Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2007

Πως το εθνικό συμφέρον αλλάζει την λογοτεχνία:Το 1922 και οι λογοτεχνικές αναθεωρήσεις


Κάτοικοι της Σμύρνης προσπαθούν να επιβιβαστούν σε πλοιάρια,
ενώ απομακρύνεται άκατος αμερικανικού πολεμικού


Στο σημερινό μας θέμα θα ασχοληθούμε με το "πως η ανάγκη γίνεται ιστορία", πως δηλαδή καταξιωμένοι συγγραφείς επεμβαίνουν στο αρχικό τους έργο και το τροποποιούν ώστε αυτό να ταιριάζει με τα εθνικά στερεότυπα που αναπτύσσονται και καθιστούν τις αρχικές διηγήσεις "ενοχλητικές" και μη συμβατές με τις εκάστοτε νεοεισαχθείσες εθνικές σηματοδοτήσεις και αναφορές.
Από το (δίτομο) βιβλίο "Ο Ελληνικός Κόσμος Ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση 1453-1981" και συγκεκριμένα από τον Α' τόμο, σελ. 165-174, παραθέτω το κεφάλαιο με τίτλο «Το 1922 και οι λογοτεχνικές αναθεωρήσεις».
Το κεφάλαιο αυτό έχει γράψει και επιμεληθεί η κ. Αγγέλα Καστρινάκη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τομέα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Κρήτης.
Είναι ό,τι εμβριθέστερο έχω διαβάσει σχετικά και, όπως θα διαπιστώσετε ευθύς αμέσως, η κ.Καστρινάκη περιγράφει με σαφή τρόπο το πως η λογοτεχνία της εποχής αναθεωρήθηκε για να υπηρετήσει τα "εθνικά ιδεώδη". Για το κείμενο που ακολουθεί, η κ.Καστρινάκη τιμήθηκε με το βραβείο Αμπντί Ιπεκτσί το 1999.
Ευχαριστώ την ευγενέστατη κ.Καστρινάκη η οποία (έπειτα από ηλεκτρονική επικοινωνία) μου επέτρεψε την πλήρη παράθεση της έρευνάς της.

***

Αγγέλα Καστρινάκη

Το 1922 και οι λογοτεχνικές αναθεωρήσεις

Βρισκόμαστε στα 1922, στη Μικρά Ασία, μετά την Καταστροφή. Μια ομάδα ελλήνων αιχμαλώτων πορεύεται μέσα σε φοβερές ταλαιπωρίες και ταπεινώσεις προς την ενδοχώρα.
Σε κάποιο σημείο της πορείας, τους περιμένει ο τουρκικός πληθυσμός με μαχαίρια και ρόπαλα. Ο τούρκος αξιωματικός που συνοδεύει τους αιχμαλώτους, ωστόσο, εμποδίζει τη σφαγή:
-Τραβηχτήτε μακριά! Όταν εμείς πολεμούσαμε εσείς κάνατε τα κέφια σας.
Αυτοί τότε [το πλήθος των Τούρκων] σκόρπισαν φωνάζοντας, πως μια μέρα πάλι θα μας χαλάσουν.
Η σκηνή αυτή διαδραματίζεται στην Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα. Δεν παρουσιάζεται όμως ίδια σε όλες τις εκδόσεις του αφηγήματος. Έτσι όπως την παρέθεσα, απαντά στην τρίτη έκδοση της Ιστορίας, το 1958[1].
Στην πρώτη έκδοση, του 1929, (καθώς και στη δεύτερη του 1932), η στιχομυθία του τούρκου λοχαγού με τον εξαγριωμένο τουρκικό πληθυσμό έχει ως εξής:

-Δεν έχετε δικαίωμα να τους αγγίξετε, γιατί όταν εμείς πολεμούσαμε, εσείς κάνατε το κέφι σας. Και διάταξε να μη μας πλησιάσει κανείς.
Κι αυτοί κατηγορούσανε το λοχαγό και φώναζαν :
-Αυτοί μια μέρα πάλι θα μας χαλάσουνε![2]

Στην πρώτη εκδοχή της ιστορίας, λοιπόν, στα 1929, ο τουρκικός πληθυσμός παρουσιάζεται άγριος αλλά και φοβισμένος. Θέλουν να σκοτώσουν τους αιχμαλώτους, επειδή οι Έλληνες τους "χάλασαν" πρόσφατα, και φοβούνται μήπως κάτι τέτοιο επαναληφθεί.
Στην εκδοχή του 1958, αντίθετα, η αγριότητα των Τούρκων παρουσιάζεται αναιτιολόγητη, ένα μίσος per se.
Η υπόνοια ότι οι Έλληνες κάτι κακό έχουν διαπράξει αφαιρείται. Με μια μικρή συντακτική τροποποίηση, με μια ανεπαίσθητη αλλαγή υποκειμένου και με μια μετάβαση από τον ευθύ στον πλάγιο λόγο, η εικόνα του Τούρκου και η εικόνα του Έλληνα μεταβάλλεται πλήρως.

Οι αναθεωρήσεις είναι μια πολύ συνηθισμένη πρακτική στην ελληνική λογοτεχνία.
Οι συγγραφείς επεξεργάζονται τα έργα τους από έκδοση σε έκδοση, αλλάζοντας συχνά, εκτός από τη γλώσσα, και τον ιδεολογικό προσανατολισμό τους. Κάποτε μάλιστα οι αλλαγές αυτές φτάνουν έως την πλήρη ανατροπή των ιδεών που διατυπώθηκαν αρχικά[3].

