας καίει μόνο η πρωτιά.
Πρόκειται για την καθαρότητα και αυθεντικότητα της φυλής. (Καθότι, αυτοί οι Φοίνικες, κομμάτι μελαψοί ήσαν, κάτι σαν Άραβες. Κοντολογίς, μιάσματα). Κι έτσι υπερασπιζόμαστε την ελληνικότητα των Ελλήνων στις στήλες αλληλογραφίας και στα δικαστήρια...
Αλλά ο μόνος τρόπος να καταδειχθεί αυτή η περιβόητη ελληνικότητα, είναι η δημιουργική πράξη του σήμερα. Είστε μικρανεψιός του Αριστοφάνη;
Εδώ — γράψτε μια σύγχρονη κωμωδία! (Και πάψτε να ασελγείτε στις παλιές!).
Ανάλογα ανόητοι, αλλά λιγότερο φαιδροί, είναι αυτοί που ανησυχούν μόλις ξανακουσθεί το όνομα Φαλλμεράγιερ. Ήταν χαρακτηριστικές οι αντιδράσεις που γέννησε η πρόσφατη δημοσίευση (για πρώτη φορά στην Ελλάδα — λες και έγραφε για τους Λάπωνες!) ενός μικρού μέρους του έργου του.

Φυσικά, ο Φαλλμεράγιερ ήταν υπερβολικός στις γενικεύσεις του. Αλλά ακόμα πιο υπερβολικοί ήταν (και παραμένουν) οι αντίπαλοι του. Λες και αν αποδειχθεί πως υπάρχει ένα ποσοστό σλαβικό (ή άλλο) αίμα στις φλέβες τους, θα μειωθεί η αξία αυτού που είναι κι αυτού που κάνουν!
Τι φυλετικός φανατισμός κρύβεται, πίσω από μια τέτοια στάση!
Άλλο (προνομιούχο) πεδίο δράσης των εθνοκάπηλων είναι, η σχέση μας με την Τουρκία. Σύμφωνοι, υπάρχουν διαφορές. Αλλά δεν βοηθάει καθόλου στην επίλυση τους το να χαρακτηρίζονται οι Τούρκοι μπουνταλάδες, απολίτιστοι και βάρβαροι (σε σύγκριση με εμάς τους πανέξυπνους και πολιτισμένους). Είναι βέβαια ένας εύκολος (και φτηνός) τρόπος να εισπράξουμε χειροκρότημα.

Αλλά η καλλιέργεια του μίσους δεν οδήγησε ποτέ πουθενά.
Ούτε και η απόκρυψη της αλήθειας.
Γιατί κάθε σοβινισμός βασίζεται στο ψέμα.

Παραμορφώνει τα γεγονότα, αποσιωπά την ιστορία, στρεβλώνει την επιστήμη — για να καλλιεργήσει ευχάριστες (και αποπροσανατολιστικές) αυταπάτες.
Καταφεύγει στο (εξιδανικευμένο) παρελθόν για να εξωραΐσει το παρόν.
Κι έτσι καταργεί το μέλλον.


Το ίδιο κάνουν και μερικοί αξιόλογοι διανοούμενοι που, σε πρώτη ματιά, δεν μοιάζουν σοβινιστές. Είναι σοβαροί και ήπιοι — και για τούτο πιο επικίνδυνοι. Πρεσβεύουν πως οι Έλληνες, λόγω Ιστορίας και παράδοσης, είναι “άλλου είδους” άνθρωποι — και ως εκ τούτου δεν τους ταιριάζει ο ευρωπαϊκός (και νυν παγκόσμιος) πολιτισμός. Είναι οι (πάσης φύσεως) υπέρμαχοι της ιδιαιτερότητας των Ελλήνων. Που πρέπει πάλι να αναζητήσουν το μέλλον τους στο παρελθόν. Όχι το αρχαίο τώρα, αλλά κάποιο σκοτεινό, ανατολικοβυζαντινό.

Αν βέβαια με ιδιαιτερότητα εννοούμε γλώσσα, θρησκεία, παράδοση — αυτή την ιδιαιτερότητα την έχει και την καλλιεργεί κάθε λαός, από τους Ολλανδούς ως τους Ιάπωνες, χωρίς να απορρίπτει όλα τα επιτεύγματα του ανθρώπινου πνεύματος. Αν όμως πιστεύουμε πως εμείς είμαστε τόσο ξεχωριστοί, που πρέπει να εφευρεθούν νέες μορφές σκέψης και ζωής για μας, τόσο αλλιώτικοι που πρέπει να κλείσουμε τα σύνορα και να απομονωθούμε στην “ιδιαιτερότητα” μας — τότε είμαστε και σοβινιστές και ανεδαφικοί και άρρωστοι.
Γιατί αρρώστια είναι για μια κοινωνία η αποφυγή του παρόντος και η φυγή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν.
Αρρώστια είναι να απορρίπτεις τα πάντα: τον ορθολογισμό, την επιστήμη, την τεχνολογία, κάθε υπαρκτή μορφή κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης — χωρίς να έχεις τίποτα να τους αντιπαραθέσεις, παρά μόνο νεφελώδεις ουτοπίες.
Αρρώστια είναι η προσφυγή σε δήθεν ιδιαιτερότητες για να δικαιολογήσουμε τις αποτυχίες μας. Αρρώστια η αναζήτηση της απομόνωσης και της παλινδρόμησης.
Πολλά χρόνια μας είχαν ταλαιπωρήσει οι θεωρίες του “περιούσιου λάου” — τώρα μας έρχονται πάλι, από την πίσω πόρτα.
Πάντα φερόμασταν σαν τα χαϊδεμένα παιδιά της οικουμένης, που θέλουν ιδιαίτερη μεταχείριση. (Μόνον εμείς δημιουργήσαμε την έννοια “μισέλληνες”, για όσους “δεν μας αγαπούν”). Το 'χω ξαναπεί: Είναι καιρός να μεγαλώσουμε.

Βήμα 21.9.1986
Πηγή: http://www.ndimou.gr/articledisplay.asp?time_id=172&cat_id=16

doctor

Τρίτη 27 Νοεμβρίου 2007

Ενσυναίσθηση


Ιstanbul

«Φωτογραφίες» από την τουρκική λογοτεχνία, μια προσπάθεια "ενσυναίσθησης", μια προσπάθεια εισόδου στις σκέψεις του "απέναντι".
Χωρίς διαμέσους, αλλά με στόχευση απευθείας στην πηγή, χάρη σε έναν Καθηγητή, τον κ.Μήλλα.
Η εθνική σκέψη στη χώρα μας, μεταφέρει (αφού κινείται σε υποκειμενικά μονοπάτια) μια διαθλασμένη εικόνα της πραγματικότητας της γείτονος χώρας, ειδικά όταν βαφτίζει ως "ειδικούς" και ως τουρκολόγους, ανθρώπους που είναι μισαλλόδοξοι και φανατικοί, π.χ. Νεοκλής Σαρρής.
Το βιβλίο του κ.Μήλλα ("Εικόνες ελλήνων και τούρκων"), είναι κάτι το ασύλληπτο, είναι ένα απόσταγμα, είναι ένα αριστούργημα και το συνιστώ σε όλους.
Παραθέτω στην συνέχεια 6 χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την τουρκική λογοτεχνία.
Τα δύο πρώτα εκφράζουν τον εθνικισμό και το μίσος, δαιμονοποιούν τον "άλλον" και θα σας θυμίσουν πολλές αντίστοιχες διηγήσεις των δικών μας εθνικιστών, το ίδιο ρηχές και το ίδιο ποτισμένες με μίσος.
Τα τρία επόμενα εκφράζουν τον ανθρωπισμό (το "τρεμάμενο σώμα" που γράφει ο Τριαρίδης, το "ιερό σώμα" του Βενέζη) και τα θεωρώ ως "λίπασμα" στο δέντρο της ειρήνης και της συναδέλφωσης.
Στο τέλος, παραθέτω την μαρξιστική προσέγγιση (από τον μεγάλο Ναζίμ Χικμέτ) που και αυτή, πέρα από τις υπεραπλουστεύσεις και την μονομέρειά της, έχει να προσφέρει πάρα πολλά.

1) Ο Γιακούμπ Καντρί Καραοσμάνογλου [Yakup Kadri Karaosmanoğlu (1889—1974)], υπήρξε στενός συνεργάτης του Ατατούρκ, υπηρέτησε ως πρέσβης στο εξωτερικό και υπήρξε βουλευτής. Έγραψε 8 μυθιστορήματα και 2 συλλογές διηγημάτων.