Όσον αφορά το 1922 και την εικόνα του Τούρκου, ή καλύτερα τη σχέση Ελλήνων και Τούρκων, ο Στρατής Δούκας δεν είναι ο μόνος που προβαίνει σε μεταποιήσεις. Το ίδιο κάνει και ο Ηλίας Βενέζης, το ίδιο -σε ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο- ο Παντελής Πρεβελάκης και ο Νίκος Καζαντζάκης. Και στις τέσσερις περιπτώσεις το κρίσιμο σημείο, πέρα από το οποίο αλλάζει η θεώρηση Ελλήνων και Τούρκων, είναι η γερμανική κατοχή και μάλιστα τα τελευταία χρόνια της. Το ποιόν και τους λόγους των αναθεωρήσεων θα δοκιμάσουμε να δείξουμε στην ανακοίνωση αυτή.

Ο Στρατής Δούκας επεξεργάζεται την τρίτη έκδοση της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου δραστικά. Η αρχική, κοντά στα πραγματικά περιστατικά, αφήγηση του αιχμαλώτου, του Νικόλα Καζάκογλου, υφίσταται ένα είδος λογοκρισίας. Αφαιρούνται, πρώτα πρώτα, οι ενδείξεις ενός πολύ καταβεβλημένου ηθικού: αν οι Έλληνες, σε απόγνωση από την έλλειψη νερού, φωνάζουν "Τούρκοι γενιόμαστε" ή ζητωκραυγάζουν υπέρ του Κεμάλ, στα 1929, αυτά απαλείφονται από την έκδοση του 1958[4].
Η ταπείνωση του εθνικού και του θρησκευτικού φρονήματος κρίνεται το 1958 οβελιστέα.
Κυρίως όμως τείνει να μεταβληθεί στη μεταπολεμική έκδοση η εικόνα του ανθρώπου ο οποίος έχει κατέλθει όλα τα σκαλιά της απόγνωσης, με αποτέλεσμα να μετατραπεί σε ένα τρομοκρατημένο ζώο που νοιάζεται μόνο για την προσωπική του επιβίωση, έχοντας απωλέσει κάθε τάση ανθρώπινης αλληλεγγύης.
Έτσι, ο αιχμάλωτος αφηγητής του 1929 αναφέρει πως ο ίδιος και ο αδελφός του είχαν κάποια χρήματα, οπότε έδιναν στον σκοπό, εξασφαλίζοντας νερό:

Κι ο αράπης [ο σκοπός] φέρνει έναν τενεκέ και του δίνουμε εκατό μπαγκανότες. Κι εγώ μόλις τον πήρα στα χέρια μου, έπεσα κι έπινα' κι οι άλλοι παίρνουν είδηση και με τραβούν απ' το λαιμό. Υστερινά πέφτουν απάνου όλοι οι αιχμάλωτοι και το μισό νερό χύθηκε (14).
Αλλά στην έκδοση του 1958, η στενή συγγενική συνεννοήση για το νερό (μόνο με τον αδελφό) μετατρέπεται στην αλληλεγγύη μιας παρέας:
Έδωσε [λεφτά] κι η παρέα μας σ' έναν αράπη" (17).
Ο τρομακτικός εγωισμός -όποιος έχει χρήματα επιβιώνει κι οι άλλοι πεθαίνουν- στην έκδοση του 1958 αμβλύνεται. Τώρα εκτός από το άτομο και την στενή συγγενική σχέση, υπάρχει και η "παρέα". Αλλά και η αγριότητα της αρχικής σκηνής, οι ξένοι που "τραβούν απ' το λαιμό" τον αφηγητή για να πιούν κι εκείνοι, μειώνεται δραστικά, αφού:
Ήπια, ήπια... ο αδελφός μου με τράβηξε να πιει, ρίχτηκαν κι οι άλλοι στον κουβά, και το νερό χύθηκε (17)
Σε άλλη σκηνή, η μάχη για το νερό ανάμεσα στους αιχμαλώτους γίνεται το 1929 "με τις πέτρες" (16), κάτι που επίσης απαλείφεται το 1958 (19).
Εκτός από τις αφαιρέσεις, όμως, γίνονται και ορισμένες κρίσιμες προσθήκες, κυρίως στο τέλος του αφηγήματος, όταν ο αιχμάλωτος, παριστάνοντας τον Τούρκο, συμμετέχει κι αυτός στις μουσουλμανικές γιορτές, στο Μπαϊράμι. Μέσα στις εορταστικές εκδηλώσεις των αλλόθρησκων, ο Νικόλας αισθάνεται περίεργα: "Η χαρά τους κι η στεναχώρια μου είναι μέσα μου ανάκατα" (55), ομολογεί στα 1929. Στα 1958, ωστόσο, η "στεναχώρια", που μάλλον έχει να κάνει με την αμηχανία του αιχμαλώτου μήπως αναγνωριστεί η ετεροδοξία του, γίνεται θρησκευτική "λύπη":
Στα καφενεία αράδα τα νταούλια κι οι ζουρνάδες. Το βουητό τους μ' ανατρίχιαζε' αναθυμόμουν τις δικές μας μεγαλοσκόλες και τα μάτια μου βούρκωσαν. Η χαρά τους με τη λύπη μου ανακατώθηκε μέσα μου. Έχασα το κουράγιο μου (53).

H Σμύρνη (Izmir) σήμερα

Ο αιχμάλωτος προικίζεται αναμφισβήτητα, στη μεταπολεμική έκδοση, με πολύ εντονότερη θρησκευτική συνείδηση. Όταν τελειώνουν τα βάσανά του, άλλωστε, πηγαίνει στην εκκλησιά, όπου: "άναψα ένα κερί, γονάτισα και προσευχήθηκα" (71), κάτι που παραλείπει να κάνει στην εκδοχή του 1929.
Έτσι όμως, με αυτές τις μικρές σε έκταση αλλά πολύ ουσιώδεις μεταβολές, ο χαρακτήρας της αφήγησης αλλοιώνεται αισθητά[5].
Αρχικά επρόκειτο για μια αφήγηση επιβίωσης, μιας επιβίωσης πέρα από την εθνική, τη θρησκευτική, ακόμα και την ανθρώπινη ταυτότητα. Η εγκλωβισμένη ύπαρξη ζητούσε να διαφύγει με κάθε τρόπο, περιορίζοντας τα ανθρώπινα αισθήματα στο ελάχιστο.
Στη μετέπειτα έκδοση η αφήγηση ηθικοποιείται και εθνικοποιείται: αφαιρώντας τον εθνικό εξευτελισμό, αμβλύνοντας τον άκρο ατομισμό της επιβίωσης και προσθέτοντας θρησκευτικό συναίσθημα, ο συγγραφέας επιχειρεί να μεταδόσει ένα καινούριο, σαφώς ηθικότερο μήνυμα[6].