Στα απομνημονεύματα του συγγραφέα οι κρίσεις είναι υπερβολικές. Ο εχθρός (σ.σ. οι έλληνες) ασκεί βία σχεδόν χωρίς πρακτική σκοπιμότητα αλλά από «ένστικτο»:

«Είδε τα ανθρώπινα κόκαλα που είχαν ανακατωθεί με τα καμένα ξύλα, όπως και τα πτώματα των γυναικών (σ.σ. τουρκάλες) , τα οποία ήταν καρφωμένα από το στήθος τους στα δέντρα… Ο εχθρός (σ.σ. ο ελληνικός στρατός) είχε πυρπολήσει αυτή την κωμόπολη με μόνο σκοπό να ικανοποιήσει τα βάρβαρα ένστικτά του» [1].

Σχετικά με τα θύματα πολέμου, διαβάζουμε:

«Κοιτάζω τι έμεινε από τους Έλληνες. Για μια στιγμή η καρδιά μου πάει να λυπηθεί, αλλά μεμιάς γεμίζει με μεγάλο μίσος, και αυτό το μίσος μετατρέπεται με την ίδια ταχύτητα σε θυμό. Σκέφτομαι ότι αυτό το πτώμα δύο χρόνια πριν ήταν ένας νέος που ζούσε στην Ελλάδα…
Τι γύρευε εδώ;
Στο όνομα ποιου θεού πέθανε;
Αν πήρε θέση σε αυτή την καταστροφή παρά τη δική του κρίση και θέληση, τότε σε τι διαφέρει από τα πτώματα ζώων που σαπίζουν λίγο παραπέρα μέσα στα ίδια χώματα, βγάζοντας τις ίδιες μυρωδιές;
Αν πάλι έχει έρθει με δική του θέληση, τότε σε τι διαφέρει από τους ληστές που σκοτώνουμε στο κατώφλι του σπιτιού μας και που απειλούν τη ζωή και την περιουσία μας;»
[2].

2) O Τάρικ Μπούγρα [Tarık Buğra (1918-1994)], ένας από τους γνωστότερους τούρκους μυθιστοριογράφους, έχει εκδώσει 10 μυθιστορήματα και 3 συλλογές διηγημάτων. Στον «Μικρό Οσμάν», γράφει: «Ο ελληνικός στρατός είχε εισχωρήσει μέσα στη χώρα με μια θύελλα βιαιότητας που η ανθρωπότητα δεν είχε ξαναδεί… Οι Ρωμιοί και οι Αρμένιοι χτυπούν πισώπλατα έχοντας εξασφαλίσει την εύνοια των μεγάλων κρατών»[3].

3) O Μεχμέτ Έρογλου [Mehmet Eroğlu (1948-)] παρουσιάζει έναν νέο ο οποίος μέσα σε συνθήκες πολέμου υποχρεώνεται να σκοτώσει τον «Άλλο» και τελικά βιώνει μια θλίψη και μια μίζερη αντιπαλότητα με το άμεσο περιβάλλον του. Η σκηνή της συνάντησης με τον «Άλλο», τον Ελληνοκύπριο, είναι δραματική:

«Επίθεση!
Και βλέπω τον εχθρό.
Δεν είναι μια αφηρημένη έννοια.
Είναι εδώ, εμπρός μου.
Ορμάμε οι μεν κατά των δε…
Ο καθένας από μας επιλέγει το θύμα του ή τον δήμιο του…
Ένας άντρας με μαύρα μουστάκια και μπλε στολή είναι εμπρός μου.
Αυτός είναι ο δικός μου, σκέφτομαι.
Το θύμα μου ή ο δήμιός μου.
Αλλά τον γνωρίζω εγώ αυτόν τον άνθρωπο, είναι ένας από αυτούς που έχω συνηθίσει να βλέπω γύρω μου…
Ήμασταν δύο άνθρωποι, δύο ζωντανά του ίδιου είδους.
Νιώθω βαθιά τη μεταμέλεια.
«Σε ξέρω», του φωνάζω.
«Εσύ είσαι ένας άνθρωπος» [4].

4) O Ντεμίρ Οζλού [Demir Özlü (1935-)] μπορεί να θεωρηθεί ο συγγραφέας του Πέρα [5]. Είναι λάτρης της περιοχής και στα έργα του αναφέρεται πολύ συχνά σ’αυτή, στις εκκλησίες της, στους κατοίκους της, με μια σπάνια παρατηρητικότητα και ενσυναίσθηση. Στο διήγημά του «Στο Εσωτερικό», ο συγγραφέας, επισκέπτεται μια ελληνορθόδοξη εκκλησία και μας την παρουσιάζει. Η εκκλησία είναι ένας χώρος λύτρωσης και ηρεμίας, ένα καταφύγιο:

«Αυτό είναι λοιπόν το κτίριο. Ο Άγιος Δημήτριος. Στα Τατάβλα. Χτίστηκε με ένα φερμάνι ή καλύτερα με μια άδεια του σουλτάνου το 1724… Στην εξωτερική αυλή, καθώς στέκεσαι κοντά στον τοίχο και παρατηρείς από αυτή τη γωνία την εκκλησία, νιώθεις μια γαλήνη που δεν την βρίσκεις πουθενά. Οι διαστάσεις αυτού του ναού το δημιουργούν αυτό…
Όταν έβγαλα το σημειωματάριό μου και άρχισα να ζωγραφίζω με το μολύβι μου τα παράθυρα με πλησίασε ανήσυχος (ο φύλακας):

- Τι θέλετε παρακαλώ;

Προσπάθησα να βάλω σε τάξη την ακατάστατη συνείδησή μου και απάντησα:

- Δεν είμαι εχθρός σας. Πιότερα είμαι φίλος σας. Ήρθα να δω το εσωτερικό. Έχω έρθει μέχρι την είσοδο του ναού και έχω δει το εξωτερικό του αρκετές φορές και τώρα θέλησα να δω το εσωτερικό. Μπορείτε να δείτε αυτό το ενδιαφέρον μου σαν ένα ενδιαφέρον αρχαιολογίας ή ιστορίας τέχνης…
Έχω μόλις αναρρώσει από μια ασθένεια.
Ξέχασα πολλά.
Τώρα θέλω να τα θυμηθώ: ψάχνω το παρελθόν μου, το παρελθόν μου που μπορεί να είναι γεμάτο από κακίες.
Κυκλοφορώ μέσα στη συνείδησή μου, και όχι τόσο μέσα στην εκκλησία σας. Να, αυτός είναι ο σκοπός μου» [6]



Sait Faik Abasiyanik

5) Ο κατεξοχήν εκπρόσωπος της ανθρωπιστικής έκφρασης είναι ο κορυφαίος Τούρκος συγγραφέας Σαΐτ Φαΐκ Αμπασιγιανίκ [Sait Faik Abasıyanık (1906-1954)] [7]. Παραθέτω δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Ιδού τα χέρια του, τα δάκτυλά του.
Ποιος είναι αυτός;
Είναι ολόιδιος σαν κι εσένα…
Τρώει ένα πορτοκάλι.
Τραγουδά.
Λέει ένα τραγούδι σε μια γλώσσα που δεν ξέρεις.
Κάπου πιάνεις μερικές λέξεις από τα τούρκικα που ξέρεις. «Καραπιμπερίμ, μπιμπερίμ, μπιμπερίμ».
Μετά «άσε πια τα πλούτη και τον Ιμπραήμ».
Τώρα είστε ο ένας απέναντι στον άλλο.
Άντε πια, αναγνώρισέ τον.
Κατάλαβε…
Μίλα γι’ αγάπη.
Θα συμβεί κάτι όχι όταν αυτός καταλάβει εσένα, αλλά όταν εσύ τον καταλάβεις («Yilan Uykusu”).

"Και τώρα πας να σκοτώσεις αυτό το παιδί, στο σπίτι του οποίου έφαγες πριν από τη διαμάχη και ένιωσες ότι ζει, όταν σε άγγιξε, και όλα αυτά για ένα αστέρι που έχει η σημαία σου.
Είναι φως φανάρι, ότι εγώ δεν αγαπώ τις σημαίες αλλά τους ανθρώπους»
(«Robenson») [8].