Άλλωστε η αρχική πρόθεση του Δούκα, όπως διαφαίνεται στα "Λίγα λόγια" που προτάσσει (ο πρόλογος αυτός αφαιρείται μόλις στην πέμπτη έκδοση του 1969), ήταν να διασώσει ένα τέλειο δείγμα προφορικού λαϊκού λόγου. Αυτός ο λόγος, το "μαργαριτάρι" της απλότητας, ήταν μια αξία καθεαυτή, σε μια εποχή όπου η τέχνη στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ζητούσε την απλότητα του πρωτόγονου. Οι ιδέες και οι αξίες, ό,τι μετέφερε η αφήγηση του αιχμαλώτου, έρχονταν σαφώς σε δεύτερη μοίρα.
Η περίπτωση του Ηλία Βενέζη είναι αρκετά διαφορετική από του Δούκα, καθότι υπήρξε ο ίδιος αιχμάλωτος και συγγραφέας της ίδιας του της εμπειρίας, πράγμα που υποθέτει κανείς με πόση οδύνη θα έγινε. Το νούμερο 31.328 είναι ένα σπουδαίο έργο, επειδή ο συγγραφέας, με απόλυτα συνειδητό τρόπο, εκθέτει ό,τι πιο πολύ τον πονούσε: την ηθική εκμηδένιση του ίδιου και των συναιχμαλώτων του[7].
Γιατί το θέμα του Νούμερου δεν είναι τόσο η κτηνωδία του κυρίαρχου, όσο η απώλεια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας από τη μεριά του ηττημένου, η κυριαρχία του ζωώδους ενστίκτου της επιβίωσης σε βάρος της ανθρωπιάς.
Το ότι ο αιχμάλωτος ανακουφίζεται από τον θάνατο των συγκρατουμένων του, όταν ο θάνατος αυτός αυξάνει τον ζωτικό του χώρο, το ότι κανείς δεν βρέθηκε να βοηθήσει μια μητέρα να σηκώσει το παιδί της κατά την πορεία, το ότι όλοι εισπράττουν χωρίς αναστολές την ωφέλεια από τις στάσεις, που γίνονταν χάρη στο γεγονός ότι νεαρά κορίτσια πρόσφεραν τον εαυτό τους στις σεξουαλικές ορέξεις των Τούρκων, όλα αυτά είναι δύσκολο να ειπωθούν, και ο Βενέζης τολμά να τα εκφράσει[8].
Αυτά, ό,τι ακριβώς δοκίμασε να αμβλύνει ο Δούκας από τη μία έκδοση στην άλλη, ο Βενέζης τα διατηρεί σχεδόν ως έχουν σχεδόν, καθώς στον πρόλογο της β' έκδοσης επιχειρείται μια ελαφρά ανασημασιοδότηση: "τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται", γράφει το 1945 ο Βενέζης, ανάγοντας σε "ιερό" ό,τι -ενώ ακόμα βρισκόταν κοντά στην εμπειρία- είχε θεωρήσει ως πηγή της βαθύτερης δυστυχίας, την απώλεια της ανθρώπινης ταυτότητας[9]. Το κείμενο το ίδιο, πάντως, δεν το αλλάζει όσον αφορά τα βιώματα αυτά.
Το αλλάζει σε άλλα σημεία.
Αμβλύνει μια σκηνή αυτοεξευτελισμού των παπάδων του Αϊβαλί: ο συρφετός της απληστίας, όπως παρουσιάζεται το 1931 (76-77), μετατρέπεται το 1945 σε μια ομάδα πεινασμένων και καταταλαιπωρημένων "γερόντων" (82-83).
Στο Νούμερο εντυπωσιάζει πράγματι η βιαιότητα με την οποία ο συγγραφέας καταφέρεται εναντίον της θρησκείας και της εκκλησίας' το 1945, αν και οι ειρωνικές αποστροφές προς τον Θεό διατηρούνται, ο αντικληρικαλισμός έχει αισθητά υποχωρήσει.
Πολλά χρόνια αργότερα, το 1974, ο Βενέζης θα προχωρήσει και στην πλήρη αγιοποίηση του μικρασιατικού κλήρου[10].
Η βασικότερη αλλαγή, ωστόσο, που επιφέρει ο συγγραφέας στο κείμενό του αφορά στο κρίσιμο σημείο των βιαιοτήτων που διαπράχθηκαν από τους Έλληνες.
Είδαμε ότι ο Δούκας απαλείφει από το κείμενό του τον φόβο του τουρκικού πληθυσμού στο ενδεχόμενο να ξαναέρθουν στα πράγματα οι Έλληνες.
Ο Βενέζης επίσης προχωρά στην αφαίρεση του κομματιού που αναφέρεται σε ελληνικά αντίποινα με οργανωμένη μορφή, σε ένα "Συνεργείο Αντιποίνων".
Τα αποτρόπαια βασανιστήρια, στα οποία κάποιοι Έλληνες υπέβαλλαν τους αντιπάλους τους, σβήνονται σιγά σιγά από έκδοση σε έκδοση[11].
Η εικόνα του Έλληνα αποκαθαίρεται, κάτι που αποβαίνει -αντικειμενικά- σε βάρος της εικόνας του Τούρκου, ο οποίος παραμένει ο μόνος αποτρόπαιος βασανιστής.
Κι όμως, στις αφηγήσεις τόσο του Στρατή Δούκα όσο και του Βενέζη υπάρχει μια σαφής μέριμνα να μην παρουσιαστεί ο αντίπαλος μονοκόμματα αρνητικός.
Και οι δύο συγγραφείς τονίζουν ιδιαίτερα τις πράξεις αλληλεγγύης εκ μέρους των Τούρκων. Ο Στρατής Δούκας μάλιστα, επεξεργαζόμενος το κείμενο στην γ' έκδοση, προσθέτει μια σκηνή ανθρώπινης συμπάθειας εκ μέρους των αντιπάλων.
Στην α' έκδοση το πρώτο τμήμα της αφήγησης είναι ελλιπώς ανεπτυγμένο, καθώς ο συγγραφέας δεν είχε αντιληφθεί ακόμα την αξία της αφήγησης του Καζάκογλου και δεν κρατούσε εκτενείς σημειώσεις. Όταν επεξεργάζεται το τμήμα αυτό, προσθέτει ευθύς από την πρώτη σελίδα μια σκηνή αλληλέγγυας συμπεριφοράς ενός τούρκου "γραμματικού" προς τους αιχμαλώτους:
Ένας γραμματικός, που 'χε το γραφείο του πλάι στην πόρτα [της φυλακής] μας, άκουγε που μιλούσαμε λυπητερά και μας έκανε νόημα να τον πλησιάσουμε:
-Σαν έρχονται [οι φρουροί], μας λέει, και σας φωνάζουν, εσείς τραβηχτείτε μέσα. Και το λόγο μου φυλάχτε τον καλά, έξω μην τον δώσετε (1958, 13).
Ο Βενέζης θα τονώσει και αυτός τη θετική πλευρά των αντιπάλων, επιλέγοντας να αξιοποιήσει στη δική του αυτοβιογραφική, κατά κύριο λόγο, αφήγηση εμπειρίες τρίτων, που φανερώνουν την ανθρώπινη όψη του Τούρκου.
Έτσι η συγκινητική ιστορία στο Νούμερο ενός νεαρού τούρκου γιατρού που βοηθά και σώζει τον Ηλία όταν έχει αρρωστήσει, αν και οι Έλληνες του έχουν σκοτώσει τη μητέρα (1931, 127-129), αποτελεί -κατά πάσαν πιθανότητα- μια εμπειρία της αδελφής του Βενέζη, η οποία, όταν τον αναζητούσε άρρωστη στη Σμύρνη, βρήκε προστασία από έναν τούρκο αξιωματικό, που οι Έλληνες του είχαν σκοτώσει μητέρα και αδελφές[12].
Αυτό σημαίνει -ή τουλάχιστον έχουμε μια ένδειξη- ότι ο Βενέζης από ιστορίες τρίτων επιλέγει να αξιοποιήσει ακριβώς όσες αμβλύνουν την αντιπαλότητα και το μίσος ανάμεσα στους αντιπάλους.
Έτσι, αν από έκδοση σε έκδοση η εικόνα των Ελλήνων καθαρίζεται από μελανά σημεία, και η εικόνα των Τούρκων υφίσταται μια επί τα βελτίω επεξεργασία.
Με μία διαφορά: από την εικόνα των Ελλήνων απαλείφεται το στίγμα μιας οργανωμένης βαρβαρότητας (το "Συνεργείο Αντιποίνων"), ενώ στην εικόνα των Τούρκων προστίθενται πινελιές εξατομικευμένης ανθρωπιάς. Οι μεν Έλληνες ρετουσάρονται ως έθνος, ενώ οι Τούρκοι ως μεμονωμένες περιπτώσεις "βοηθών"[13].


Οι αναθεωρήσεις, ωστόσο, δεν αφορούν μόνο στα βάσανα της αιχμαλωσίας αλλά και στην ειρηνική ζωή. Το 1928 ο Βενέζης εκδίδει τη συλλογή διηγημάτων Ο Μανώλης Λέκας, δύο από τα οποία αφορούν τη ζωή στο Αϊβαλί και στην ενδοχώρα του πριν τους διωγμούς.
Το διήγημα με τίτλο "Στον κάμπο κάτου απ' τα Κιμιντένια" παρουσιάζει τη δύσκολη ζωή των αγροτών σε ένα τσιφλίκι, όπου ένας σκληρός επιστάτης ("κιαγιάς") εξοντώνει στη δουλειά ένα ετοιμοθάνατο βόδι και έναν γέροντα εργάτη από τη Λήμνο[14].
Το τσιφλίκι κάτω απ' τα Κιμιντένια είναι βέβαια το ίδιο που 15 χρόνια αργότερα θα τροφοδοτήσει τις λυρικές σελίδες της Αιολικής γης[15].
Η εικόνα της σκληρής ζωής έχει δώσει τώρα, στα 1943, τη θέση της στη γνωστή σύμπνοια ανθρώπων, ζώων και φυτών.
Ο σκληρός κιαγιάς έχει μετατραπεί σε "πιστό κιαγιά" (30) και ο γέροντας Λημνιός, που θέλαν να τον διώξουν, αν και ετοιμοθάνατο, επειδή δεν μπορούσε να δουλέψει, μετατρέπεται στον βιβλικό μπάρμπα Ιωσήφ, επίσης γέροντα από τη Λήμνο, ο οποίος "ζούσε μακάρια τις μέρες του στο υποστατικό επειδή δεν τον άφηναν να κάνει καμιά δουλειά" (58).
Η κοινωνία, όπως την αναλύει ο Βενέζης το 1928, είναι ταξικά χρωματισμένη' διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους.
Από το 1941 και πέρα όμως δεν αναφέονται πια ταξικές διακρίσεις και κοινωνική αδικία. Το διήγημα "Το Λιος" του 1928, όπου Τούρκοι συμπονούν και απελευθερώνουν έναν νεαρό Έλληνα που ψαρεύει παράνομα σε τουρκικά ύδατα, είναι πολύ χαρακτηριστικό: στην έκδοση του 1941 θα απαλειφθούν οι πολύ σημαντικές για το αρχικό κείμενο αντιθέσεις ανάμεσα σε πλούσιους παραθεριστές στη Λέσβο και φτωχούς βιοπαλαιστές, με αποτέλεσμα το κείμενο να χρωματίζεται διαφορετικά: η αρχική αλληλεγγύη των ταλαιπωρημένων ανθρώπων (των φτωχών τούρκων ψαράδων προς τον φτωχό έλληνα) μετατρέπεται σε εν γένει αγάπη μεταξύ των λαών[16].