O τάφος του Ναζίμ Χικμέτ στην Μόσχα.
6) Ο παγκοσμίως γνωστός ποιητής Ναζίμ Χικμέτ [Nâzım Hikmet (1902-1963)] [9] στο μυθιστόρημά του «Είναι ωραίο να ζεις φίλε μου» αναφέρεται στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922. Σε κάποιο απόσπασμα, ταυτίζει τους απλούς «εργαζόμενους» έλληνες με τους τούρκους:
"Που να βρίσκεται άραγε τώρα, το 1925, ο καβαλάρης από τα Άδανα ο οποίος μπήκε πρώτος εκείνη τη ζεστή καλοκαιρινή μέρα στη Σμύρνη; Τι να κάνει; Σε ποιου αφέντη τσιφλίκι να δουλεύει σαν εργάτης, σαν δουλοπάροικος; Και που είναι οι έλληνες κομμουνιστές; Όχι αυτοί που ζήτησαν από τους έλληνες στρατιώτες να επαναστατήσουν, αυτοί εκτελέστηκαν από τα αποσπάσματα και τώρα κοιμούνται στα χώματα της Ανατολίας μαζί με τους τούρκους φαντάρους πλάι πλάι. Οι άλλοι, αυτοί που μπήκαν στις φυλακές; Είναι άραγε ακόμα πίσω από τα σίδερα σε κάποιο ελληνικό νησί;" [10]

doctor
_______________________________________________________________

[1] Yakup Kadri Karaosmanoğlu, “Anamin Kitabi”, İletişim, 1986, σελ.154..Πηγή, Ηρακλής Μήλλας, «Εικόνες ελλήνων και τούρκων», εκδόσεις «Αλεξάνδρεια», σελ.177,179.
[2] Yakup Kadri Karaosmanoğlu, “Anamin Kitabi”, İletişim, 1986, σελ.185..Πηγή, Ηρακλής Μήλλας,ο.π. σελ.179.
[3] Tarık Buğra, Ötüken, 1987, σελ.374. Πηγή, Ηρακλής Μήλλας, ο.π., σελ.188.
[4] Mehmet Eroğlu ÄIssızlığın Ortasında”, Can,1983, σελ.111. Πηγή, Ηρακλής Μήλλας, ο.π. σελ.231.
[5] Κωνσταντινούπολη είναι η μόνη πόλη στο κόσμο που βρίσκεται επί δύο ηπείρων, της Ευρώπης και της Ασίας. Ο Κεράτιος κόλπος χωρίζει την ευρωπαϊκή πόλη σε δύο τμήματα: την αρχαία πόλη (σημ. Eminonu) προς νότο, τον Γαλατά (Galata) και την αρχαία Πέρα (σημ. Beyoglu) προς βορρά - δηλαδή δεξιά του Κεράτιου και απέναντι επί της ασιατικής ακτής το Σκουτάρι (σημ. Üsküdar). Πηγή: wikipedia.
[6] Demir Özlü, «Öteki Günler Gibi Bir Gün», Πηγή: Ηρακλής Μήλλας,ο.π. σελ.231-232.
[7] Ο Σαΐτ Φαΐκ Αμπασιγιανίκ (
τουρκικά: Sait Faik Abasiyanik) (Ανταπαζάρι, 18 Νοεμβρίου 1906 - 11 Μαΐου 1954) ήταν ένας από τους μεγαλύτερους Τούρκους συγγραφείς διηγημάτων και ποίησης.
Έλαβε την εκπαίδευσή του στο διεθνώς φημισμένο λύκειο
Ιστανμπούλ Ερκέκ Λισεσί. Το 1928 γράφτηκε στο τμήμα Τουρκολογίας στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης, αλλά υπό την πίεση του πατέρα του έφυγε στην Ελβετία το 1930 για να σπουδάσει οικονομικά. Άφησε τις σπουδές και πήγε για τρία χρόνια στη Γκρενόμπλ της Γαλλίας, εμπειρία που είχε βαθύ αντίκτυπο στην τέχνη και τον χαρακτήρα του. Μετά την επιστροφή του στην Τουρκία δίδαξε Τούρκικα στο Αρμενικό Σχολείο για Ορφανά Halıcıoğlu, ενώ προσπάθησε να εκπληρώσει και την επιθυμία του πατέρα του να ανοίξει επιχειρήσεις αλλά απέτυχε. Μετά το 1934 αφοσίωσε τη ζωή του στη συγγραφή. Δημιούργησε μια δική του νέα γλώσσα και έφερε νέα πνοή στην Τουρκική διηγηματογραφία με τις σκληρές αλλά ανθρωπιστικές προσωπογραφίες εργατών, παιδιών, ανέργων, φτωχών. Μείζον θέμα στα έργα του ήταν η θάλασσα και περνούσε το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του στο Μπουργάζ Αντά (ένα από τα Πριγκιπόννησα στη Θάλασσα του Μαρμαρά). Ήταν τιμητικό μέλος της Διεθνούς Κοινότητας Μαρκ Τουέιν του Σεντ Λούις στο Μισσούρι.
Ο Σαΐτ Φαΐκ κληροδότησε την περιουσία του στο Σχολείο Darüşşafaka για ορφανά. Το ίδρυμα Σαΐτ Φαΐκ διευθύνεται ακόμη από το Σχολείο Darüşşafaka, το οποίο διατηρεί το σπίτι του στο Μπουργάζ ως Μουσείο Σαΐτ Φαΐκ και από το 1954 απονέμει το ετήσιο Λογοτεχνικό Βραβείο Σαΐτ Φαΐκ για την καλύτερη συλλογή διηγημάτων. Το πρώτο Λογοτεχνικό Βραβείο Σαΐτ Φαΐκ πήγε στο "Gazoz Ağacı" του Σαμπαχαττίν Κουντρέτ Ακσάλ. Το βραβείο έχει μεγάλο κύρος και έχει δοθεί μέχρι σήμερα σε μερικούς από τους καλύτερους Τούρκους συγγραφείς όπως οι Πινάρ Κίουρ, Τομρίς Ουγιάρ και άλλους. Πηγή: wikipedia.
[8] Ηρακλής Μήλλας, ο.π. σελ.225, 228-229.
[9] Ο Ναζίμ Χικμέτ (20 Νοεμβρίου 1901- 3 Ιουνίου 1963) ήταν Τούρκος ποιητής και δραματουργός, τα έργα του οποίου μεταφράστηκαν σε πολλές γλώσσες. Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και υπήρξε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Τουρκίας. Πέθανε στη Μόσχα από καρδιακή προσβολή.
[10] Nâzım Hikmet , «Υaşamak,güzel şey be kardeşim», Gün,1967. Ηρακλής Μήλλας, ο.π. σελ.215.

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2007

Η τουρκική εθνική ταυτότητα



Αυτές τις μέρες διαβάζω ένα υπέροχο βιβλίο με τίτλο «Εικόνες ελλήνων και τούρκων» [1]. Το βιβλίο έχει γράψει ο κ.Ηρακλής Μήλλας [2], Καθηγητής τουρκικής λογοτεχνίας και πολιτικής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Ο κ. Μήλλας έγραψε το βιβλίο, αφού διάβασε πάνω από 600 (!) έργα –σχολικά εγχειρίδια, βιβλία ιστορίας και ιδίως μυθιστορήματα- πάντα με γνώμονα την εικόνα του έλληνα.

Γράφει ο Σωτήρης Βανδώρος (Το ΒΗΜΑ, 01/12/2002 , Σελ.: S18):

«Ο Ηρακλής Μήλλας, έχει περάσει σχεδόν τη μισή ζωή του στην Τουρκία όπου γεννήθηκε και την άλλη μισή στην Ελλάδα, μετέχει εξίσου και στις δύο κουλτούρες, χωρίς να αισθάνεται υποχρεωμένος να απαρνηθεί κάποια από αυτές, έχει διδάξει ελληνικές σπουδές σε τουρκικό πανεπιστήμιο και τουρκικές σε ελληνικό, μεταφράζει, αρθρογραφεί και μετέχει σε κοινές συναντήσεις. Κοντολογίς, έχει όχι μόνο βιώσει στο πετσί του τις ελληνοτουρκικές σχέσεις από μια ιδιαίτερη θέση αλλά τις έχει μετατρέψει σε επιστημονικό αντικείμενο, επαγγελματική ενασχόληση και πεδίο δημόσιας παρέμβασης. Είναι ένας Ελληνοτούρκος. 'Η μήπως πρέπει να πω Τουρκοέλληνας; Ενώ το «Ελληνοαμερικανός» μάς φαίνεται φυσιολογικό, οι προηγούμενοι προσδιορισμοί ηχούν στ' αλήθεια παράξενα, κάτι μεταξύ τραγέλαφου και συγκεκαλυμμένης προσβολής.

Η. Μήλλας δεν μας καλεί να εγκαταλείψουμε τις εθνικές μας αφηγήσεις αλλά ισχυρίζεται ότι αξίζει τον κόπο να γνωρίσουμε τον «μύθο» της άλλης πλευράς, να εξοικειωθούμε με τις ευαισθησίες της και να προσπαθήσουμε να τις αισθανθούμε, χωρίς να χρειάζεται να τις αποδεχθούμε. Αυτό δεν θα λύσει τα υπαρκτά προβλήματα ανάμεσα στις δύο πλευρές. Απλώς ίσως έτσι μπορέσουμε να κάνουμε μια κουβέντα, όπως κάθε φυσιολογικός άνθρωπος, εκφράζοντας αβίαστα τους φόβους μας και τις προσδοκίες μας για κοινά θέματα, αλλά και τις προσωπικές μας ανησυχίες και όνειρα σε μια ατμόσφαιρα που δεν θα δηλητηριάζεται από τον αέρα της κακοπιστίας και της υπεροψίας και που μια σπίθα δεν θα μπορέσει να την τινάξει στον αέρα. Και ομολογουμένως αυτό δεν είναι καθόλου, μα καθόλου, λίγο» .