Με άλλα λόγια, η πολιτική μετατόπιση του Βενέζη επηρεάζει και τον τρόπο θέασης της Ανατολής: ο παραδεισένιος κόσμος της Αιολικής γης δεν είναι μόνο προϊόν εξιδανίκευσης της χαμένης πατρίδας, αλλά και απότοκο της απομάκρυνσης από την Αριστερά[17].
Ωστόσο, αν η ρεαλιστική ανάλυση που εμφορείται από αριστερές ιδέες εγκαταλείπεται, αρχίζει να χρησιμοποιείται τώρα η ιδέα της "λεβεντιάς", που θα φορτιστεί και με εθνικές-πατριωτικές συνδηλώσεις.
Μια άλλη αναθεώρηση ανάμεσα στη συλλογή του 1928 και στην Αιολική γη είναι ενδεικτική. Στο διήγημα "Ο Μανώλης Λέκας", που δίνει τον τίτλο στη συλλογή, παρουσιάζεται το δράμα μιας οικογένειας στο Αϊβαλί: μια μάνα αγωνίζεται με όλες τις δυνάμεις της ενάντια στην επιθυμία του άντρα της να στείλουν τον μικρό γιο τους στο κοντραμπάντο, όπου θα κινδύνευε να σκοτωθεί[18].
Αναφορά στο λαθρεμπόριο γίνεται και στην Αιολική γη, αλλά με εντελώς διαφορετικό πνεύμα.
Τώρα οι κοντραμπατζήδες είναι ηρωικοί, αφιλοκερδείς (ως άλλοι Ρομπέν των δασών μοιράζουν, μας λέει ο αφηγητής-συγγραφέας, το κέρδος τους ως και σε φτωχές νοικοκυρές!), αλλά και εθνικοί ήρωες, αφού μεταφέρουν πολεμοφόδια από την Ελλάδα στους ορεινούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας.
Οι γυναίκες τους, "αναθρεμμένες μες στο αίμα", περιμένουν τη μεγάλη ώρα του φόνου -το ενδεχόμενο να σκοτωθεί ο άντρας ή ο γιός τους-, που θα τις καταστήσει περήφανες, ως κορυφαίες του πόνου (251-252).
Ίσως κατά τύχη ίσως όχι, η δυστυχισμένη μάνα στον "Μανώλη Λέκα", που επιχειρεί να αποτρέψει τη συμμετοχή του γιου της στο κοντραμπάντο, και η περήφανη μάνα της Αιολικής γης φέρουν το ίδιο όνομα: Αγγέλικα - Αγγέλα. Το λαθρεμπόριο έχει λάβει στο μυθιστόρημα του 1943 ηρωική μεγαλοπρέπεια: έγινε "ο κύκλος της λεβεντιάς, το έπος των κοντραμπατζήδων" (263).
Στα 1943 ο Βενέζης έχει εκφράσει και θεωρητικά την ανάγκη να στραφούν οι συγγραφείς προς μια επική σύλληψη της πραγματικότητας[19]. Η τάση προς το επικό, εντούτοις, θα γενικευθεί στα χρόνια μετά το 1945.
Ο Πρεβελάκης, για παράδειγμα, ο οποίος το 1938 εξέδιδε Το χρονικό μιας πολιτείας, αφήγηση της ειρηνικής συνύπαρξης χριστιανών και Τούρκων, το 1945 εκδίδει το Παντέρμη Κρήτη, ηρωική αφήγηση της επανάστασης του 1866, κι αμέσως μετά συγγράφει την τριλογία Ο Κρητικός, μια απόπειρα επικής ανάπτυξης των αγώνων του κρητικού λαού εναντίον των Τούρκων.
Η ροπή προς το έπος θα επηρεάσει και το Χρονικό μιας πολιτείας.
Αν στα 1938 ο Πρεβελάκης αφηγείται την καθημερινότητα της γενέθλιας πόλης, του Ρεθύμνου, στα τελευταία χρόνια της συμβίωσης Ελλήνων και Τούρκων, πριν την ανταλλαγή των πληθυσμών του 1923, με ένα πνεύμα ομόνοιας ανάμεσα στις κοινότητες, στα 1956 το πνεύμα αυτό αναθεωρείται επί τα χείρω.
Στα 1938 ο αφηγητής δηλώνει ρητά: "δεν είχαμε [τα νέα παιδιά] μίσος στην καρδιά μας για τους Τουκοκρητικούς, μ' όλο το συνδαύλισμα της αμάχης που γινόταν από τους μεγαλύτερους". Στη φράση αυτή τα νέα παιδιά παρουσιάζονται να έχουν το δίκιο με το μέρος τους. Στην έκδοση όμως του 1956, μια μικρή, διακριτική προσθήκη αλλάζει το νόημα: "μ' όλο το συνδαύλισμα της αμάχης που γινόταν από τους μεγαλύτερους, πού 'χαν απάνω στο κορμί τους λαβωματιές αγιάτρευτες ακόμα". Τώρα το δίκιο το έχουν οι μεγαλύτεροι' οι νέοι παρουσιάζονται μάλλον ως οι ανυποψίαστοι που, μην έχοντας την εμπειρία, δεν μπορούν να καταλάβουν την αιτία του εθνικού μίσους[20].

Αντίστοιχη είναι και η ιδεολογική μετατόπιση του Νίκου Καζαντζάκη.
Μετά τη Μικρασιατική καταστροφή ο Καζαντζάκης δηλώνει εξαιρετικά αγανακτισμένος με τις ατιμωτικές πράξεις και των δύο αντιμαχομένων, και θεωρεί πως για χάρη του Ανθρώπου πρέπει οι λαοί να μάθουν "ν' αναπνέουν έξω από σύνορα"[21].
Στο ίδιο πνεύμα είναι γραμμένος και ο Ζορμπάς: βάζοντας τον ήρωά του να απαρνείται τον πόλεμο, αφού είδε με τα μάτια του την ορφάνεια που ο ίδιος είχε σκορπίσει, ο συγγραφέας επιμένει σε έναν φιλειρηνικό ανθρωπισμό πέρα από εθνικά σύνορα.
Αυτά, στην αρχή της Κατοχής, 1941 με 1943, οπότε γράφεται ο Αλέξης Ζορμπάς.
Η διαφοροποίηση προς το επικό και προς μια νέα θεώρηση του Τούρκου ως εθνικού εχθρού θα γίνει, και στην περίπτωση του Καζαντζάκη, στο τέλος της Κατοχής, με τον ακόλουθο τρόπο.
Το 1946 ο Καζαντζάκης περιοδεύει στα κρητικά χωριά και καταγράφει τις καταστροφές που έγιναν από τους Γερμανούς, θαυμάζοντας ταυτόχρονα την αντοχή και το φρόνημα του πληθυσμού. Ξεκινώντας από τις εμπειρίες αυτές, αποπειράται να γράψει ένα μυθιστόρημα με θέμα την κρητική αντίσταση στους Γερμανούς, σχέδιο που τα αμέσως επόμενα χρόνια τροποποιεί, αλλάζοντας την εθνικότητα του εχθρού: στη θέση των Γερμανών τοποθετεί τους Τούρκους, μετατοπίζοντας την ιστορία που αφηγείται πενήντα χρόνια πίσω. Το μυθιστόρημα που προκύπτει κατ' αυτόν τον τρόπο είναι ο Καπετάν Μιχάλης (1953), αυτή η αμφιλεγόμενη αν και όχι χωρίς επικούς τόνους εξιστόρηση μιας επανάστασης εναντίον των Τούρκων[22].

Οπωσδήποτε, λοιπόν, μετά το 1945 το κλίμα απέναντι στους Τούρκους αλλάζει στη λογοτεχνία.
Η τάση προς ηρωικές αφηγήσεις κάνει τους συγγραφείς να αξιοποιήσουν, εκτός από το πρόσφατο παρελθόν, και παλαιότερες εποχές της ιστορίας, και μάλιστα την Τουρκοκρατία[23].
Έτσι οι Τούρκοι πέφτουν, κατά κάποιον τρόπο, θύματα των Γερμανών: επωμιζόμενοι τα βάρη εκείνων, τείνουν να καταστούν το αρχέτυπο του εθνικού εχθρού.
Αλλά και ο ελληνικός λαός θεωρείται πλέον αποκαθαρμένος. Το "αλβανικό έπος", τα βάσανα της Κατοχής, η Αντίσταση, έχουν συμβάλει στον σχηματισμό μιας καινούριας εικόνας γι' αυτόν[24].
Οι παλιές αμαρτίες παραγράφονται, σβήνονται από τα κείμενα, και το φρόνημα ανορθώνεται για να συμβαδίσει προς τις απαιτήσεις του έπους.
Ωστόσο στα νεότερα χρόνια, στα σαραντάχρονα της μικρασιατικής καταστροφής, προκύπτουν δύο έργα, που από ιδεολογική σκοπιά μας επαναφέρουν στην αφετηρία. Η Διδώ Σωτηρίου στα Ματωμένα χώματα θα αποτολμήσει να μιλήσει τόσο για τις μελανές όψεις των ελληνικών πράξεων την εποχή της νίκης, όσο και για την πλήρη απώλεια του ηθικού και της ανθρωπιάς κατά την ήττα.
Ο Κοσμάς Πολίτης, πάλι, θα παρουσιάσει σε σοφή μυθιστορηματική σύνθεση τους διώκοντες και τους διωκόμενους σε συνεχή εναλλαγή ρόλων: οι Τούρκοι, διωγμένοι από τη Θεσσαλία το 1881 και από την Κρήτη το 1898, θα γίνουν διώκτες των Ελλήνων το 1922, ενώ οι Έλληνες που διώκονται το 1922 έχουν γίνει προηγουμένως διώκτες μιας άλλης μειονότητας, των Εβραίων.
Ο Τουρκοκρητικός που τριγυρνά στα σοκάκια της Σμύρνης, Στου Χατζηφράγκου, διαλαλώντας την πραμάτια του -"άνυδρα κολοκυθάτσα"[25]- δεν είναι μια απλή ηθογραφική φιγούρα, αλλά συνοψίζει το νόημα του έργου και το νόημα ίσως όλης της ιστορίας: την κοινή τραγική μοίρα όλων των μειωνοτικών πληθυσμών, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον γενέθλιο τόπο για χάρη της εθνικής καθαρότητας.