Στο σημερινό θέμα, θα παρουσιάσω –μέσω των γραφομένων του κ.Μήλλα- τα θεμέλια του οικοδομήματος που ονομάζεται Τουρκία: την τουρκική εθνική ταυτότητα, αλλά και το πώς αυτή η ταυτότητα προέκυψε μέσω της «εθνογένεσης».

Η τουρκική εθνική ταυτότητα.

Οι τούρκοι ως ομάδα πληθυσμού με μια εθνική ταυτότητα εμφανίστηκαν, συγκρινόμενοι με τα άλλα βαλκανικά έθνη, με σχετική καθυστέρηση. Μέχρι σχεδόν τον 20ο αιώνα ο όρος «τούρκος» δεν χρησιμοποιούνταν από τους τουρκόφωνους μουσουλμάνους της Οθωμανικής αυτοκρατορίας παρά μόνο σαν υποτιμητικός χαρακτηρισμός.
Ο όρος «Τουρκία» πρωτοεμφανίστηκε το 1190 μ.Χ. στα δυτικά έγγραφα και θα χαρακτηρίσει επίσημα τη χώρα μόνο μετά το 1923. Οι τουρκόφωνοι και οι άλλοι λαοί του οθωμανικού κράτους επέλεγαν μια σειρά από θρησκευτικές, φυλετικές,νομαδικές, εθνοτικές,γλωσσικές κ.α. ταυτότητες για να προσδιοριστούν.
Για πολλούς αιώνες η λέξη «Τούρκος» ή «Τουρκομάνος» δεν χρησιμοποιήθηκε παρά με την έννοια του αγράμματου και άξεστου μουσουλμάνου χωριάτη.
Η λέξη «τουρκικά» σήμαινε τη γλώσσα που μιλούσε ο απλός λαός αλλά ο όρος «Τούρκος», ακόμα και στο τέλος του 19ου αιώνα, δεν χρησιμοποιούνταν για να προσδιορίσει το λαό [3].
Ο γνωστός στη σημερινή Τουρκία εθνικός ήρωας και συγγραφέας Ναμίκ Κεμάλ στο επαναστατικό και εθνικό θεατρικό του έργο «Η πατρίδα ή η Σιλίστρα» κάνει λόγο για τον απλό χωριάτη, τον αποκαλεί «Τούρκο» και τον χαρακτηρίζει «απλοϊκό» και ανίδεο σαν το «βόδι που ζεύουμε στο άροτρο»: «[…] οι Τούρκοι που ντύνονται με χωριάτικες κάπες, εκείνοι οι χωριάτες με τη γλυκιά λαλιά και το ήπιο πρόσωπο, εκείνοι οι κακόμοιροι, τους οποίους δεν θέλουμε να δούμε διαφορετικούς από τα βόδια που ζεύουμε στο άροτρο… »[4].

Ένας συνεργάτης του Ατατούρκ και γνωστός συγγραφέας, ο Γ.Κ. Καραοσμάνογλου, αφηγείται στο μυθιστόρημά του «ο Ξένος» -που εξέδωσε το 1932-ότι οι αγρότες που συνάντησε το 1921 στη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου στη Μικρά Ασία δήλωναν «μουσουλμάνοι» και ότι σαν «Τούρκους» ήξεραν μόνο κάποιους νομάδες στις γειτονικές πεδιάδες, εννοώντας τους «Τουρκομάνους» (Türkmen) [5].
Ο Ν. Κεμάλ το 1872, αλλά και μέχρι το θάνατό του το 1888, θα κάνει λόγο για «Οθωμανούς» και δεν θα παρατηρήσει τίποτα το επιλήψιμο στην υποτιμητική έννοια του «Τούρκου».

Ο Αϊντεμήρ [6] στα απομνημονεύματά του, γράφει: "εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχε τίποτα το κοινό μεταξύ του λαού και των διανοουμένων οι οποίοι είχαν αναδειχτεί μέσα από το λαό… Οι φαντάροι με την λέξη Τούρκος εννοούσαν τους Κιζιλμπάσιδες (Kızılbaş: μια σιιτική αίρεση), δεν ήξεραν τι ακριβώς σήμαινε η λέξη Τούρκος αλλά καταλάβαιναν ότι ήταν κάτι το κακό" [7].
Λίγα όμως χρόνια μετά, η θέση και ο ρόλος των διανοούμενων αλλάζει.


Το κράτος αναζητεί το έθνος του.

Το τουρκικό έθνος-κράτος είναι αποτέλεσμα μιας πορείας που διαφέρει από τα γνωστά μοντέλα δημιουργίας εθνικών κρατών.
Ο Seton-Watson αναφέρει ότι παρατηρούνται 3 πορείες για τη γέννηση ενός έθνους-κράτους:
α) το κράτος και το έθνος εξελίσσονται ταυτόχρονα (π.χ. Γαλλία, Αγγλία),
β) το έθνος προπορεύεται (π.χ. Γερμανία, Ελλάδα) και
γ) το κράτος προϋπάρχει και ακολουθεί η εθνογένεση (π.χ. Αργεντινή, Τουρκία) [8].

Είναι δύσκολο να διακρίνουμε πότε ακριβώς μέσα στο σχετικά ισχυρό οθωμανικό κράτος πρωτοεμφανίστηκε η έννοια και η πεποίθηση μιας εθνικής τουρκικής «συνείδησης».
Η εθνογένεση είναι μία σταδιακή και εξελικτική διαδικασία. Ξέρουμε ότι μεταξύ των Οθωμανών διανοουμένων, ο Αχμέτ Βεφίκ Πασάς [9](1823-1891) και ο Αλή Σουαβή (1839-1878) είναι οι πρώτοι που αναφέρουν τον όρο «Τούρκος» με μια εθνική και θετική έννοια.
Ο Σουαβή υποστήριξε ότι οι Οθωμανοί ήταν Τούρκοι και η γλώσσα τους τα τουρκικά [10].
H συμβολή των ξένων στην τουρκική εθνική αφύπνιση είναι επίσης πολύ σημαντική.
Οι «Τούρκοι», οι οποίοι σύμφωνα με την παραδοσιακή ελληνική ιστοριογραφία υποτίθεται ότι ήρθαν αντιμέτωποι με τους «Έλληνες» πριν από πολλούς αιώνες, στην πραγματικότητα, και με βάση την αρχή του αυτοπροσδιορισμού, είναι ένα πολύ νέο έθνος.
«Τούρκοι» με την παραπάνω έννοια δεν υπήρχαν τον 19ο αιώνα. Οι όροι «Τούρκος» και «Τουρκία» είναι δυτικά κατασκευάσματα τα οποία οι Οθωμανοί οικειοποιήθηκαν έπειτα από πολλούς δισταγμούς.
Ουσιαστικά η έννοια του «Έθνους» είναι μια δυτική επινόηση και στα Βαλκάνια έχει εμφανιστεί αφού πρώτα έκανε αισθητή την επιρροή της στην Ευρώπη.
Ξένοι τουρκολόγοι όπως ο Ούγγρος Vambery (1852-1913) και ο Γάλλος Leon Cahun (1841-1900) είναι οι πρώτοι που επισήμαναν την ενότητα ενός μεγάλου τουρκικού λαού του οποίου γενέτειρα ήταν η Ασία.
Ο πολωνικής καταγωγής αλλά εξισλαμισμένος Mustafa Cellaleddin/Constantin Borzecki στο έργο του Les Turcs et Moderns (Paris 1870) εξέφρασε πολλές από τις υπερβολές που θα επαναληφθούν τα επόμενα χρόνια από τους τούρκους εθνικιστές (όπως π.χ. ότι πολλοί λαοί συγγενεύουν με τους Τούρκους ή ότι είναι Τούρκοι ή ότι τα τουρκικά αποτελούν τη βάση πολλών άλλων γλωσσών).
Στον ιδεολογικό χώρο, ο προβληματισμός των Οθωμανών διανοουμένων αλλά και όλων των γραφειοκρατών του κράτους, ήταν πως θα σωθεί το κράτος [11].
Τα πολιτικά ρεύματα αυτών των προβληματισμών/αναζητήσεων ήταν:
α) ο Οθωμανισμός, ο οποίος, προσπάθησε να συσπειρώσει τους υπηκόους της χώρας κάτω από μια οθωμανική ταυτότητα όπου όλοι ανεξάρτητα από τη θρησκεία και την εθνότητά τους θα ήταν ίσοι αλλά και πιστοί πολίτες.
Β) ο ισλαμισμός, ο οποίος, παρουσιάστηκε σαν αντίδραση στον οθωμανισμό όταν έγινε αισθητό ότι οι μη μουσουλμάνοι παρουσίαζαν αποσχιστικές τάσεις: μια κοινή θρησκεία, το ισλάμ, θα ένωνε όλους τους μουσουλμάνους κάτω από μια σημαία.


Αλλά όταν οι Άραβες και μετά οι Αλβανοί αποσχίστηκαν με εθνικής φύσεως ξεσηκωμούς, ορισμένοι διανοούμενοι υποστήριξαν τον τουρκισμό, σαν μια λύση για τη συνοχή της χώρας.
Η ιδέα μιας «τουρκικής ταυτότητας άρχισε να κερδίζει έδαφος περνώντας από διάφορα στάδια: το Κίνημα των Νεότουρκων με την Παντουρκική και Τουρανική εκδοχή και μετά τον κεμαλισμό με τις διάφορες εκφάνσεις του.
Ο Γιουσούφ Άκτσουρα είναι ο πρώτος που το 1904 με σαφήνεια διατύπωσε την άποψη ότι ο οθωμανισμός και ο (παν)ισλαμισμός πρέπει να εγκαταλειφθεί και να υποστηριχθεί ο τουρκισμός.
Το όραμα της εθνογένεσης πήγαζε από την ανάγκη να υποστηριχθεί και να σωθεί το κράτος.
Σε αυτό το νέο τουρκικό έθνος-κράτος, για ιστορικούς λόγους, δεν δημιουργήθηκε η ανάγκη ενός κράτους για να σωθεί ένας λαός ο οποίος είχε αποκτήσει μια εθνική ταυτότητα (όπως συνέβη π.χ. με την περίπτωση της Ελλάδας), αλλά ο λαός υποστήριξε ένα κράτος για να επιβιώσει ή για να ζήσει με ευνοϊκότερους όρους και το κράτος και η διανόηση με τη σειρά τους προώθησαν την ιδέα του έθνους και του εθνικισμού για να ενδυναμώσουν το κράτος.
Οι τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα, διακατέχονταν από μεγάλη ανασφάλεια σχετικά με το μέλλον τους. Έβλεπαν ότι το κράτος τους, ο «μεγάλος ασθενής», διαμελιζόταν και ήταν πολύ πιθανό ακόμα και να «πέθαινε».
Αυτό εκφράστηκε χαρακτηριστικά από τον Ομέρ Σεϊφεττίν, το 1912, όπου παρατηρούμε και το ρόλο που απέδιδε στους μη μουσουλμάνους: "Γίνονται τελικά και οι Τούρκοι ένα έθνος… Ο σκοπός των Ελλήνων είναι να πάρουν την Πόλη, την Σμύρνη και άλλα μέρη και να πετάξουν στην ανατολική όχθη του Κιζίλιρμακ (ποταμού Άλυς) τα 14.000.000 Τούρκων, ο δε σκοπός των Αρμενίων είναι μια μεγάλη Αρμενία και γι’αυτό θέλουν να πετάξουν όλους τους Τούρκους στη δυτική όχθη του ίδιου ποταμού. Εάν και τα δύο αυτά έθνη επιτύχουν το σκοπό τους, τότε δεν θα μείνει ούτε ένας Τούρκος στην Μικρά Ασία, όλοι θα πέσουν σ’αυτό τον ποταμό και θα χυθούν στην θάλασσα" [12].
Ο Σεϊφεττίν είναι ένας από τους γνωστότερους διηγηματογράφους της Τουρκίας και θεωρείται ένας από τους εμπνευστές του τουρκισμού και της εθνικής αφύπνισης.
Η περίοδος της κυριαρχίας των Νεότουρκων (1908-1918) χαρακτηρίζεται από έντονες προσπάθειες να καλλιεργηθεί μια τουρκική εθνική συνείδηση με γνώμονα τη γλώσσα. Αυτή η προσπάθεια συνοδεύεται από βίαιες αλλαγές πληθυσμιακών συσχετισμών για να επιτευχθούν αμιγείς μουσουλμανικές περιοχές (εκτοπίσεις και σφαγές Αρμενίων και Ελλήνων) [13].
Συνεχίζεται...

doctor

______________________________________

[1] Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου είναι: «Εικόνες ελλήνων και τούρκων, σχολικά βιβλία, ιστοριογραφία, λογοτεχνία και εθνικά στερεότυπα», Εκδοτικός Οίκος: ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ.
Σύντομη περιγραφή:
Πώς μας βλέπουν οι Τούρκοι; Πώς εκλαμβάνουν τον Έλληνα, την ελληνική πραγματικότητα, το παρελθόν και το παρόν των σχέσεών μας; Υπάρχουν πολλές μελέτες που αναφέρονται στον "Άλλο", έλειπε όμως μια μελέτη για τον Έλληνα και τον Τούρκο και για την σχέση τους στο επίπεδο των παραστάσεων και των στερεοτύπων. Αυτή η εργασία έρχεται να καλύψει το κενό, εξετάζοντας αποκλειστικά τουρκικά πρωτότυπα κείμενα. Μελετήθηκαν πάνω από εξακόσια έργα -σχολικά εγχειρίδια, βιβλία ιστορίας και ιδίως μυθιστορήματα- πάντα με γνώμονα την εικόνα του Έλληνα. Για πρώτη φορά παρουσιάζεται έτσι ανάγλυφα η "τουρκική σκέψη" σχετικά με την εθνική ταυτότητα και την ελληνική παρουσία, όπως εκφράσθηκε τα τελευταία 130 χρόνια, μέσα από έντονες ιδεολογικές αναζητήσεις και διαφορετικές πολιτικές τάσεις. Εξετάζονται επίσης, πιο συνοπτικά, οι ελληνικές παραστάσεις σχετικά με τον "Τούρκο", για να γίνει πιο κατανοητή η δυναμική των διμερών σχέσεων. Ο συγγραφέας δεν αναφέρεται βέβαια στις πολιτικές σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας και στην ιστορία τους. Πιστεύει όμως ότι πολιτική και ιστορία διέπονται από τέτοια στερεότυπα. Η παιδεία, η ιστοριογραφία και η λογοτεχνία έπαιξαν εκατέρωθεν, και συνεχίζουν να παίζουν, σημαντικό ρόλο στις "γνώσεις" και τις κρίσεις των δύο λαών και βέβαια στις αποφάσεις των δημόσιων λειτουργών τους. Με αυτή την έννοια, η εργασία αυτή είναι μια παρέμβαση στον δημόσιο και πολιτικό βίο, που αγγίζει τη ρίζα των ελληνοτουρκικών σχέσεων.
Περισσότερες πληροφορίες για το βιβλίο:
http://www.books.gr/ViewShopProduct.aspx?Id=2635992
[2] Ο Ηρακλής Μήλλας γεννήθηκε (1940) και μεγάλωσε στην Τουρκία και από το 1971 ζει στην Αθήνα. Έχει διδακτορικό πολιτικής επιστήμης από το Πανεπιστήμιο της Άγκυρας (1998) με θέμα ‘Η εικόνα του Έλληνα στην τουρκική λογοτεχνία - μια συγκριτική μελέτη για τον εθνικισμό και την ταυτότητα’. Η μεταπτυχιακή διατριβή του (με θέμα τις ιδεολογικές ζυμώσεις στην Ελλάδα του 19ου αιώνα) εκδόθηκε στα τουρκικά όπως και το διδακτορικό του. Έχει επίσης πτυχίο πολιτικού μηχανικού από το Πανεπιστήμιο της Ροβερτείου της Κων/πολης (1965). Είναι απόφοιτος γυμνασίου και λυκείου Αμερικανικού Κολεγίου Κων/πολης. Διδάσκει τουρκική λογοτεχνία και πολιτική ιστορία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών (Τμήμα Τουρκικών κ.α. Γλωσσών). Το 1999-2004 δίδαξε τουρκική γλώσσα, τουρκική λογοτεχνία και πολιτικά ρεύματα Τουρκίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Το 1990-1995 συνέβαλε στην ίδρυση του Τμήματος Νεοελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Άγκυρας όπου και δίδαξε ελληνική γλώσσα και λογοτεχνία. Το 1968-1985 εργάστηκε ως πολιτικός μηχανικός σε διάφορες χώρες όπως Τουρκία, Ελλάδα, Μπαχρέιν, Κατάρ, Ινδονησία και Σαουδική Αραβία όπου ανέλαβε και διευθυντικές θέσεις στην δική του εργολαβική και μελετητική εταιρεία.Εξέδωσε δέκα βιβλία (στα ελληνικά, τουρκικά και αγγλικά) με θέμα την ιστορική και κοινωνική διάσταση των ελληνοτουρκικών σχέσεων όπως και περισσότερα από διακόσια άρθρα σχετικά με το ίδιο θέμα σε διάφορες εφημερίδες της Ελλάδας και της Τουρκίας. Αρθρογραφεί στην εφημερίδα Zaman (Κων/πολης). Μετέφρασε και εξέδωσε είκοσι βιβλία Ελλήνων και Τούρκων ποιητών (όπως τα Άπαντα του Γ. Σεφέρη και Κ. Καβάφη) όπως και άλλες μεταφράσεις ιστορικών και πολιτικών κειμένων και βιβλίων. Εξέδωσε περίπου τριάντα μελέτες και άρθρα με θέμα την λογοτεχνία σε διάφορα περιοδικά. Συνεργάστηκε στη σύνταξη ενός ελληνοτουρκικού λεξικού σαράντα χιλιάδων λέξεων (1994). Πήρε μέρος σε περισσότερα από δέκα διεθνή συνέδρια σχετικά με τη λογοτεχνία. Εξέδωσε περίπου τριάντα άρθρα σε διάφορα περιοδικά στην Ελλάδα, Τουρκία, Αγγλία και Γερμανία με θέμα τα σχολικά βιβλία, τα εθνικά στερεότυπα στη λογοτεχνία και ιστοριογραφία όπως και θέματα μειονοτήτων. Πήρε μέρος σε πολλά διεθνή συνέδρια (περίπου πενήντα) σε διάφορες χώρες, όπως Αγγλία, Ελβετία, Σουηδία, ΗΠΑ, Γαλλία, Κροατία, Κύπρο, Τουρκία και Ελλάδα. Τα τελευταία έξι του βιβλία είναι: Türk Romanında Öteki (Ο Άλλος στο τουρκικό μυθιστόρημα, 2000), Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων (2001) , Do’s and Don’ts for Better Greek-Turkish Relations, (επίσης στα ελληνικά και τουρκικά, 2002), Geçmişten Bugüne Yunanlılar (Οι Έλληνες από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, 2003), The Imagined ‘Other’ as National Identity – Greeks & Turks (2004), Çağdaş Yunan Edebiyatı (Σύγχρονη Ελληνική Λογοτεχνία, 2005). Είναι παντρεμένος και έχει δύο ενήλικους γιους. Το 1962 υπήρξε πρωταθλητής Τουρκίας στα 100/200 μέτρα στίβου. Βραβεύτηκε με το Βραβείο Ειρήνης και Φιλίας Αμπντί Ιπεκτσί το 1992 και ομαδικά με το Greek-Turkish Forum to 2001, με το Βραβείο Διδώ Σωτηρίου της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων το 2004 για το βιβλίο του Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων και από την Τουρκική Εταιρεία Εκδοτών το 2005 με το Βραβείο Ελεύθερης Σκέψης και Έκφρασης.

[3] Οι τουρκόφωνοι που έφεραν μια οθωμανική κοινωνική ταυτότητα μιλούσαν «οθωμανικά» (Osmanlica), μια γλώσσα τουρκική με πολλές αραβικές και περσικές επιρροές. Ο λαός μιλούσε «τουρκικά» (Türkçe ) και τότε οι διανοούμενοι αποκαλούσαν συνήθως αυτή τη γλώσσα «lisan-i turki», δηλαδή «τουρκικά», αλλά την όριζαν χρησιμοποιώντας αραβική σύνταξη. Η αναγνώριση της τουρκικής σαν τη γλώσσα όλου του λαού ήταν η ένδειξη της απαρχής της εθνικής «αφύπνισης».

[4] Namik Kemal, Vatan Yahut Silistre, Κωνσταντινούπολη: Remzi: 1965, σελ.60.

[5] Karaosmanoğlu, Yakup Kadri, Yaban, Κωνσταντινούπολη: İletişim, 1989, σελ.181.

[6] Ο Αϊντεμήρ (Αydemir) είναι Νεότουρκος και μετέπειτα συνεργάτης του Ατατούρκ.

[7] Aydemir, Şevket Süreyya, Suyu Ariyan Adam, Κωνσταντινούπολη: Remzi, 1987, σελ.101-107.

[8] Seton-Watson, Nations and States, Κολοράντο: Westview Press, 1977. “On trying to be a Historian of Eastern Europe”, στο Historians as Nations Builders, Deletant, Dennis & Hurry Hannak (επιμ.), London: Central & South-east Europe School of Slavonic & Rest European Studies, 1988.

[9] Ο Αχμέτ Βεφίκ Πασάς σπούδασε στο Παρίσι όταν βρέθηκε εκεί με τον πατέρα του, ο οποίος ήταν υπάλληλος του υπουργείου Εξωτερικών. Απέκτησε πολλά αξιώματα, έγινε και πρωθυπουργός και μετά έγραψε μεταξύ των πολλών συγγραμμάτων και το «Γενεαλογικό δέντρο των Τούρκων» (1863).

[10] Είναι γνωστό ότι ο όρος «Τούρκος» παρατηρείται σε κείμενα για πρώτη φορά στα μνημεία Ορχόν του 8ου αιώνα. Σήμερα όμως αυτό το γεγονός ερμηνεύεται διαφορετικά. Εκείνη την εποχή ο όρος αυτός σήμαινε για τα τουρκόφωνα φύλα μόνο «λαός» και όχι μια εθνική ομάδα. Στους επόμενους αιώνες ο όρος όριζε μόνο λίγα τουρκόφωνα φύλα, όπως τους Ογούζ. Ο όρος «Τούρκος» χρησιμοποιείται από τον 6ο αιώνα από τους Άραβες, τους Πέρσες και τους Βυζαντινούς για τα φύλα που έρχονται από την Ασία. Ακόμα και το 12ο αιώνα οι Σελτζούκοι αποκαλούν την Μικρά Ασία «Χώρα των Ρούμ», ενώ είναι οι Δυτικοί αυτοί που την ονομάζουν «Τουρκία». Το 15ο αιώνα, «Ετράκ» (ο πληθυντικός του «τουρκ») σήμαινε μια αίρεση, τους Κιζιλμπάς.
Τουρκομάνος (Türkmen) στην Οθωμανική Αυτοκρατορία σήμαινε νομάδες, αν και η οθωμανική δυναστεία επικαλέστηκε αρκετά συχνά την καταγωγή της από τους «Τουρκομάνους» (Aydin).

[11] Lewis, Bernard, The Emergence of Modern Turkey, Oxford University Press,1961. Οι Οθωμανοί σουλτάνοι, οι πολιτικοί ηγέτες, οι στρατιωτικοί και γενικά οι διανοούμενοι προσπάθησαν κατά καιρούς να ανακόψουν την καθοδική πορεία, την εξασθένιση και τη συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιχειρώντας μεταρρυθμίσεις και καινοτομίες. Είναι γνωστές οι μεταρρυθμίσεις του Σελίμ Γ’ (1761-1802), και του Μαχμούτ Β’ (1784-1839), το Τανζιμάτ (1839), το Ισλαχάτ-Χάττ-ι Χιουμαγιούν (1856), το σύνταγμα του 1876 (Akşin, Sina, Türkiye tarihi 3, Osmanli Devleti 1600-1908, Istanbul, Cem,1988, σ.σ. 73-185). Σε αυτήν την περίοδο επιχειρήθηκαν αλλαγές στην εκπαίδευση, κυρίως με την ίδρυση στρατιωτικών σχολών και δρομολογήθηκαν κοινωνικές αλλαγές στο δημόσιο τομέα.

[12] Ο ποταμός Άλυς (Κιζίλιρμακ) διασχίζει τη Μικρά Ασία σχεδόν στη μέση της. Το κείμενο έχει γραφτεί στις 12/8/1912.

[13] Πηγή του παρόντος θέματος, το ο.π. βιβλίο του κ.Μήλλα, σελ.19-30, και των σημειώσεων-βιβλιογραφίας, οι σελίδες 42-49.
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λόγω τεχνικού προβλήματος τα σχόλια δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθούν από το προηγούμενο blog και έτσι τα έχω αντιγράψει στο παρόν blog και τα έχω συμπεριλάβει στο πρώτο σχόλιο. Αριθμός αρχικών σχολίων: 34.

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2007

Δύσκολα χρόνια



Δύσκολα χρόνια, σκληρά σαν πέτρα.
Πρόσωπα αδρά, χαραγμένα απ’την τυράγνια .
Με τα σημάδια της απελπισιάς και του πόνου.
Βλέμμα οξύ και διαπεραστικό.
3 Μάρτη του 1955 στη Συκιά, δεκαπέντε χιλιόμετρα από την Αγρελιά προς τα Τρίκαλα.
Ο χειμώνας προς το τέλος του, αλλά το χιόνι ένα μπόι.
Ολόγυρα βουνά, λόφοι, πλαγιές, ρέματα. Λίγα δένδρα, πολλά πουρνάρια, πέτρες…
Χιονίζει, χιονίζει ασταμάτητα.
Όλα κάτασπρα.
Τ’άλογο αγκομαχάει προχωρώντας αργά και δύσκολα στο χιόνι.
Ο άνδρας μπροστά, είκοσι πέντε χρονώ παλικάρι, το τραβάει δυνατά απ’το καπίστρι.
Δεν φαίνεται να νοιώθει ούτε το κρύο, ούτε το χιόνι, ούτε τους αέρηδες που σφυρίζουν στ’αυτιά του.
Τα χέρια του είναι παγωμένα και το κορμί του ιδρωμένο απ’την προσπάθεια.
Βουλιάζει μεσ’το χιόνι ως το γόνατο, φορές και περισσότερο, λες και το χιόνι του στήνει παγίδες επίτηδες.
Το χωριό ακόμα αργεί.
Ένα κορίτσι κάθεται καβάλα πάνω στ’άλογο με τα πόδια του ριγμένα στο πλάϊ.
Είναι νέο και όμορφο, δεκαεννιά χρονώ.
Μάνα πριν τα δεκαοχτώ της και τώρα έγκυος στον έκτο μήνα.
Γυναίκα.
Τυλιγμένη με μια κάπα, κρατάει σφιχτά στην αγκαλιά της, το κοριτσάκι της, ψυχούλα, ενάμισυ χρονώ, άρρωστο βαριά…




Τρεις ώρες προχωρούν έτσι μέσα στη νύχτα, κι είναι ακόμα στην αρχή.
Η νύχτα τους βρήκε πριν ξεκινήσουν απ’την καλύβα τους, στη Συκιά.
Ζούσαν εκεί με τα ζωντανά τους μαζί με άλλες οικογένειες, ξεχασμένοι κι απ’το θεό.
Δύσκολα χρόνια.
Δυο κιλά λάδι για όλο το χειμώνα, μπομποτίσιο αλεύρι και λίγα μακαρόνια.
Καλά που είχαν και το γάλα…
Την πείνα την πάλευαν, είχαν συνηθίσει.
Την αρρώστια όμως;
Πώς να την ξεπεράσουν άμα τους τύχαινε…
Κι ύστερα το χωριό μακριά.
Δύσκολα το φτάνεις.
Αυτοκίνητο δεν είχαν δει μέχρι τότε στην Αγρελιά, ούτε αυτοκινητόδρομος υπήρχε.
Τώρα τον φτιάχνανε με προσωπική εργασία όλο το χωριό.
Μπήκε ο χειμώνας και σταμάτησαν.
Ούτε αυτοκίνητο, ούτε φάρμακα, ούτε γιατρός, ΤΙΠΟΤΑ.

Πάνε μέρες τώρα που το κοριτσάκι τους χειροτέρεψε.
Στην αρχή έδειχνε την κοιλιά του κι έκλαιγε.
Χλώμιαζε , είχε πυρετό.
Μαράζωνε το κακόμοιρο, έσβηνε ακόμα και το κλάμα του.
Τα ματάκια του, μόνον, κοιτούσαν παραπονιάρικα, ζητούσαν βοήθεια, λύτρωση.
Ο χειμώνας βαρύς.
Μάρτης κι ένα μπόι χιόνι γύρω απ’την καλύβα.
Σαν το’βλεπε να λειώνει η μάνα το αποφάσισε: «θα πάμε το κορίτσι στο χωριό» είπε στον άνδρα της «εκεί κάτι μπορεί να γίνει, κάτι θα βρούμε».
«Τα γίδια που θα τα’αφήσουμε; θα τα φαν’ οι λύκοι, ύστερα δεν έχουμε και ζώο…
Νύχτωσε κιόλας, που να ξεκινήσουμε μ’αυτόν τον παλιόκαιρο;» της αποκρίθηκε εκείνος.
«θα φύγουμε τώρα. Να τα φάει ο λύκος. Το κορίτσι πρέπει να πάμε στο χωριό, θα μας πεθάνει εδώ και θα τόχουμε κρίμα στο λαιμό μας. Δεν το βλέπεις που έλειωσε; Θα πάρουμε τα’άλογο του μπάρμπα Κώστα. Φτάνει να το σώσουμε», ξαναείπε αποφασιστικά η γυναίκα.
Ξεκίνησαν.
Ασφάλισαν τα γίδια στο μαντρί, έσβησαν τη φωτιά στην καλύβα.
Ερημιά .
Τ’ανήσυχα γαυγίσματα των σκυλιών έσκιζαν αυτή την απέραντη σιωπή του κάτασπρου απ’το χιόνι τοπίου…




Τρεις ώρες δρόμο κι ήταν ακόμα στην αρχή.
Έπρεπε ήδη να είχαν φτάσει κοντά στο χωριό αλλά η νύχτα και το πολύ χιόνι τους εμπόδιζε. Χιόνιζε ασταμάτητα.
Ο άνδρας προχωρούσε μπροστά κρατώντας το καπίστρι κι άνοιγε μ’απόγνωση το δρόμο.
Που και που έβριζε, τάβαζε με τα εμπόδια που συναντούσε.
Σε κάθε βήμα νικούσε ή νικιόταν απ’τη φύση.
Τ’άλογο όλο και ποιο δύσκολα βγάζει τώρα την ανηφόρα.
Η γυναίκα αμίλητη πάνω στο σαμάρι, το μόνο που την ένοιαζε ήταν να φτάσουν γρήγορα. Γιατί αργούν τόσο;
Ήθελε να κατέβει, να τρέξει με το παιδί στην αγκαλιά της, να προφτάσει.
Εκείνο γαντζωμένο πάνω της μ’όση δύναμη τούχε απομείνει έκλαιγε πότε πότε.
Τ’άλλο στην κοιλιά, είχε γίνει μια γροθιά που την κλώτσαγε.
Η κάπα που τους τύλιγε έγινε βαριά., κοκάλωσε απ’την παγωνιά, έγινε κάτασπρη, ασήκωτη. Τρεις ψυχές είχαν κουλουριαστεί, γίναν σχεδόν ένα.




Ένας κόμπος ανέβαινε σιγά σιγά στο λαιμό της.
Τη γυναίκα την έπνιγε η πίκρα, ο καημός, ο πόνος.
Η μικρούλα δεν ακουγόταν τώρα, ένοιωθε μόνο την ανάσα της.
Η παγωνιά δυνάμωνε.
Την έσφιξε κι άλλο επάνω της.
Η στιγμή όμως είχε φτάσει…
Ο φόβος την κυρίεψε και μια ανατριχίλα διαπέρασε το κορμί και τις σκέψεις της.
Τώρα η ανάσα της μικρής δυνάμωσε, την καταλάβαινε σαν να προσπαθεί να φύγει από τα χέρια της, από την αγκαλιά της, όπως το σπουργιτάκι που το κρατάς στο χέρι σου και θέλει να πεταρίσει, να πετάξει, να λευτερωθεί και δεν μπορεί.
Την ξανάσφιξε πάλι.
Άκουσε μόνο μια πνιγμένη απελπισμένη φωνούλα, ένοιωσε μόνο το σπαρτάρισμα της, το ξεψύχισμα της σαν μια έσχατη προσπάθεια να κρατηθεί στη ζωή, στον κόσμο.
Δεν μπορούσε να τη δεί.
Η γυναίκα δεν μίλησε, έσφιξε μόνο τα δόντια.
Ο κόμπος στο λαιμό της ανέβηκε κι άλλο, την έπνιγε.
Την έπνιγε κι εκείνη θανάσιμα.
Δάκρυα κύλησαν στα μάγουλα της που πέφταν πάνω στο κορμάκι της νεκρής, πια, κόρης της. Έπνιγε τους λυγμούς της, το σπαραγμό της.
Μέσα της η νέα ζωή, απ’έξω ο θάνατος, αγκαλιά, ένα κι εκείνη να μη μπορεί να κάνει τίποτα. Ο άνδρας μπροστά συνέχιζε ν’ανοίγει δρόμο.
Γιατί;
Για ποιόν;
Ούτε το δράμα που παίχτηκε δυο μέτρα μακριά του γνώριζε.
Ήταν νύχτα ακόμα όταν έφτασαν στην Αγρελιά, ύστερα από τόσες ώρες περπάτημα στο χιόνι και στην παγωνιά.
Πόσες;
Ούτε αυτοί ήξεραν.
Ο άνδρας της την βοήθησε να ξεπεζέψει.
Ήταν και οι δυο τους παγωμένοι, ξυλιασμένοι.
Η γυναίκα είχε σκυμμένο το κεφάλι.
Η παγωνιά είχε φτάσει μέχρι την ψυχή της τώρα .
«Πέθανε» είπε μόνο.
«Πέθανε;» ρώτησε ο άνδρας.
«Πέθανε», είπε πάλι η γυναίκα.
Σήκωσε το κεφάλι της, τον κοίταξε, τα βλέμματα τους διασταυρώθηκαν μέσα στην αντιφεγκιά της νύχτας που έκανε το χιόνι.
«Πέθανε;» ξαναρώτησε ο άνδρας.
Αυτή τη φορά είδε μόνο το νεύμα του κεφαλιού της…………………


Το κείμενο που διαβάσατε είναι μέρος του επιλόγου από το βιβλίο "Αγρελιά Παρελθόν Παρόν και Μέλλον;" του Νίκου Δέλκου.

Παρασκευή 16 Νοεμβρίου 2007

Τι λένε για την Ελλάδα οι Τούρκοι μαθητές και φοιτητές;

Στο βίντεο που ακολουθεί, μπορείτε να δείτε πως επενεργούν τα στερεότυπα της άλλης πλευράς στους μαθητές και φοιτητές της Τουρκίας.
Πως με ορμητήριο την εκπαίδευση, το κράτος εκπαιδεύει τους πολίτες του να μισούν, να εχθρεύονται και να οριοθετούν τον εαυτό τους απέναντι στον "κακό" (έλληνα ή τούρκο, αναλόγως σε ποια πλευρά του Αιγαίου βρίσκεστε).
Αν δείτε τον τρόπο σκέψης, είναι ακριβώς ο ίδιος, και στις δύο χώρες, με μόνη αλλαγή, την αντιστροφή των "καλών" και των "κακών".
Το φινάλε του ολιγόλεπτου βίντεο είναι "όλα τα λεφτά". Εκεί, μιλάει ο εκπρόσωπος της Εθνικής Ένωσης της Τουρκίας, σχετικά με τις αλλαγές που επιχειρούνται και στην Τουρκία στα σχολικά βιβλία ιστορίας.
Θα δείτε ότι λέει, ό,τι ακριβώς λένε και οι εδώ εθνικιστές, ακριβώς τα ίδια:



Ευχαριστώ θερμά τον συνblogger Mickey, για το video, το οποίο ετοίμασε για μένα.

Και για φινάλε, ένα πολύ χιουμοριστικό στιγμιότυπο, με πρωταγωνιστή έναν νυν βουλευτή του ΛΑΟΣ:

http://www.youtube.com/watch?v=eHCvPWsfqC4

doctor

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2007

Τι γράφουν οι τούρκοι στα σχολικά τους βιβλία για τους έλληνες;




Σας παραθέτω σήμερα, την άλλη όψη του ίδιου νομίσματος.
Η ιστορική μυωπία της απέναντι πλευράς.
Πάντα φταίνε οι έλληνες ή οι ξένες δυνάμεις.
Για μας φταίνε πάντα οι τούρκοι και οι ξένες δυνάμεις επίσης.
Απολαύστε:

Στα σχολικά βιβλία ιστορίας των προηγουμένων δεκαετιών και των δύο χωρών ο ιστορικός τους εχθρός παρουσιάζεται με υποτιμητικά και προσβλητικά λόγια: «άγριος», «φανατισμένος» και «αχάριστος» ήταν τα συνηθισμένα κοσμητικά επίθετα για τον «άλλον».
Να πως αντιμετώπιζε την Ελληνική Επανάσταση ένα τουρκικό σχολικό βιβλίο ιστορίας της δεκαετίας του 1970:
«Οι έλληνες κρεμούν τους τούρκους αιχμαλώτους στα δέντρα και κατόπιν βάζουν φωτιά κάτω από τα πόδια τους να σιγοψηθούν, αφού προηγουμένως χαράξουν με μαχαίρια σταυρούς στα στήθια τους. Τέλος, προτού ξεψυχήσουν τους κάνουν στόχους για σκοποβολή».

Στα τουρκικά βιβλία είναι έκδηλη η νοσταλγία για την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Αναφέρεται η ιδιαίτερη αντιμετώπιση που είχαν από την Πύλη οι έλληνες, τα αξιώματα που συχνά τους δίνονταν και οι ελευθερίες που τους είχαν παραχωρηθεί:

«Οι έλληνες είχαν τα περισσότερα προνόμια, και σε σχέση με άλλους χριστιανικούς λαούς ήταν πιο εύποροι και πιο φωτισμένοι».
Συχνά υποβάλλεται η ιδέα ότι οι έλληνες είναι αχάριστοι, αχόρταγοι, φιλοπόλεμοι, με επεκτατική διάθεση και με εθνικό τους χαρακτηριστικό να έχουν συνέχεια «απλωμένο το χέρι».
Η ελληνική επανάσταση αντιμετωπίζεται ως ένα δυσάρεστο γεγονός της τουρκικής ιστορίας και η δημιουργία ανεξάρτητου ελληνικού κράτους παρουσιάζεται ως συνέπεια της ανάμειξης των ξένων δυνάμεων. Δίδεται μεγάλη έμφαση στο ρόλο των Ρώσων εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας («αυτοί ξεσήκωσαν τους έλληνες»), όπως και στην απόφαση των μεγάλων δυνάμεων της εποχής για την ίδρυση ανεξάρτητου ελληνικού κράτους.

Αναφέρονται στη διαμάχη των οθωμανικών στρατευμάτων με τον Αλή Πασά, την οποία «εκμεταλλεύτηκαν οι έλληνες» για να ξεσηκωθούν, επιδιδόμενοι σε πολλές σφαγές μουσουλμανικών πληθυσμών.
Η Άλωση αναδεικνύεται ως φορέας πολιτισμού, αφού η Ευρώπη από κει και ύστερα γνώρισε μια στρατιωτική τεχνολογία πολύ ανεπτυγμένη.
Η Άλωση αποτελεί τη μεγάλη απόδειξη της ικανότητας του τουρκικού έθνους να ιδρύει μεγάλα κράτη.

Οι «αιμοσταγείς» Έλληνες.

Στα τουρκικά σχολικά εγχειρίδια δεν υπάρχουν αναφορές στους βαλκανικούς λαούς, εκτός από τους έλληνες οι οποίοι δεν αποτελούν κεντρικό θέμα στα βιβλία αυτά.
Πολύ συχνά αναφέρονται έμμεσα, με τη λέξη «εχθρός» και έτσι στα παιδιά η έννοια του εχθρού ταυτίζεται με έναν γειτονικό λαό.
Ο έλληνας-εχθρός εμφανίζεται να επιβουλεύεται την ειρήνη και να είναι αιμοσταγής:
« Ο εχθρός (έλληνας) σκορπά τον θάνατο» [Γ’ τάξη Δημοτικού].
« Εμείς διώξαμε τους εχθρούς, εμείς γεννηθήκαμε για την ειρήνη» [Β’ τάξη Δημοτικού, σελ.141].
Η γενική εικόνα για τους έλληνες είναι αυτή ενός λαού άλλοτε επαναστάτη, άλλοτε κατακτητή εδαφών, άλλοτε επιβουλευόμενου την Κύπρο και άλλοτε ηττημένου από τους Τούρκους.
Στο θέμα «χαρακτηριστικά του λαού» ο έλληνας-εχθρός προσδιορίζεται ως «ανίσχυρος» και «ανίκανος».
Για τους νεοέλληνες, στα τουρκικά εγχειρίδια συνυπάρχουν δύο διαφορετικές απόψεις.
Μια καλυμμένη αντιπάθεια προς τους σύγχρονους έλληνες και ταυτόχρονα ένας θαυμασμός για τα δημιουργήματα των αρχαίων ελλήνων.
Πιθανόν αυτό να γίνεται διότι μπορεί εξαιτίας της μακρόχρονης τουρκικής κυριαρχίας στην συνείδηση των τούρκων να μη θεωρούνται οι νεοέλληνες ως συνεχιστές των αρχαίων ελλήνων αλλά ως ένας διαφορετικός λαός που ζει στην ίδια περίπου γεωγραφική περιοχή.
Οι νεοέλληνες έρχονται στο προσκήνιο με την «ελληνική ανταρσία» του 1821, και την «εισβολή της Σμύρνης» του 1919.
Και στις δύο περιπτώσεις η ελληνική πλευρά κατηγορείται.
Η εθνική ερμηνεία της Ιστορίας παρουσιάζει τους Οθωμανούς σαν καλούς και δίκαιους κυβερνήτες.
Αλλά η επανάσταση φαίνεται να διαψεύδει τη μεγαλοψυχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Έτσι πλάθεται μια εθνική ερμηνεία του παρελθόντος: οι Ρωμιοί ζούσαν ευτυχισμένοι απολαμβάνοντας τα ειδικά προνόμιά τους.
Ήταν πλούσιοι, σχεδόν ανεξάρτητοι, καλύτερα ακόμη και από τους κυρίαρχους τούρκους. Αλλά οι ξένες δυτικές δυνάμεις τους εξώθησαν σε μια εξέγερση.
Τελικά η ανταρσία κατεστάλη, αλλά με την καταστροφή στο Ναβαρίνο οι ξένες δυνάμεις δημιούργησαν ένα κράτος υπό την προστασία της Δύσης.
Από τους ήρωες της Επανάστασης αναφέρονται μόνο ο Αλέξανδρος Υψηλάντης και ο Ιωάννης Καποδίστριας, ως όργανα του τσάρου.
Οι αλλαγές που παρουσιάζουν τα εγχειρίδια μετά το 1994 είναι πάντως σημαντικές.
Αρνητικές φράσεις έχουν αφαιρεθεί. Οι έλληνες του 1821, με αναφορά στην κατάληψη της Τρίπολης, δεν παρουσιάζονται όπως παλιά ως «ικανοί να σκοτώνουν ακόμη και βρέφη μέσα στις κούνιες τους».

Πηγή: Βήμα της Κυριακής, ένθετο περιοδικό ΒΗmagazino τεύχος 284.