doctor

____________________________________________

[1] Στρατής Δούκας, Ιστορία ενός αιχμαλώτου, Αθήνα (3)1958, σ.17. Το κείμενο της τρίτης έκδοσεις διατηρείται αναλλοίωτο και στις επόμενες.
[2] Στρατής Δούκας, Ιστορία ενός αιχμαλώτου, Αθήνα 1929, σ.13.
[3] Συγκεντρωμένα παραδείγματα αναθεωρήσεων μπορεί να βρει κανείς στο Αγγέλα Καστρινάκη, Η φωνή του γενέθλιου τόπου, Αθήνα 1997.
[4] 1929, σ.16-17' 1958, σ.18-19.
[5] Οι μεταβολές αυτές δεν συζητήθηκαν, ακόμα και από μελετητές που έκαναν σύγκριση των εκδόσεων. Ο Mario Vitti αναφέρεται μόνο στις γλωσσικές αλλαγές, Η γενιά του '30. Ιδεολογία και μορφή, Αθήνα 1984, σ.249. Η Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, Ο άλλος εν διωγμώ, Αθήνα 1998, σ.82-85, επισημαίνει την αλλαγή της αφιέρωσης και την προσθήκη μίας σκηνής, όπου ένα ζώο παρουσιάζεται να συμπάσχει με τους ανθρώπους. Ο ίδιος ο Στρατής Δούκας, όταν κάνει λόγο για τις αλλαγές που επέφερε, αναφέρει μόνο τις γλωσσικές και τις αλλαγές στη σύνθεση, αποσιωπώντας τις ιδεολογικές τροποποιήσεις, βλ. "Το ιστορικό της", Ιστορία ενός αιχμαλώτου, Αθήνα (19)1988, σ.66-67.
[6] Για την πρόσληψη αυτού του καινούριου ηθικού και εθνικού νοήματος, βλ. ενδεικτικά την κριτική του Δημ. Ραυτόπουλου για την τρίτη έκδοση της Ιστορίας ενός αιχμαλώτου, στο Οι ιδέες και τα έργα, Αθήνα 1965, σ.79-80.
[7] Ηλίας Βενέζης, Το νούμερο 31328, Αθήνα 1931.
[8] Μια συγκλονιστική εικόνα του αυτοεξευτελισμού των αιχμαλώτων δίνεται στο Από την αιχμαλωσία. Το ημερολόγιο του αεροπόρου λοχαγού Β.Κ., Αθήνα 1923, σ.232-240.
[9] Ηλίας Βενέζης, Το νούμερο 31328, Αθήνα 1945, σ.1.
[10] Ηλίας Βενέζης, Μικρασία, χαίρε!, Αθήνα 1974.
[11] 1931, σ. 63, αναλυτική αναφορά σε βασανιστήρια εκ μέρους των Ελλήνων' 1945, σ.67, όπου γίνεται λόγος για "Συνεργείο Αντιποίνων", χωρίς άλλες λεπτομέρειες' 1952, σ.56, όπου ο λόγος είναι μονάχα για "αντίποινα πολλά". Τις αλλαγές αυτές όσον αφορά τα αντίποινα και την εικόνα του κλήρου τις έχει επισημάνει και ο Ρένος Αποστολίδης, περ. Τα νέα ελληνικά, τχ.5 (Μάιος 1952), σ.388, και Κριτική του μεταπολέμου, Αθήνα 1962, σ.16-17. Ο Ρένος Αποστολίδης, θεωρώντας ότι οι αλλαγές αυτές έγιναν στην γ' εκδ. του 1952 (έχουν γίνει όμως ήδη το 1945), κατηγορεί τον Βενέζη ότι τροποποιεί το έργο του, προκειμένου να γίνει δεκτός στην Ακαδημία Αθηνών.
[12] Η αφήγηση της αδελφής του Βενέζη, Αγάπης, περιλαμβάνεται στο Μικρασία, χαίρε!, ό.π., σ.50-57.
[13] Η ύπαρξη ενός "βοηθού" από τον χώρο των αντιπάλων ερείδεται ενίοτε σε πραγματικές συμπεριφορές, βλ. τις περιπτώσεις που καταγράφονται στις αφηγήσεις των προσφύγων, στο Έλλη Παπαδημητρίου, Ο κοινός λόγος, Α', Αθήνα 1972, σ.39, 47-48. Όμως ο τονισμός του ρόλου του βοηθού συνιστά επίσης ψυχολογική λειτουργία των διωκομένων, προκειμένου να "μειώσουν την τρομακτική ένταση ανάμεσα σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον και στον διωκόμενο Εαυτό", θέμα για το οποίο βλ. Φραγκίσκη Αμπατζοπούλου, ό.π., σ.250.
[14] Ηλίας Βενέζης, Ο Μανώλης Λέκας κι άλλα διηγήματα, Αθήνα 1928, σ.100-115.
[15] Ηλίας Βενέζης, Αιολική γη, Αθήνα 1943. Επειδή ο συγγραφέας αναθεωρεί το μυθιστόρημα μόνο γλωσσικά (προς την κατεύθυνση μιας πιο αμιγούς δημοτικής), παραπέμπω, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη, στην 24η εκδ., Αθήνα 1986.
[16] Η παρατήρηση ανήκει στον Σ.Ν. Φιλιππίδη, Τόποι, Αθήνα 1998, σ.88-94.
[17] Στο Νούμερο 31328 προβάλλονται επίσης με έμφαση διαιρέσεις ανάμεσα σε εξουσιαστές και εξουσιαζόμενους που ανήκουν στο ίδιο έθνος: οι ισχυροί έλληνες "τσαούσηδες" του στρατοπέδου καταπιέζουν εξίσου τους έλληνες αιχμαλώτους και τους τούρκους φρουρούς τους. Εδώ ο Βενέζης δεν προχωρά σε αναθεωρήσεις, ίσως επειδή το Νούμερο ήταν ήδη ένα πολύ διάσημο έργο.
[18] Ο Μανώλης Λέκας, ό.π., σ.3-38. Ο γιος τελικά σκοτώνεται στον πετροπόλεμο που γίνεται ανάμεσα στις ενορίες της πολιτείας.
[19] Ηλίας Βενέζης, "Η προσφυγιά του 1922 στην ελληνική λογοτεχνία", Προσφυγικός κόσμος, (Ιαν. 1943), σ.1-2. Το άρθρο με την προτροπή προς το έπος το έχει επισημάνει ο Thomas Doulis, Disaster and Fiction. Modern Greek Fiction and the Asia Minor Disaster of 1922, University of California Press 1977, σ. 280-282.
[20] Τις αναθεωρήσεις του Πρεβελάκη τις έχω διερευνήσει στο Η φωνή του γενέθλιου τόπου, ό.π., σ.147-151.
[21] Νίκος Καζαντζάκης, Επιστολές προς τη Γαλάτεια, Αθήνα 1958, σ.138.
[22] Αναλυτικότερα για το θέμα αυτό, καθώς και για τις αναθεωρήσεις του Καζαντζάκη όσον αφορά την εικόνα του Τούρκου, έχω αναφερθεί στο "Η εμπειρία της νίκης και η μυθοποίηση της ήττας. Εικόνες του Τούρκου στο έργο του Καζαντζάκη", υπό έκδοση στα πρακτικά του διεθνούς συνεδρίου "Η τελευταία φάση του κρητικού ζητήματος", Ηράκλειο, 21-23 Αυγούστου 1998.
[23] Πβ. Απ. Σαχίνης, Η πεζογραφία της Κατοχής, Αθήνα 1948, σ.14.
[24] Πβ. τις παρατηρήσεις του Thomas Doulis, ό.π., σ.180-183.
[25] Για τη σκηνή με τον διωγμένο από τη Λάρισα Τούρκο, καθώς και με τον Τουρκοκρητικό, βλ. Κοσμάς Πολίτης, Στου Χατζηφράγκου, Αθήνα 1963, σ.24-29.

Δεν υπάρχουν σχόλια: