Σάββατο 20 Οκτωβρίου 2007

Η "προσφορά" της εκκλησίας και της θρησκείας στην αφύπνιση του Γένους (μέρος Α')


H Xάρτα του Ρήγα

Πόσες χιλιάδες φορές έχουμε όλοι ακούσει τους θρησκευτικούς ηγέτες αυτής της χώρας να κηρύττουν υπερήφανα πόσο η εκκλησία βοήθησε στον ξεσηκωμό του γένους!
Μάλιστα ένας λόγος για τον οποίο το νέο βιβλίο της ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού αποσύρθηκε ήταν ότι δεν έγραφε για την προσφορά της εκκλησίας στην επανάσταση.

Ας δούμε λοιπόν, λίγο πριν την επανάσταση, τι πραγματικά έλεγε η εκκλησία και οι θρησκευόμενοι συγγραφείς:

1) Ο Ρήγας καταδικάστηκε από την Εκκλησία κατά τη διάρκεια της σύντομης αλλά μαχητικής σε αντεπαναστατικές πρωτοβουλίες πρώτης πατριαρχείας του Γρηγορίου του Ε’ (1797-1798).
Σε μια επιστολή του προς τον Μητροπολίτη Σμύρνης, ο πατριάρχης εξέφραζε την ανησυχία του για τη φημολογούμενη εμφάνιση στην εκκλησιαστική επαρχία του Σμύρνης ενός φυλλαδίου με τον τίτλο «Νέα πολιτική διοίκησις των κατοίκων της Ρούμελης» και διέτασσε τον μητροπολίτη να προσπαθήσει με κάθε τρόπο να κατάσχει όλα τα αντίτυπα του φυλλαδίου, που τυχόν κυκλοφορούσαν, και να τα στείλει χωρίς χρονοτριβή στην Κωνσαντινούπολη. Το φυλλάδιο αυτό, έλεγε ο πατριάρχης, «πλήρες υπάρχει σαθρότητος εκ των θολερών αυτού εννοιών, τοις δόγμασι της ορθοδόξου ημών πίστεως εναντιούμενον» [1].

2) Ο μοναχός Κύριλλος Λαυριώτης, γνωστός για την σχέση του με την χρησμολογική παράδοση του 18ου αιώνα καθώς και για την ανάμιξή του σε διάφορα κινήματα κατά του Διαφωτισμού, πανηγύριζε τον αφανισμό του Ρήγα, ως δίκαιη τιμωρία ενός διαταραγμένου πνεύματος [2].
Ρήγας Φερραίος

3) Ενας μοναχός, ο Κύριλλος ο Πατρεύς, έγραφε: «Ο διεφθαρμένος τα φρένα Ρήγας (...) ος εκδούς εγκύκλια γράμματα διεγερτικά κατά των νυν τυράννων άνευ της του Χριστού ευδοκίας, κακώς ως κακός το ζην αποστέρηται, θοίνη προσήκουσα τοις τω ποταμώ Ιστρω ιχθύσι γενόμενος μετά των αυτού συνωμοτών και ύλη της αιωνίου κολάσεως».
Καλώς δηλαδή έγινε τροφή για τα ψάρια του Δούναβη!
Σε γράμμα ενός μητροπολίτη, το 1801, κατηγορούνται ο Ρήγας και οι σύντροφοί του διότι «εσκόπευον να κάμουν επαναστάσεις κατά του κραταιοτάτου Σουλτάνου· αλλ' ο μεγαλοδύναμος Θεός τούς επαίδευσε κατά τας πράξεις των με τον θάνατον οπού τους έπρεπε»[3].

4) Η προτίμηση των νέων φοιτητών για τον Νεοελληνικό Διαφωτισμό, θορύβησε την εκκλησία.
Σε μια σάτιρα συνταγμένη κατά προσέγγιση στην δεκαετία 1793-1803, με τίτλο «το Φανάρι του Διογένους», η οποία αποδίδεται στον Αγιοταφίτη Αρχιμανδρίτη Αγάπιο Χαπίπη, η ανησυχία του συγγραφέα για την χαλάρωση των ηθών και τη διαστρέβλωση των ηθικών αξιών τον οδήγησε να καταγγείλει ιδέες όπως η ελευθερία και η ισότητα και να επικρίνει τις αρχές και τις κοινωνικές συνέπειες της Γαλλικής Επανάστασης.
Προχώρησε μάλιστα και στην καταγγελία του αυτεπάγγελτου επικριτή της θρησκείας και εμπνευστή της Επανάστασης, του Βολταίρου, στον οποίο καταλογίζει πρωταρχική ευθύνη για την ηθική παρακμή της κοινωνίας [4].

5) Ο ιερομόναχος Αθανάσιος Πάριος, διευθυντής της Σχολής της Χίου, υποστήριζε ότι οι άνθρωποι «ούτε γεννώνται ούτε είναι ελεύθεροι» στην κοινωνία και απέρριπτε το αίτημα της ισότητας, ως εξωπραγματική ψευδαίσθηση.
Η επίθεση κατά του Διαφωτισμού συνεχιζόταν με το έργο του «Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων» (1802), στο οποίο καταγγέλονταν η κοσμική παιδεία και ο νεότερος πολιτισμός ως οι κύριες πηγές ηθικού κινδύνου για τις χριστιανικές ψυχές.
Προειδοποιούσε ότι ήταν θλιβερή η στάση των νέων φιλοσόφων που περιφρονούσαν την σοφία των Πατέρων της Εκκλησίας και επιζητούσαν να αναστήσουν του αρχαίους (σ.σ. έλληνες) ή υιοθετούσαν θεωρίες ασεβών ευρωπαίων στοχαστών, όπως ο Καρτέσιος, ο Αμήτριος, ο Ρουσσών, ο Βολτάριος […].
Το κείμενο υποστήριζε στην συνέχεια ότι η κοσμική γνώση, επειδή υπέσκαπτε την πίστη, ήταν επιζήμια για την ανθρώπινη ευτυχία.
Όσο για την συνήθεια των πλουσίων εμπόρων να στέλνουν τα παιδιά τους να σπουδάζουν στην Ευρώπη, έγραφε ο Πάριος:
«καθώς φαίνεται, η πλεονεξία κοιλίαν έχει, μα αυτία δεν έχει, και ο Κύριος να σας φωτίση, αδελφοί, να αποφασίσητε εις το εξής να ζήτε με αυτάρκειαν, κατά την αποστολικήν παραίνεσιν και ούτω να παύσετε εις το εξής από το να στέλλετε εις τον φανερόν κίνδυνον της απωλείας τα φίλτατά σας τέκνα και να γίγνεσθε εσείς οι ίδιοι ένοχοι του αίματος των ψυχών αυτών. Φεύγετε όσον δύνασθε την Ευρώπην. Και ακόμα και εκείνους οπού έρχονται από την Ευρώπην, ότι οι λόγοι τους ρέουσιν από τα χείλη τους γλυκύτεροι από το μέλι. Μα αλλοίμονον […] τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών διά […] τας κατά του Θεού βλαφημίας […] και της ακολασίας και ασελγείας τα ρήματα».
Σε γενικές γραμμές οι απόψεις του Αθανάσιου Παρίου απηχούσαν την αυθεντική στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στις προκλήσεις της πολιτισμικής και κοινωνικής αλλαγής στην ελληνική κοινωνία [5].

Ο Ρήγας και ο Κοραής ανασηκώνουν την Ελλάδα

6) Όταν οι λαοί της Ευρώπης ­ γαλβανισμένοι από τα κηρύγματα του Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης ­ ξεσηκώνονταν για να διεκδικήσουν την ανεξαρτησία και την ελευθερία τους, κυκλοφόρησε (1798), ένα φυλλάδιο με την υπογραφή του πατριάρχη Ιεροσολύμων Ανθιμου και με τον τίτλο «Πατρική Διδασκαλία».

«Ο άπειρος εν ελέει και πάνσοφος ημών Κύριος, δια να φυλάξη αλώβητον την αγίαν και ορθόδοξον πίστιν ημών... ήγειρεν εκ του μηδενός την ισχυράν αυτήν βασιλείαν των Οθωμανών... δια να είναι εις μεν τους Δυτικούς ωσάν ένας χαλινός, εις δε τους Ανατολικούς ημάς πρόξενος σωτηρίας». Ετσι μαθαίνουμε γιατί κυριεύθηκε το χριστιανικότατο Βυζάντιο απ' τους Τούρκους: για να σωθεί ο Χριστιανισμός!

Αλλά «ο Διάβολος εμεθοδεύθη... μίαν άλλην πονηρίαν και απάτην ξεχωριστήν, δηλαδή το νυν θρυλλούμενον σύστημα της ελευθερίας... που είναι ένα δέλεαρ του διαβόλου και φαρμάκι ολέθριον, δια να κατακρημνίση τους λαούς εις την απώλειαν και την ακαταστασίαν...».

«Αδελφοί... κλείσατε τα αυτία σας και μη δώσετε καμμίαν ακρόασιν εις ταύτας τας νεοφανείς ελπίδας της ελευθερίας... που είναι εναντίαι εις τα ρητά της θείας Γραφής και των αγίων Αποστόλων, οπού μας προστάζουν να υποτασσόμεθα εις τας υπερεχούσας αρχάς, όχι μόνον εις τα επιεικείς αλλά και τας σκολιάς, δια να έχωμεν θλίψιν εις αυτόν τον κόσμον και να παραστήσωμεν καθαράς τω Χριστώ τας αισθήσεις ημών...».

«Παντού το φαντασιώδες αυτό της ελευθερίας σύστημα του πονηρού επροξένησε πτωχείαν, φόνους, ζημίας, αρπαγάς, ασέβειαν τελείαν και ανωφελή μεταμέλειαν»... ­ ενώ η δουλεία, όπως είναι πασίγνωστο, χαρίζει πλούτη, ασφάλεια, μακροβιότητα, γαλήνη, ευσέβεια, ψυχική σωτηρία...
Και η «Π.Δ.» καταλήγει: «Φυλάξατε στερεάν την πατροπαράδοτόν σας πίστιν και, ως οπαδοί του Χριστού, απαρασάλευτον την υποταγήν εις την πολιτικήν διοίκησιν» (την τουρκική, φυσικά, όχι την ελληνική, που ­ κατά τους επιγόνους του μακαριστού Ανθίμου ­ είναι «άθρησκη» και «αντίχριστη») [6].

doctor


__________________________________________________


[1] Γ. Παπαδόπουλος και Α. Αγγελόπουλος, Τα κατά τον […] Πατριάρχην Γρηγόριον Ε’, τομ.Β’, Αθήνα 1866, σελ.498-499. Π.Κιτρομηλίδη, καθηγητή πολιτικής επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Μ.Ι.Ε.Τ., σελ.428.
Βλ. επίσης: « Η άδικη κρίση του Ιωάννου Φιλήμονος για τον επαναστάτη Ρήγα Βελεστινλή» του Δ.Καραμπερόπουλου, δρ.Ιστορίας της ιατρικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, περιοδ.Θεσσαλικό Ημερολόγιο, Λάρισα 2000, σελ.257-272:
http://www.karaberopoulos.gr/karaberopoulos/rhigas/15.asp

[2] Για τις αιτιάσεις του Κυρίλλου Λαυριώτη κατά του Ρήγα, βλ. Asterios Argyriou, “Les exégèses grecques de l’Apocalypse à l’époque turque (1453-1821)”, Θεσσαλονίκη 1982, σελ.626-631. . Π.Κιτρομηλίδη ο.π., σελ.429.

[3] Αντ. Λιάκος, καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών «Ο δημοκρατικός πατριωτισμός του Ρήγα, 200 χρόνια από τη δολοφονία του επαναστάτη Βελεστινλή, εφημ. «το Βήμα», 28/06/1998.
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=12487&m=B01&aa=1

[4] «Επάνοδος, ήτοι Το Φανάρι του Διογένους», Ερμούπολη 1839. Για την πατρότητα του κειμένου της σάτιρας, βλ. Κ.Θ. Δημαράς, «Βιογραφικά Αγαπίου Χαπίπη», Προσφορά εις Στίλπωνα Κυριακίδην, Θεσσαλονίκη 1953, σελ.168-182 (αναδημοσίευση: Κ.Θ. Δημαράς, Ιστορικά Φροντίσματα, Αθήνα 1992, σελ.103-112).

[5] «Αντιφώνησις προς τον παράλογον ζήλον των από της Ευρώπης ερχομένων φιλοσόφων», Τεργέστη 1802, σελ.14-29, 29-33, 34-43, 116,139. Π.Κιτρομηλίδη, ο.π. σελ.439-442.

[6 ] «Θεοκρατίας διδασκαλίες», Μάριος Πλωρίτης, Εφημ. «το Βήμα», 25/06/2000:
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=12972&m=B02&aa=2

Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2007

Πορφύριος




"Όλα όσα έγραψε, παρασυρμένος από την τρέλα του, ο Πορφύριος κατά της ευσεβούς θρησκείας των Χριστιανών, σε οποιουδήποτε τα χέρια κι αν βρίσκονται, να δοθούν στην πυρά. Δεν επιθυμούμε να φθάνουν στα αυτιά των ανθρώπων συγγράμματα που προκαλούν την οργή του Θεού και εγκληματούν σε βάρος των ψυχών". [1].

Το παραπάνω αυτοκρατορικό διάταγμα εκδόθηκε το 448 μ.Χ.
Η εφαρμογή του ξεπέρασε το γράμμα αν όχι και το πνεύμα του: ρίχτηκαν στην πυρά όχι μόνο όλα τα αντίγραφα του περιβόητου δεκαπεντάτομου έργου «Κατά Χριστιανών», μα και όλα τα έργα των ίδιων των χριστιανών απολογητών που παρέθεταν (!) αποσπάσματά του ώστε να το αντικρούσουν.
Χάθηκαν όλα πλην ενός: το 1867, βρέθηκε στην Αθήνα το –γνωστό από το Μεσαίωνα ακόμα και κατόπιν εξαφανισμένο[2]- έργο «Αποκριτικός προς Έλληνας» του χριστιανού κατηχητή –ίσως και επισκόπου Μαγνησίας- Μακαρίου Μάγνητος.

Σε αυτό το τυχαίο εύρημα και παρ’ ότι το σύνολο σχεδόν του έργου αυτού του μεγάλου φιλοσόφου χάθηκε λόγω της μισαλλοδοξίας και του άσβεστου μίσους του χριστιανισμού απέναντι σε οτιδήποτε διαφορετικό υπήρχε τότε, μπορεί κανείς να διαβάσει πόσο μεγάλη είναι η δύναμη της ελληνικής φιλοσοφίας και πόσο εύκολα αντιμετωπίζει τον άκρατο μυστικισμό και την φαντασιοπληξία της ιουδαϊκής αίρεσης, του χριστιανισμού.

Ο Πορφύριος, είχε επικεντρωθεί σε έναν Θεό ασώματο, αμετάβλητο και αόρατο – σε μια έννοια Θεού που δεν χρειάζεται θυσίες ούτε προσευχές [3].
Ο Πορφύριος είναι πλήρως απογοητευμένος από την αποτυχία της Ρώμης να αναχαιτίσει τη διάδοση μιας επικίνδυνης δεισιδαιμονίας.
Η θρησκεία του χριστιανισμού δεν έχει λογική βάση για τον Πορφύριο και οι νεοφώτιστοι χριστιανοί καλούνται να δεχτούν την νέα θρησκεία με τυφλή πίστη γενόμενοι έτσι ηθικά ανάπηροι.
Τέλος, επικεντρώνει την πολεμική του στις κραυγαλέες ασυμφωνίες των ευαγγελιστών μεταξύ τους: ο Μάρκος παραθέτει ένα απόσπασμα από τον Μαλαχία και το αποδίδει στον Ησαΐα (Μάρκος 1.2). Ο Ματθαίος αποδίδει στον Ησαΐα ένα στίχο που ανήκει στον 77ο Ψαλμό κ.λπ.

Από το έργο του Πορφύριου «κατά Χριστιανών» , που βρέθηκε τυχαία όπως είπαμε, και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Θύραθεν» [4], παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα, σχετικό με την ανάσταση των σωμάτων:

Περί Αναστάσεως των σωμάτων.

"Ας μιλήσουμε πάλι για την ανάσταση των νεκρών. Για ποιο λόγο να κάνει τέτοιο πράγμα ο Θεός; Γιατί να ακυρώσει με τόση ευκολία τους νόμους του που ορίζουν την αλληλοδιαδοχή των όντων και τη διατήρηση και μη εξαφάνιση των ειδών, και να θέσει εξ αρχής και να διατυπώσει άλλους νόμους;
[…] Συνεπώς θα ήταν παράλογο να επακολουθήσει η ανάσταση γενεών ολόκληρων που έχουν πεθάνει. Και μαζί με κάποιον που πέθανε πριν τρία χρόνια να αναστήσει και τον Πρίαμο και το Νέστορα που πέθαναν πριν χίλια χρόνια, και τους άλλους που έχουν πεθάνει ακόμα πιο πριν, από καταβολής του ανθρώπινου γένους.
Κι αν καλοεξετάσει κανείς και το παρακάτω θα βρει ολοσδιώλου ανόητη την ιδέα της αναστάσεως: πολλοί άνθρωποι, βέβαια, έχασαν την ζωή τους στην θάλασσα και τα κορμιά τους φαγώθηκαν από τα ψάρια, κι άλλοι τόσοι έχουν καταβροχθιστεί από τα θηρία και όρνεα.
Πως είναι δυνατόν να επανέλθουν τα σώματά τους;
Ας το ελέγξουμε αυτό λεπτομερώς: κάποιος ναυαγεί, στη συνέχεια τον τρώνε τα μπαρμπούνια, κι οι ψαράδες που έπιασαν και έφαγαν τα μπαρμπούνια κατόπιν σκοτώθηκαν και στη συνέχεια φαγώθηκαν από τα σκυλιά, και τα σκυλιά σαν ψόφησαν φαγώθηκαν εξ ολοκλήρου από κόρακες και γύπες.
Πως λοιπόν θα ξανασυντεθεί το σώμα του ναυαγού που αφανίστηκε περνώντας μέσα από τόσα ζώα;
Και πάλι, ένα νεκρό σώμα που κάηκε στη φωτιά κι ένα άλλο που κατέληξε να φαγωθεί από τα σκουλήκια, πως είναι δυνατόν να ανασυσταθούν και να επανέλθουν στην αρχική τους μορφή;
Μα θα μου πεις, ο θεός είναι δυνατό να το κάνει αυτό, πράγμα που δεν είναι αλήθεια.
Δεν τα μπορεί όλα ο Θεός.
Δεν μπορεί να κάνει ώστε να μην έχει γεννηθεί ο ποιητής Όμηρος και να μην έχει γίνει η άλωση της Τροίας. Δεν θα μπορούσε, το δύο πολλαπλασιαζόμενο να το κάνει πέντε ενώ είναι τέσσερα, ακόμα και να το ήθελε» [5]

doctor
__________________________

[1] «Θεσπίζομεν πάντα, όσα Πορφύριος υπό της εαυτού μανίας ελαυνόμενος κατά της ευσεβούς των Χριστιανών θρησκείας συνέγραψε, παρ’οιωδήποτε ευρισκόμενα πυρί παραδίδοσθαι. Πάντα γαρ τα κινούντα τον Θεόν εις οργήν συγγράμματα και τας ψυχάς αδικούντα ουδέ εις ακοάς ανθρώπων ελθείν βουλόμεθα».
2] Ο «Αποκριτικός» χάθηκε στην Βενετία, στα μέσα του 16ου αιώνα, προτού ξαναβρεθεί στην Αθήνα, 3 αιώνες αργότερα. Ο «Αποκριτικός» γραμμένος σε διαλογική μορφή, παρέθετε την αντιχριστιανική επιχειρηματολογία ενός Έλληνα εθνικού φιλοσόφου που σήμερα θεωρείται επιστημονικά βεβαιωμένο ότι είναι ο νεοπλατωνικός Πορφύριος.
[3] Βλ. Πορφυρίου «περί αποχής εμψύχων» 2.37: «ο μεν πρώτος Θεός ασώματος τε ων και ακίνητος και αμέριστος και ούτε εν τινι ων ουτ’ ενδεδεμένος εις εαυτόν, χρήζει ουδενός των έξωθεν».
[4] Πληροφορίες για το βιβλίο και τον Πορφύριο: http://www.thyrathen.gr/book.php?id=75

[5] Πορφύριος, «κατά Χριστιανών», εκδόσεις Θύραθεν, 5η έκδοση, σελ.133-134.

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2007

Ο Αρβανίτικος Πύργος- Ελλάς Τουρκία συμμαχία



Με τον αφανισμό των Αλβανών συνάπτεται και η ονομασία Αρβανίτικος Πύργος.
Μετά την εξόντωση των Αλβανών στο Ναύπλιο, ο Τζεζαερλής έστειλε «μπουγιουρδιά» στους εναπομείναντες Αλβανούς και τους κάλεσε να εκκενώσουν το Μοριά.
Όμως ο αρχηγός των Αλβανών στην Τρίπολη, Μούρτο Άμζα, κράτησε περιφρονητική στάση, όπως λέει το παλιό ναυπλιακό άσμα.
Έτσι, ο Τζεζαερλής αποφάσισε να τον χτυπήσει.
Συνεννοήθηκε με τους κλέφτες του Μοριά, αφού συναντήθηκε μαζί τους στους Μύλους στις 28/5/1779.
Τις διαθέσεις των Ελλήνων και των Τούρκων έναντι των Αλβανών εκφράζει παραστατικά το ακόλουθο δημοτικό:

Να κάνουμε το ένα μας
και τούρκοι και ραγιάδες
τον τόπο να παστρέψουμε
από τους αρβανιτάδες

(Λαμπρυνίδης, “Η Ναυπλία», σελ.306).

Περίπου 3.000 κλέφτες ενίσχυσαν το στρατό που βάδισε κατά της Τριπολιτσάς. Οι Αλβανοί υπέστησαν πανωλεθρία.
Ο Τζεζαερλής, σε ανάμνηση της νίκης του, διέταξε να στηθεί τρόπαιο.
Πέντε χιλιάδες (5.000) κεφάλια αλβανών κόπηκαν, γδάρθηκαν και κτίστηκαν με κορασάνι ώστε να σχηματίσουν πυραμίδα.
Η θέση του τροπαίου ήταν σε ένα χωράφι έξω από την Πόρτα του Αναπλιού, του τείχους της Τριπολιτσάς, στο χωριό Μπασιάκος.
Ο Κολοκοτρώνης στη «Διήγησιν των συμβάντων της ελληνικής φυλής» αναφερόμενος στη δράση του πατέρα του Κωνσταντίνου που συμμετείχε στην εξόντωση των Αλβανών, ονομάζει την πυραμίδα πύργο.
Ο Πουκεβίλ όμως που πέρασε από εκεί το 1799 και είδε το κτίσμα που είχε αρχίσει να καταρρέει λόγω της αποκολλήσεως μερικών κρανίων, ονομάζει το κτίσμα «πυραμίδα».
Η πυραμίδα διατηρήθηκε μέχρι το 1806-1807.
Τότε οι αγάδες της Τριπολιτσάς την εξαφάνισαν εντελώς για να μην προσβληθεί ο Βελής, ο γιος του Αλή Πασά, που είχε διοριστεί τότε Μόρα Βαλεσής και κατέβαινε στην Πελοπόννησο.

(Πηγή: Σαράντος Ι. Καργάκος, Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες, Δ’ έκδοση, εκδόσεις Σιδέρης, σελ.46-47).
doctor

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2007

Ο "Αληθής Λόγος" του Κέλσου




Στην Ελλάδα είτε από άγνοια είτε σκόπιμα, καλλιεργήθηκε η εσφαλμένη ιδέα ότι ο Αληθής Λόγος [1] του Κέλσου έχει χαθεί για πάντα.
Και αυτό ενώ ο Αληθής Λόγος, το πρώτο γραπτό έργο υπεράσπισης του ελληνισμού από τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό, ήδη έχει εκδοθεί στις περισσότερες χώρες της Ευρώπης καθώς και στις ΗΠΑ, κι είναι μεταφρασμένος εδώ και πολλές δεκαετίες στα αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά.
Ο Αληθής λόγος, γραμμένος το 178 μ.Χ., σώζεται σχεδόν αυτούσιος χάρη στον Χριστιανό κατηχητή Ωριγένη, που προκειμένου να τον αντικρούσει τον παρέθεσε μέσα στο απολογητικό του έργο Κατά Κέλσου, ακριβώς ως είχε.
Ο Κέλσος, εκλεκτικός φιλόσοφος της ύστερης αρχαιότητας, αντλώντας επιχειρήματα από το οπλοστάσιο της ελληνικής φιλοσοφίας και από την ιστορία, δίνει την ελληνική απάντηση σε ένα δόγμα που το θεωρεί προϊόν βάρβαρης σκέψης.
Ο Αληθής λόγος, με το αδιάβλητο κύρος του αρχαιοελληνικού λόγου, έρχεται να ανατρέψει τους μύθους περί ελληνοχριστιανισμού, καταδεικνύοντας με έμφαση το χάσμα ανάμεσα στο Ελληνικό Πνεύμα και τον Χριστιανισμό.

Παραθέτω μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

1) "Οι Χριστιανοί, κολυμπώντας μέσα σε μέγιστη αμάθεια και μη μπορώντας να συλλάβουν τα θεία αινίγματα, κοντά στα άλλα είχαν την ασέβεια να κατασκευάσουν κάποιον αντίπαλο του Θεού, που τον ονομάζουν Διάβολο ή Σατανά στα εβραϊκά.
Είναι βέβαια λογική ολοσδιώλου ανθρώπινη και θνητή και καθόλου συγχωρητέα, το να ισχυρίζεσαι ότι ο μέγιστος Θεός, παρόλο που θέλει σε κάτι να ωφελήσει τους ανθρώπους δεν μπορεί επειδή του κάνει αντίπραξη ο .... αντίπαλος"
2) "Ακόμη είναι ανόητο να πιστεύουν ότι όταν ο Θεός θα ρίξει φωτιά -θαρρείς και είναι κανένας μάγειρας- τότε όλο το υπόλοιπο ανθρώπινο γένος θα κατακαεί και μόνο αυτοί θα απομείνουν..." [σελ.91]
3) "Ισχυρίζονται ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν από τον Θεό για χάρη του ανθρώπου, ενώ εμείς υποστηρίζουμε ότι δεν έγιναν και δεν γίνονται, ούτε για χάρη των ανθρώπων ούτε για χάρη των ζώων. Και ούτε είναι έργα του Θεού οι βροντές και οι αστραπές και οι βροχές" [σελ.83]
4) "Σκάρωσαν για λογαριασμό τους την πιο άτεχνη και απίστευτη ιστορία:Κάποιον άνθρωπο τον έπλασε, λέει ο ίδιος ο Θεός με τα χέρια του και φύσηξε μέσα του ζωή, κι ύστερα από το πλευρό του έφτιαξε μια γυναίκα, και μετά τους έδινε παραγγέλματα κι ήρθε ένα φίδι και του' κανε αντίπραξη, και τελικά υπερίσχυσε το φίδι και όχι τα παραγγέλματά του.
Και αυτόν τον ανόσιο μύθο διηγούνται -θαρρείς και απευθύνονται σε τίποτε γριές- που παρουσιάζει έναν θεό αδύναμο από την πρώτη στιγμή: Έναν θεό που δεν στάθηκε ικανός να πείσει ούτε τον ένα και μοναδικό άνθρωπο που ο ίδιος έπλασε.Κατόπιν μιλούν για κάποιον κατακλυσμό .... ατελείωτες και αβασάνιστες παραχαράξεις του μύθου του Δευκαλίωνα" [σελ.78-79].
5) "Ετούτοι όμως, επινοώντας κάθε λογής φόβητρα, προσελκύουν κόσμο στις γραμμές τους τρομοκρατώντας τον με την ιδέα της θείας τιμωρίας ("περί κολάσεως λόγος") [σελ.59]
6) "Εσείς με ποια ΛΟΓΙΚΗ φτάσατε να τον θεωρείτε υιό του θεού;
"Διότι ξέρουμε" θα πείτε "ότι η σταύρωσή του έγινε για να νικηθεί ο άρχοντας του κακού. Τον θεωρούμε υιό του θεού ακριβώς επειδή τιμωρήθηκε".
Ε, και λοιπόν;
Τόσοι και τόσοι άλλοι δεν έχουν τιμωρηθεί, και μάλιστα το ίδιο ατιμωτικά; [σελ.49]"
7) ... και αντίθετα με την ανάστασή του, που θα μπορούσε να δώσει στους ανθρώπους την πιο ισχυρή πίστη, δεν εμφανίζεται παρά μόνο σε μια γυναίκα και στους οπαδούς του και αυτό στα κρυφά.
Τις μέρες που υπέφερε την τιμωρία τον έβλεπε όλος ο κόσμος.
Σαν αναστήθηκε τον είδε μόνο ένας-ενώ έπρεπε να συμβεί το αντίθετο".
doctor
____________________________________________________
[1] Πληροφορίες για το βιβλίο: http://www.thyrathen.gr/book.php?id=73
[2] Πληροφορίες για τον Κέλσο και το έργο του: http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%AD%CE%BB%CF%83%CE%BF%CF%82

Πέμπτη 4 Οκτωβρίου 2007

Οι «χωρικοί» της Οθωμανικής περιόδου



Πολλά έχουν γραφεί για τους «Ρωμαίους» [1] της «Οθωμανικής Αυτοκρατορίας». Πολλά έχουμε όλοι διδαχθεί από την σχολική ιστορία σχεδόν ως θέσφατα και αξιώματα. Η κοινωνική ομάδα των ρωμαίων αυτοπροσδιοριζόταν με βάση την θρησκεία και παρομοίως προσδιόριζε και την κυρίαρχη ομάδα, τους μουσουλμάνους.

Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι μουσουλμάνοι ήταν πολίτες α’ και οι χριστιανοί β’ κατηγορίας και έτσι η κοινωνική διαστρωμάτωση σε όλο το μήκος και πλάτος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας γινόταν με βάση την θρησκεία.


Οι έννοιες του Έθνους, της εθνικής συνείδησης και κυρίως της εθνικής ανεξαρτησίας είναι μεταγενέστεροι και δεν έχουν σχέση με τους πρώτους αιώνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, οπότε η έννοια «τουρκοκρατία» όπως και «υπόδουλο ελληνικό έθνος» εντάσσονται στην αναδρομική θεώρηση της ιστορίας από τους ιστορικούς του 19ου αιώνος και δεν έχουν σχέση με την πραγματικότητα.

Η συντριπτική πλειονότητα των ρωμαίων ήταν χωρικοί. Η Ελλάδα εισήλθε στην νέα εποχή ως κατεξοχήν τόπος χωρικών. Μετά την εξαφάνιση της μεσαιωνικής γαιοκτητικής αριστοκρατίας των ελληνικών χωρών και την αντικατάστασή της από Λατίνους και μουσουλμάνους γαιοκτήμονες, ακόμα δε και μετά την άνοδο ελληνικών ηγετικών ομάδων, η Ελλάδα που διαμορφώθηκε ήταν χώρα στην οποία η συντριπτική πλειοψηφία των κατοίκων αποτελούσαν χωρικοί.
Όπως όλοι οι χωρικοί της εποχής, οι χωρικοί περνούσαν την βραχεία συνήθως ζωή τους χωρίς να αφήσουν άλλα ίχνη για τον ερευνητή παρά εκείνα που κατέγραφε ο κύριός τους στα φορολογικά του κατάστιχα, καθώς και λίγα τραγούδια, παροιμίες, θρύλους, ευτράπελες ιστορίες και αινίγματα τα οποία έφτασαν έως τις μέρες μας διασκευασμένα από τους λόγιους συλλέκτες τους. Η ιστορία τους προσπερνούσε μάλλον αδιάφορη. Μόνο λίγοι ξένοι περιηγητές και ακόμα λιγότεροι ντόπιοι άφησαν κάποιες εντυπώσεις για τη ζωή των χωρικών της εποχής [2].

Ο Γιώργος Προγουλάκης, διδάκτωρ Οικονομικής Ιστορίας [3 ] γράφει για τους χωρικούς της Οθωμανοκρατίας:

«το προσδόκιμο ζωής δεν ξεπερνούσε τα 30-35 χρόνια, και οι άνθρωποι αυτόν τον χρονικό ορίζοντα είχαν όταν προσπαθούσαν να σκεφτούν το μέλλον τους και να πάρουν αποφάσεις, προφανώς και οικονομικές. Αν ένας εικοσάρης αποφάσιζε να φυτέψει ελιές, για παράδειγμα, ήταν αμφίβολο αν ο ίδιος θα βρισκόταν στη ζωή όταν, έπειτα από 10-12 χρόνια, τα δέντρα θα άρχιζαν να δίνουν καρπό» [4]


Ludwig Lange, Steinbruch zu Penteli, Ιούνιος 1836
Staatliche Graphische Sammlung, Munchen Inv. Nr. 35764


Από τις σποραδικές ειδήσεις που είναι διαθέσιμες και προσιτές, και από τις διάφορες έμμεσες πηγές από τις οποίες είναι δυνατόν να αντληθούν στοιχεία για τον κόσμο των χωρικών της Ελλάδας, διαφαίνεται ένα μωσαϊκό υπανάπτυκτων ως επί το πλείστον και απομονωμένων μεταξύ τους μικρότερων ή μεγαλύτερων οικισμών.
Η είσοδος του επισκέπτη από τα παράλια στη μεσόγειο χώρα ήταν ένα ταξίδι στο μακρινό παρελθόν, σε έναν κόσμο που θύμιζε στον μορφωμένο δυτικό επισκέπτη τις «αφάρκτους» πόλεις του Θουκυδίδη. Οι ανέμελοι και ευτυχισμένοι χωρικοί των ελλήνων και ξένων ρομαντικών συγγραφέων του 19ου αιώνα υπήρχαν μόνο στην φαντασία των συγγραφέων αυτών και στις σελίδες τους.

Το σπίτι του χωρικού, οι στάβλοι, ο αχυρώνας και οι αποθήκες αποτελούσαν ένα ενιαίο σύμπλεγμα οικημάτων όπου άνθρωποι και ζώα συμβίωναν [5], και όπου αποθηκεύονταν τρόφιμα κάθε είδους για τους δίποδους, τετράποδους και φτερωτούς ενοίκους. Η οικογένεια των χωρικών ζούσε όχι σε απόσταση από τα ζώα της, αλλά μαζί τους: Τα μέλη της φρόντιζαν τα ζώα, ήταν εξοικειωμένα με τις συνήθειες και τις οσμές τους.

Ο κόσμος των χωρικών ήταν ένας κόσμος ανασφάλειας, ημίφωτος και σκότους, φόβου και θανάτου.
Η κατοικία τους ήταν καταφύγιο από τα αδάμαστα στοιχεία της φύσης, από τα πνεύματα του έξω και του κάτω κόσμου, από τους λύκους και τους ληστές, από τους γείτονες. Τα παράθυρα ήταν μικρά και σιδερόφρακτα, μικρές και οι πόρτες, με κλειδαριές και αμπάρες.
Το φως των λυχναριών αρκούσε για τα μάτια και τις ασχολίες των χωρικών εντός του οίκου τη νύχτα, για τις εξωτερικές δε ανάγκες αρκούσαν οι δάδες.
Το σκοτάδι άλλωστε περιόριζε στο ελάχιστο τις δραστηριότητες των χωρικών, και η έλευσή του όριζε την εργασία από την ανάπαυση και τον ύπνο.

Τον χειμώνα, όταν μειώνονταν οι δραστηριότητες, περίσσευε λίγος χρόνος το βράδυ πριν τον ύπνο. Η φωτιά στην εστία παρείχε λίγη θαλπωρή στα γηραιότερα μέλη της οικογενείας που κάθονταν κοντά της και εκατέρωθεν.

Ο θάνατος στον κόσμο αυτό ήταν συχνός επισκέπτης.
Οι διάφορες επιδημίες παρέσυραν στο διάβα τους πρώτα τα βρέφη και κατόπιν τα φιλάσθενα και υπερήλικα μέλη της οικογενείας.
Οι υπηρεσίες κάποιου γιατρού δεν ήταν στον κόσμο αυτό ευπρόσδεκτες: ήταν συνδεδεμένες με τον θάνατο, ίσως επειδή ο γιατρός, στις σπάνιες περιπτώσεις που ζητούσαν τις υπηρεσίες του, έφτανε συνήθως με τον ιερέα. Το μαύρο χρώμα του πένθους ήταν το κυρίαρχο χρώμα στην οικογένεια του χωρικού, ιδίως στις γυναίκες και στους υπερήλικες. [6]

Οι μεταγενέστεροι εθνικοί μύθοι προίκισαν τους χωρικούς με ιδιότητες και χαρακτηριστικά που ανταποκρίνονταν όχι τόσο στους ίδιους τους χωρικούς, όσο στις απόψεις των μυθολογούντων γι’αυτούς.
Έτσι, ενώ οι άνθρωποι αυτοί έδιναν καθημερινό αγώνα επιβίωσης απέναντι στην φύση, στους ληστές, στην αυθαιρεσία της άρχουσας μουσουλμανικής τάξης, η εθνική ιστοριογραφία τους παρουσιάζει ως ολοκληρωμένα και φιλοσοφημένα υποκείμενα τα οποία θέλουν να στείλουν τα παιδιά τους στο σχολείο, αλλά οι τούρκοι τους το απαγορεύουν!
Προσλήψεις και πρακτικές κοινωνικοποίησης και κοινωνικής ανέλιξης μέσω της μαζικής εκπαίδευσης η οποία εισήχθη αιώνες μετά, στα πρότυπα των δυτικών ευρωπαϊκών χωρών, παρουσιάζονται από την εθνική ιστοριογραφία ως υπάρχουσες σε εποχές που οι έννοιες αυτές ήταν απλά άγνωστες.



Ludwig Lange, Steinbruch zu Penteli, Ιούνιος 1836
Staatliche Graphische Sammlung, Munchen Inv. Nr. 35763


Η κάθετη ανάγνωση της Ιστορίας, δηλαδή με βάση τα σημερινά δεδομένα, τα οποία ανάγονται αυθαίρετα και αναδρομικά στο παρελθόν αποτελεί τον ορισμό της μυωπίας στην ανάγνωση της Ιστορίας.
Ένας λαός κατά 99% αναλφάβητος, το τελευταίο που σκεφτόταν ήταν η παιδεία, αν ήξερε κιόλας τι σημαίνει παιδεία. Η υστέρηση των αγροτικών μαζών και η αδιαφορία για την σχολική εκπαίδευση φτάνει μέχρι σχεδόν την μεταπολίτευση και όσοι έχουν μεγαλώσει στην επαρχία καταλαβαίνουν τι εννοώ.
Κάποια πράγματα που σήμερα είναι αυτονόητα, τότε ήταν αδιανόητα.
Ακόμη και η επικοινωνία μεταξύ των περιοχών ήταν δυσχερής, πόσο μάλλον τα ταξίδια:

«Η έλλειψη επικοινωνίας μεταξύ των διαφόρων ελληνικών χωρών ήταν αποτέλεσμα της παραμέλησης των οδών και των γεφυρών, ιδίως του δυτικού τμήματος της αυτοκρατορίας.
Η παραμέληση της συντήρησης του οδικού δικτύου είχε αρχίσει πολύ πριν από την ολοκλήρωση της τουρκικής κατάκτησης και επιδεινώθηκε κατά την περίοδο των μεγάλων πολεμικών συγκρούσεων του 14ου και 15ου αιώνα.

Ολόκληρα τμήματα της αρχαίας ρωμαϊκής αρτηρίας, της Εγνατίας οδού, είχαν αφανιστεί με την πάροδο του χρόνου.
Αλλά και οι οδοί που δεν είχε ακόμη αφανίσει ο χρόνος ήταν ανασφαλείς, ιδίως στις ορεινές τους διαβάσεις, όπου δρούσαν στίφη ληστών.
Χρειάστηκαν αιώνες πολλοί ώσπου να επικρατήσουν συνθήκες που να επιτρέπουν τη σχετικά ασφαλή διακίνηση ανθρώπων και εμπορευμάτων.

Την παραμέληση της αγροτικής υποδομής μαρτυρούσαν οι κατεστραμμένες γέφυρες, οι δρόμοι, οι υδραγωγοί, οι στέρνες και οι νερόμυλοι.
Έλη στις εκβολές των ποταμών και στα παράλια μαρτυρούσαν και αυτά την έλλειψη ενδιαφέροντος της εξουσίας και των εκπροσώπων της για το μέλλον της υπαίθρου χώρας.

Κατά την μακραίωνη απομόνωση των διάφορων περιοχών μεταξύ τους και από τη Δυτική Ευρώπη, και σε συνδυασμό με τη γενική αμάθεια του κόσμου, δημιουργήθηκαν ανθρώπινα σύνολα απομονωμένα το ένα από το άλλο, με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και χωρίς την αίσθηση πως συναποτελούσαν όλα μια ανθρώπινη κοινότητα με κοινά πολιτιστικά χαρακτηριστικά, ένα Έθνος» [7]





Η ανισοκατανομή της γης [8], ο κεφαλικός φόρος [9] καθώς και τα υπέρογκα συλλογικά χρέη, είχαν ως αποτέλεσμα, οι χωρικοί να μην έχουν την δυνατότητα να φύγουν από το χωριό τους προκειμένου να αποπληρωθεί το χρέος τους, διότι οι αρχές φοβόνταν ότι οι χωρικοί θα εξαφανιστούν για να γλιτώσουν τα χρέη.
Επίσης, υπήρχε περίπτωση το χωριό που αδυνατούσε να αποπληρώσει το χρέος του, να μετατραπεί σε τσιφλίκι, ή, άλλοτε πάλι, ήταν δυνατόν το ίδιο το χωριό να καταφύγει στην προστασία κάποιου ισχυρού αξιωματούχου, αναλαμβάνοντας να του πληρώνει κάποιο ποσό ή ένα τμήμα της παραγωγής, προκειμένου να αποφύγει τις αυθαιρεσίες τοπικών μικροπαραγόντων.
Ο Αλή Πασάς, κατάφερε να έχει στις αρχές του 19ου αιώνα, 935 χωριά, ο ίδιος ή οι γιοί του [10].

Το ερώτημα που τίθεται από τους υπέρμαχους της αέναης ύπαρξης του ελληνικού Έθνους, είναι το εξής: πως εξηγείται αυτή η μάζα να ξεσηκώθηκε το 1821 αν δεν είχε εθνική συνείδηση;
Το ερώτημα είναι λογικό για κάποιον που δεν έχει εγκύψει, δεν έχει μελετήσει ενδελεχώς πέραν της σχολικής και καθεστωτικής ιστορίας.
Το πώς αυτή η μάζα εξαναγκάστηκε να πολεμήσει, υπό ποίες απειλές και εκβιασμούς, το είχα αναλύσει σε προηγούμενο θέμα [11].

Από εκεί, και αντί επιλόγου:

«… Ο δε της ξηράς Έλλην, είχε ερριζωμένον τον φόβον εις την καρδίαν του, του Τούρκου, ον διέδωσεν ο πατήρ αυτού, ο πάπους και ο προπάπους του.
Δια να τον πείσουν όθεν οι νοήμονες ν’αδράξη όπλα, μύρια ψεύδη έπρεπε να του επιπορεύσουν: πότε του έλεγον, ιδού οσονούπω πλάκωσαν στρατοί από την Ευρώπην, πότε δε από την Ρωσσίαν, ή άλλο μέρος.
Και όταν εφαίνοντο παραπλέοντα πλοία εμπορικά εις την θάλασσαν, του έλεγον: ιδού, τα βλέπεις; εδώ έρχονται, μας φέρνουν στρατόν, πολεμοφόδια, τροφάς κ.λπ.

Δια να δοκιμάσω ένα πεφοβισμένον χωρικόν, έθεσα έμπροσθέν του φονευμένον Τούρκον και του είπον να τον κτυπήση με την μάχαιραν. Αλλ’αυτός τρέμων, δεν ετόλμησε. Πολλάκις οι κινούντες τα όπλα σωματάρχαι, έθετον έμπροσθεν των χωρικών αιχμαλώτους δεμένους τούρκους, δια να συνηθίζουν να φονεύουν αυτούς, δια να εξαλειφθή ο ερριζωμένος φόβος των» [12].

doctor
________________________________________________________-

[1] Θα μου επιτρέψετε να χρησιμοποιώ τους σωστούς ιστορικούς όρους, δηλαδή αντί του όρου «έλληνες» τον όρο «ρωμαίος», αντί του όρου «τούρκος» τον όρο «οθωμανός», και αντί της «τουρκοκρατίας» την «οθωμανοκρατία» μιας και έτσι αυτοχαρακτηρίζονταν και αυτοπροσδιορίζονταν τότε αυτές οι κοινωνικές ομάδες.
Οι όροι «έλληνες» και «τούρκοι» είχαν διαφορετικές έννοιες τότε.
Ο «έλληνας» ήταν ο ειδωλολάτρης, ο άπιστος για τους ρωμαίους, και ο «τούρκος» σήμαινε τον άξεστο και τον απολίτιστο για τους οθωμανούς.
Ο Βλάσης Αγτζίδης, στο βιβλίο του «Έλληνες του πόντου, σελ. 54, Ελληνικές Εκδόσεις Α.Ε., αναφέρει χαρακτηριστικά:
«…χάθηκε τελείως η αίσθηση του ανήκειν στην τουρκική ομάδα και σταδιακά άρχιζε να δεσπόζει η αίσθηση του ανήκειν στο κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα. Έτσι, τα τούρκικα πολιτιστικά χαρακτηριστικά θεωρούνταν υποδεέστερα και οι μουσουλμάνοι διανοούμενοι που προέρχονταν από εξισλαμισμένες εθνικές ομάδες, άρχισαν να αναπτύσσουν απέχθεια προς όσους ανήκαν στο έθνος των Τούρκων. Η υποτίμηση των Τούρκων ως πολιτικό φαινόμενο παρατηρήθηκε για πρώτη φορά τον δέκατο αιώνα, όταν η τουρκική δυναστεία των Καραχανιδών απέβαλε το τουρκικό ένδυμα για να ενδυθεί το περσικό.
Η λέξη τούρκος άρχισε έτσι να σημαίνει για τους χριστιανούς αποκλειστικά τον μουσουλμάνο. Δημιουργήθηκε μάλιστα αντίστοιχο ρήμα (τουρκεύω) για να δηλώσει τον εξισλαμισμό, τη μεταστροφή προς το μουσουλμανικό δόγμα.
Η χρησιμοποίηση των όρων «έλληνες», «Ελλάδα» και «τούρκοι» από τις πηγές που παραθέτω ελπίζω να μην επιφέρει κάποια σύγχυση.

[2] Θ.Βερέμης-Ι.Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ.154.

[3] Ο Γιώργος Προγουλάκης γεννήθηκε στα Χανιά το 1958. Φοίτησε στο Οικονομικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών από το οποίο και έλαβε διδακτορικό δίπλωμα με ειδίκευση στην Οικονομική Ιστορία. Το 2003 δημοσίευσε την μονογραφία «Ανάμεσα στην τιμή και το χρήμα: Η Κέρκυρα στα χρόνια της αγγλικής κυριαρχίας (1814-1864). Άλλες δημοσιεύσεις: «Στρατηγικές ιδιοποίησης του πλεονάσματος. Από τις προσωπικές πρακτικές στους φορείς των οικονομικών λειτουργιών» Μνήμων, τ.20 Αθήνα 1998. «Οικονομία και φόβος: από την αφορία στην καταχρέωση», στο «Οι συλλογικοί φόβοι στην ιστορία, εκδ.Κ.Ν.Ε.-Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2000. «Παραγωγή, γαιοπρόσοδος, κερδοφορία του χρήματος στα εδάφη του Αλή Πασά», Τα ιστορικά τχ.32 Ιούνιος 2000. «Οι έλληνες ιστορικοί και το πρόβλημα της εκβιομηχάνισης μεταξύ των δύο πολέμων» στο Ιστοριογράφημα της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας, 1833-2002, εκδ.Κ.Ν.Ε.-Ε.Ι.Ε., Αθήνα 2004.

[4] «Η Αγροτική Οικονομία κατά την οθωμανική περίοδο», όπως περιέχεται στον 8ο τόμο της «Ιστορίας των Ελλήνων» των εκδόσεων ΔΟΜΗ, σελ.562.

[5] Η εικόνα αυτή παρέμεινε στον ευρύτερο χώρο μέχρι σχεδόν την έναρξη του Β’ Παγκοσμίου πολέμου. Ο Ευάγγελος Χρ. Αυδίκος, διδάκτωρ Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Παν/μίου Ιωαννίνων και Καθηγητής Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στο βιβλίο του «Από την Μαρίτσα στον Έβρο», σελ.49, γράφει για τα σπίτια των αρβανιτόφωνων του Έβρου μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών:

«Το σπίτι αυτό είναι κοινό για ανθρώπους και για ζώα. Αποτελείται από δύο μέρη. Το πρώτο- το μπροστινό- είναι το κυρίως σπίτι. Είχε δύο δωμάτια με δύο παράθυρα το καθένα. Ενδιάμεσα βρίσκεται ένας διάδρομος που οδηγεί στο δεύτερο τμήμα του σπιτιού, όπου εκεί συνυπήρχαν το κελάρι με το σταύλο. Αρχικά, η δίοδος των ζώων γινόταν από την κύρια είσοδο. Αργότερα, οι ιδιοκτήτες άνοιξαν μια πλάγια είσοδο, ώστε να ξεχωρίσουν τους δύο κόσμους, τον ανθρώπινο και τον ζωικό. Βλ. επίσης και Γ. Μέγα «Θρακικαί Οικήσεις. Συμβολή εις την έρευναν της βορειοελλαδιτικής αγροτικής οικίας», Επετηρίς του Λαογραφικού Αρχείου, 1 (1939), σσ.5-49. Πβ. Στ.Ήμελλου, Ζητήματα παραδοσιακού υλικού βίου, Αθήνα 1993, σσ.30-39.

[6] Θ.Βερέμης-Ι.Κολιόπουλος, Ελλάς η σύγχρονη συνέχεια, εκδόσεις Καστανιώτη, σελ.158-159.

[7] ο.π. σελ.33-34.

[8] Στην Πελοπόννησο οι χριστιανοί, αν και αποτελούσαν το 85% του πληθυσμού, κατείχαν μόλις το 33% της γης, κατά μ.ο. 3 στρέμματα ανά κεφαλή, ενώ οι μουσουλμάνοι είχαν στην διάθεσή τους 63 στρέμματα.. «Η Αγροτική Οικονομία κατά την οθωμανική περίοδο», όπως περιέχεται στον 8ο τόμο της «Ιστορίας των Ελλήνων» των εκδόσεων ΔΟΜΗ, σελ.565.

[9] «Ο κεφαλικός φόρος δημιουργούσε τρεις παρενέργειες: α) επειδή ήταν συλλογικός, δηλαδή για την καταβολή του ήταν υποχρεωμένοι όλοι οι κάτοικοι του χωριού, σε περίπτωση μείωσης του πληθυσμού επιβάρυνε όσους είχαν απομείνει, αυξάνοντας έτσι το φορολογικό τους βάρος. Αν η μείωση του πληθυσμού ήταν αξιοσημείωτη, και άρα το φορολογικό βάρος αυξανόταν σημαντικά, ακολουθούσαν και οι εναπομείναντες τον δρόμο της φυγής, με αποτέλεσμα χωρικά ή και ολόκληρες περιοχές να ερημώνονται. […]», ο.π. σελ.569.

[10] ο.π. σελ.564.

[11] Η εθνική συνείδηση και συναίσθηση των επαναστατών του 1821:
http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/04/1821.html

[12] Απόσπασμα από το «Απάνθισμα του ιστορικού αγώνος των Ελλήνων» του Κάρπου Παπαδόπουλου. Γράφτηκε στο Μεσολόγγι το 1858.

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2007

American Gothic


"American Gothic", Grant Wood, 1930.


Στο "American Gothic", που ζωγράφισε ο Grant Wood το 1930, το ζευγάρι των αγέλαστων αγροτών αναπαρίσταται κρατώντας μία τσουγκράνα.
Η αμερικανική σημαία λείπει.
Παρ' όλ' αυτά, μοιάζει εκκωφαντικά παρούσα.
Το "American Gothic" σχολιάζει τον παλιό, αλλά και τόσο καινούργιο, αμερικανικό πατριωτισμό, την προσκόλληση στη γη (που θυμίζει το ναζιστικό "Αίμα και χώμα"), καθώς και τον ασκητισμό του αφυδατωμένου, άφυλου, φανατικού χριστιανού.


Ralph Waldo Emerson

Ωστόσο, ήδη από τότε που το αμερικανικό έθνος είχε μόλις διαμορφωθεί, ο Ralph Waldo Emerson έγραφε:
"Όταν ένα ολόκληρο έθνος βρυχάται και ωρύεται, καυχώμενο για τον πατριωτισμό του, αμφισβητώ την καθαρότητα των χεριών και της καρδιάς του " ("Ημερολόγια", 1824).
Ποιοι είναι όμως οι συντελεστές αυτής της ισοπέδωσης του ατόμου εις όφελος της μάζας;
"Οικογένειες, σχολεία, εκκλησίες είναι τα σφαγεία των παιδιών μας.
Τα πανεπιστήμια είναι οι κουζίνες.
Ως ενήλικες, στους γάμους και στις επιχειρήσεις, καταβροχθίζουμε το προϊόν".




Ένα υπέροχο βιβλίο, το οποίο διαβάζεται "απνευστί" και στο οποίο την παράσταση κλέβει όχι τόσο η Σώτη Τριανταφύλλου όσο ο Ηλίας Ιωακείμογλου ο οποίος (σελ.40-41) γράφει για την σημαία:
"Το πανί που κυματίζει μετατρέπεται σε φετίχ και γίνεται ο ορατός αντιπρόσωπος της εθνικής κοινότητας, η οποία συνιστά ουσιαστικά το αντικείμενο της λατρείας.
Το φετίχ ανοίγει το δρόμο στον μυστικισμό: η σημαία είναι ένα απλό αντικείμενο το οποίο ο πατριώτης αντιμετωπίζει με δεισιδαιμονικό σεβασμό διότι νομίζει πως υπάρχει μια στενή σχέση συγγένειας ανάμεσα σε αυτόν και το πανί.
Η εθνική σημαία είναι αντικείμενο σεβασμού το οποίο προστατεύεται από οποιαδήποτε προσβολή.
Εδώ ξαναβρίσκουμε τις πρωτόγονες φυλές όπως τις περιγράφει ο Sigmund Freud στο "Τοτέμ και Ταμπού". Τα μέλη της φυλής θεωρούν εαυτούς συγγενείς εξ αίματος, απογόνους κοινών προγόνων και συνδέονται στενά μεταξύ τους τόσο με κοινές υποχρεώσεις του ενός προς τον άλλον, όσο και μέσω της πίστης τους στο τοτέμ.
"Σε διάφορες σημαντικές περιστάσεις", γράφει ο Φρόιντ, "τα μέλη της φυλής προσπαθούν να τονίσουν την συγγένειά τους με το τοτέμ (...) φορώντας το τομάρι του" ακριβώς όπως οι πατριώτες τυλίγονται με την εθνική τους σημαία για να γιορτάσουν μια νίκη στον αθλητισμό ή για να εκφράσουν την αγάπη τους προς την πατρίδα.
Στο ίδιο του έργο, ο Φρόιντ, αναφέρει και άλλα χαρακτηριστικά της πρωτόγονης φυλής που απαντώνται στους πατριώτες: τα μέλη της φυλής θεωρούνται μεταξύ τους "αδέλφια", που τα ενώνουν δεσμοί αλληλεγγύης και συλλογική ευθύνη.
Στην περίπτωση του φόνου ενός μέλους της φυλής από κάποιον ξένο, όλη η φυλή του φονιά ευθύνεται για την πράξη του και όλη η φυλή του θύματος αναλαμβάνει συλλογικά την ανταπόδοση".
doctor
Y.Γ. "Τα έθνη αποτελούν ιστορικά καινοφανείς οντότητες που διατείνονται ότι υπάρχουν εδώ και πάρα πολύ καιρό" (Eric Hobsbawm, "Για την ιστορία", εκδόσεις Θεμέλιο).

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2007

Συγχαρητήριος Επιστολή προς τον Υπουργόν Εθνικής Παιδείας

Προς το Υπουργείον Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων


webmaster@ypepth.gr
stylianidis@parliament.gr;
estylian@internet.gr

Συγχαρητήριος Επιστολή προς τον Υπουργό Παιδείας δια την κατάργησιν του αντεθνικού σχολικού εγχειριδίου της ΣΤ’ Δημοτικού.


Κύριε Στυλιανίδη,

με περισσίαν χαράν επληροφορήθην ότι χάρη εις τας θεοπνεύστους ενέργειάς σας και με την βοήθειαν της Θείας Πρόνοιας, απεσύρθη, επί τέλους, το επαίσχυντον και αντεθνικόν εγχειρίδιον της ΣΤ’ Δημοτικού και επανήλθε το παλαιό αν και προσωπικώς θα ήθελα να επανέρχετο κάποιο έτι παλαιότερο, κατά προτίμησιν κάποιο εκ των επωφελών σχολικών εγχειριδίων της Εθνοσωτηρίου Επαναστάσεως ή κάποιο έτι παλαιότερο, του αειμνήστου Ιωάννου Μεταξά φερ’ ειπείν.

Επιτρέψατέ μου να προτείνω κάποιας ιδέας σχετικώς με το νέον βιβλίον το οποίον με την βοήθειαν του Παναγάθου Θεού θέλει εκδοθή τα επόμενα έτη, φαντάζομαι όχι υπό του αθέου και αντεθνικώς δρώντος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, αλλά υπό της Ιεράς Συνόδου, και προτείνω οι διορθώσεις να γίνουν από ευσεβή δημόσια πρόσωπα, όπως οι κ.κ. Παπαθεμελής και Καρατζαφέρης, διότι μόνον αυτοί δύνανται να διασφαλίσωσιν ότι το περιεχόμενον του νέου βιβλίου θα είναι εθνικά επωφελές δια τα τέκνα των Ελλήνων.

Ακολουθούν κάποια αποσπάσματα από τους ηρωικούς αγώνας του Έθνους ημών κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν του 1821 τα οποία θα ήθελα να συμπεριληφθούν εις το νέον εγχειρίδιον ιστορίας ώστε να μάθουν τα τέκνα των Ελλήνων την ιστορίαν των προγόνων των:

1) «Από τους εκτός ενεργείας παραμελημένους στρατιωτικούς αρχηγούς πρεσβύτας επισήμους εις Σαλαμίναν ευρίσκοντο οι Καρατάσιος, Γάτζος, Πανουργιάς, Δυοβουνιώτης. Εις αυτάς τας περιστάσεις μια εκ των ημερών, διαβαίνοντες οι δύο συμπέθεροι Πανουργιάς [1] και Δυοβουνιώτης [2] με τα σκιάδιά των επί κεφαλής, με τας χείρας όπισθεν εμελημένως και αφελώς πως, με βήμα βραδύ διασκεδάζοντες ενώ διήρχοντο από την αγοράν και διευθυνόμενοι την ακρογιαλιάν του λιμένος, μεταξύ των στρατιωτών οίτινες ευρίσκοντο εις τα καφφενεία, λέγει ο Πανουργιάς προς τον Δυοβουνιώτην:

- Άϊ συμπέθερε. Όλοι οι στρατιωτικοί ευρίσκονται εις δουλειάν. Ημείς τι θα κάνωμεν τώρα;

- Ημείς, λέγει, να μπαρμπερίσωμεν τα αρχίδια μας.

- Το κάμνεις; Λέγει.

- Πληρώνεις;

- Μάλιστα.

- Πηγαίνωμεν λοιπόν, λέγει, να εύρωμεν μπαρμπέρην.

Όλοι ήκουσαν ταύτα, πλην γνωρίζοντες εξάλλου ποσάκις με τας αστείας των αισχρολογίας ευχαριστούσαν τους μικροτέρους, εγέλασαν ακούσαντες ταύτα.
Φθάσαντες λοιπόν εις εν εργαστήριον ενός μπαρμπέρη, εσυμφώνησαν να τον δώση ο Πανουργιάς έναν ρουμπιγέν, δια να ξουραφίση τα αρχίδια του Δυοβουνιώτου.
Ο Δυοβουνιώτης χωρίς συστολήν, λύει τα βρακιά του, και κάθεται εις το κάθισμα έξωθεν του εργαστηρίου με τεντωμένα τα σκέλη.
Ο βαρβέρης τον ρίπτει στο πρόσωπο-πεσκίρια και παίρνει νερόν, και ετοιμάζεται να τον μπαρμπερίζη.
Βλέποντας ο κόσμος μίαν πράξιν τόσο παράξενον και γελοίαν, τρέχοντες και προσκαλούντες ο ένας τον άλλον, εσυσσωρεύθη όλον το πλήθος της αγοράς εκεί. Γέλωτας γενικός από όλους εξήρχετο και μεγίστη αδιαφορία από τον Δυοβουνιώτην, συμπέθερον και τον βαρβέρην.
Ευρεθείς εκεί αστεϊζόμενος είπον:
- Ιδού ποιοι αρχηγοί μας διοικούσαν. Και ηθέλαμεν ελευθερίαν.
- Άειντε συ, λέγει ο Δυοβουνιώτης. Σώπα και μη σε μέλει τι γίνεται.
Τελειωθείσης της πράξεως, ο Δυοβουνιώτης δέσας τα βρακιά του, αναχώρησε με όλην την αδιαφορίαν» [3]

2) « Ο Κουντουργιώτης επήγεν εις την Νύδρα κι αφήσε στο ποδάρι του τον Αναγνώστη Οικονόμο, Νυδραίο.
Του είπα να μου δώσει αυτούς τους μισθούς να πλερώσω τους ανθρώπους και να λάβω από ό,τι έδωκα.
Λέγει του Παπαφλέσια, μου δίνει τους παράδες, ό,τι μόκανε, όμως να του χαρίσω τις πιστόλες μου, ότι τις λιμπίστη.
Του παρήγγειλα κι εγώ να του γαμήσω το κέρατο, όχι να του δώσω τα άρματά μου, οπού τάχω από δεκαοχτώ χρονώνε παιδί» [4].

3) «Είχον φτάσει εις τον Πόρον προ καιρού τινός, ογδοήκοντα βαρέλια μπαρούτι από συνεισφοράς των εν Σμύρνη Αδελφών, η πρώτη και μόνη συνδρομή οπού απεστάλη εις την Ελλάδα παρά των Αδελφών της Εταιρίας, αλλά και αυτή εις μάτην, επειδή, με το να ήτον διορισμένη εις την παραλαβήν του Δικαίου Παπά Φλέσια, αυτός ο αλιτήριος και ασυνείδητος την παρέλαβε και την επώλησεν, όθεν ήθελε και εχρηματολόγει, ενώ η Πατρίς εκινδίνευεν εκ της ελλείψεως τούτου του είδους, όθεν κατήντησαν οι Έλληνες εις τόσην στενοχωρίαν, ώστε εσύναζον εκ των χωρίων τα εκ μολύβδου αγγεία, δια να κάμουν βόλια» [5].

4) «Ο λαός κατά κανόνα έχασε την εμπιστοσύνη του στα προσόντα και στην τιμιότητα των στρατιωτικών και πολιτικών αρχηγών.
Οι γενναιότεροι και οι πιο πατριώτες ηγέτες είχανε πέσει στην μάχη. Δύο ονόματα πάντως εξακολουθούσαν να σκορπίζουν λαμπρό φως μέσα στην πυκνή ομίχλη του εγωισμού, ο Κανάρης και ο Μιαούλης, και οι δύο ναυτικοί ήρωες ανήκαν σε αντιμαχόμενα κόμματα και σε διάφορες εθνικότητες» [6] .

5) «Ήμασταν φτωχοί εγίναμεν πλούσιοι. Ήταν ο Κιαμήλ Μπέης εδώ στην Πελοπόννησο και άλλοι τούρκοι πλουσιώτατοι, έγινε ο Κολοκοτρώνης και άλλοι συγγενείς και φίλοι πλούσιοι από γες, εργαστήρια, μύλους, σπίτια, σταφίδες και άλλα πλούτη των τούρκων. Όταν ο Κολοκοτρώνης και οι σύντροφοί του ήρθαν από την Ζάκυθο, δεν είχαν ούτε σπιθαμή γης. Τώρα φαίνεται τι έχουν. […]
Κατοικίσαμεν τους κατοίκους μέσα στα σπήλαια και ζούνε με τα θηρία και ρημώσαμε τους τόπους και γίναμε η παραλυσία του τόπου» [7].

6) «Με τα πρώτα διατάγματα των Συμβουλίων Επικρατείας, οι παλαιοί αγωνισταί ήθελαν να ρυθμίσουν τις προσωπικές τους απολαβές, συντάξεις, κτήματα. Το έλεγαν καθαρά: ο παπάς πρώτα ευλογά τα γένια του» [8].

7) Ο Μακρυγιάννης λέει στην πρώτη Εθνική Συνέλευση (Βουλή) του 1843-44: «Αν είναι να μείνουμε εμείς νηστικοί, ας πάει στο διάβολο η ελευθερία.Έφαγαν αυτοί, ας φάμε και εμείς τώρα» [9].

8) «Ανάμεσα στους μορφωμένους έλληνες έχει επικρατήσει η συνήθεια να μιλάνε και να γράφουν πολλά για το πατριωτικό πνεύμα και τα εξαίρετα στρατιωτικά κατορθώματα των Κλεφτών, σαν να ήτανε οι ληστές αυτοί οι πρόμαχοι της ελληνικής ελευθερίας.
Αλλά η αλήθεια είναι, ότι αυτοί οι άνθρωποι ήσαν απλοί λήσταρχοι, που και πριν από την Επανάσταση και στη διάρκεια του επαναστατικού πολέμου και υπό τη διακυβέρνηση του Βασιλέως Όθωνος, ληστεύανε τους Έλληνες πιο πολύ απ’ότι τους ληστέψανε οποτεδήποτε οι Τούρκοι» [10] .

9) «Δεν μπορώ να κρύψω την αλήθεια σχετικά με τον κλήρο. Λοιπόν είναι αναμφισβήτητο πως ο ανώτατος κλήρος δέθηκε με την κρατούσαν τάξιν πραγμάτων, δηλαδή με τους Τούρκους με μύριους δεσμούς.
Ο ανώτερος κλήρος δεν ήθελε τον ξεσηκωμό. Έχουμε πολλές περιπτώσεις που τα Πατριαρχεία στάθηκαν θερμοί υποστηρικταί της τουρκικής εξουσίας και πολεμούσαν κάθε επαναστατικήν εκδήλωσιν του υπόδουλου Ελληνισμού [11].

10) «Ο Πανουργιάς ήταν ο χειρότερος από όλους τους τοπικούς τυράννους που μερικοί συγγραφείς έχουν εξυψώσει σε ήρωες. Στην πραγματικότητα ήταν ένας ποταπός ληστής, σκληρημένος μέσα στο κακό. Από εδώ προέρχεται και ο λόγος που οι έλληνες μετανιώσανε για την πρωτινή τους προτίμηση για τους Κλέφτες, που σχεδόν όλοι, αρχίζοντας από τον Κολοκοτρώνη, ήτανε κακόφημοι για τη χαμερπή δυστροπία του χαρακτήρα τους» [12].

11) «Έχοντες αδιάλλακτον πάθος εις τον προεστόν του χωρίου Κυπαρισσία του κάμπου Καρυταίνης, Δημητράκην λεγόμενον, υπήγον αίφνης μίαν νύκταν οι Κολοκοτρωναίοι να τον συλλάβουν, να δώσουν οδυνηρόν θάνατον εις αυτόν και εις όλα τα μέλη της οικογενείας του μέχρι τελείας καταστροφής.
Αυτός δε γνωρίζων προηγουμένως την κατ’αυτού τοσαύτην λύσσαν των, επροφυλάτετο και τυχαίως δεν ευρέθη εκείνην την νύκτα εις την οικίαν του. Αλλά δια να κορέσουν την θηριώδη καρδία των, αφού ήρπασαν όλην την κινητήν περιουσίαν του, έδεσαν και μίαν νύφην την οποίαν είχε από τους μαστούς, εις την ουράν ενός ανδρείου ίππου, τον οποίον ίππευεν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και την έσυραν ανηλεώς και απανθρώπως τρεις ώρας δρόμον, ήτις απαυδήσασα από τοιαύτη πολυώδυνον και φρικαλέαν βάσανον, την κατακερμάτισαν με τα σπαθία, και αφήσαντες το νεκρόν της σώμα εις τον δρόμο απήλθον στα Πέντε Πηγάδια» [13].

12) «Την επαύριον της καταλήψεως της Τριπολιτσάς υπήγον οι οπλαρχηγοί να διανείμουν τους 50 ίππους των βεζυράδων, να πάρη αναλόγως έκαστος το ανήκον εις το σώμα του μερίδιον.
Εγώ έκρινα αναξιοπρεπές δια τον ευατόν μου να παρευρεθώ εις τοιαύτην διανομήν και υπήγεν ο αδελφός μου ο Δημητράκης.
Εδιόρισαν άπαντες τον Κυριακούλην Μαυρομιχάλην ομοφώνως να κάμη την διανομήν και αυτός να δώση αναλογίαν εκάστου και την έκαμεν.
Αλλά ο Κολοκοτρώνης απήτει να λάβη όλον το μερίδιον της επαρχίας Καρυταίνης, να το αναλογίση αυτός ως αρχηγός.
Ο Κυριακούλης τον απήντησεν, ότι όλοι ημείς εγνωρίσαμεν απ’αρχής του αγώνος μόνους τους Δεληγιανναίους.
Θυμωθέντες και οι δύο και λογοτριβούντες, θυμώσας ο Κυριακούλης διότι τον επρόσβαλε, του έδωσεν μιαν κλωτσιάν, ώστε ολίγον έλειψε να τον κρημνίση κάτω από την σκάλαν να συντριφτή, λέξας μετά οργής προς αυτόν:

- Σκατόβλαχε. Θα σε κάμω και σένα αρχηγόν και μεγάλον. Παλιοκλέφτη! [14]


Κατάλαβες κύριε Ευριπίδη ότι η κρίση ενός βιβλίου ιστορίας δεν γίνεται από πολιτικούς και παπάδες αλλά από τους ιστορικούς;

__________________________________________

[1] Ο Πανουργιάς (1767-1834) ήταν οπλαρχηγός της επαρχίας Σαλώνων, καταγόμενος από τον Άγιο Γεώργιο Παρνασσίδος και γεννημένος στη Δρέμισα, από τους σημαντικότερους οπλαρχηγούς του Αγώνα.
Το όνομά του το πήρε από λάθος του νονού του, που τον πέρασε για κορίτσι και τον βάφτισε Πανωραία. Το
1790 εντάχθηκε στο σώμα του κλέφτη Ανδρίτσου Βερούση και συμμετείχε στα Ορλοφικά ως πρωτοπαλίκαρο. Το 1813 ο Αλή πασάς τον διόρισε αρματολό των Σαλώνων, αλλά τον αντικατέστησε γρήγορα με τον Σουλιώτη Λάμπρο Κοσμά. Αργότερα όμως μπήκε στην αυλή του Αλή πασά, παρά τη σύγκρουσή του με τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.
Μυήθηκε στη
Φιλική Εταιρεία και προετοίμασε με επιτυχία την επανάσταση στην Παρνασσίδα στις 24 Μαρτίου 1821. Ηγήθηκε των οπλαρχηγών στην απελευθέρωση των Σαλώνων. Έλαβε μέρος στις μάχες της Αλαμάνας και στο Χάνι της Γραβιάς. Λόγω ασθενείας δεν συμμετείχε στη μάχη των Βασιλικών, αλλά έστειλε στη θέση του το γιο του Νάκο με το ένοπλο σώμα του.
Συμμετείχε στην
Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου ως αντιπρόσωπος της επαρχίας Σαλώνων και πρωταγωνίστησε στην παράδοση του Ακροκορίνθου τον Ιανουάριο του 1822. Εκπόνησε το σχέδιο καύσεως των σιτηρών κατά την κάθοδο του Δράμαλη και αφού αποχώρησε λόγω γήρατος από τον Αγώνα, έχρισε διάδοχό του το γιο του Νάκο στην αρχηγία του σώματός του.

[2] Ο Γιάννης Δυοβουνιώτης (
1769-1831) ήταν οπλαρχηγός της Στερεάς, γεννημένος στο χωριό Δύο Βουνά της Φθιώτιδας, γιος της Τριανταφυλλιάς και του Κώστα Ξύκη.
Σε ηλικία 13 ετών είδε τον πατέρα του κρεμασμένο από τους Τούρκους, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη μετέπειτα πορεία του. Έφηβος ακόμη πήγε στο
αρματολίκι του Αντρίκου Βερούση και έγινε πρωτοπαλίκαρο.
Πολέμησε το
1770 τους Τουρκαλβανούς κατά την επανάσταση των Ορλόφ. Έγινε γρήγορα ονομαστός για τη δράση και τις ικανότητές του, πραγματικό φόβητρο για τους Τούρκους, οι οποίοι του ανέθεσαν το αρματολίκι της Μπουστουνίτσας. Αργότερα ο Αλή πασάς αναγκάστηκε να του δώσει το αρματολίκι του Ζητουνίου και των Σαλώνων.
Παντρεύτηκε την κόρη της ισχυρής οικογένειας των Γιολδάσηδων, αποκτώντας ένα γιο, τον Γεώργιο.
Μυήθηκε στη
Φιλική Εταιρεία και με την έναρξη της Επανάστασης ύψωσε τη σημαία στη Μενδενίτσα, όπου με τη βοήθεια του Κομνά Τράκα κυρίεψε το κάστρο της. Αγωνίστηκε ασταμάτητα, παίρνοντας μέρος σε όλες τις μάχες, μέσα και έξω από τα όρια της Ρούμελης, χωρίς ποτέ να αναμιχθεί στις πολιτικές ίντριγκες.
Σημαντικότερη στιγμή του υπήρξε το ευφυές σχέδιό του για την αναχαίτιση της στρατιάς του Μπεϊράν πασά στη θέση Βασιλικά, στις
25 Αυγούστου 1821. Ο Δυοβουνιώτης, με τους άλλους οπλαρχηγούς της Στερεάς περίμενε τη στρατιά στα στενά των Βασιλικών και κυριολεκτικά την αποδεκάτισε. Η νίκη στα Βασιλικά ανέτρεψε τα σχέδια των Τούρκων για ενίσχυση της πολιορκημένης Τριπολιτσάς και την κατάπνιξη της Επανάστασης. Του απονεμήθηκε τιμητικά ο βαθμός του στρατηγού.Διορίστηκε το 1833 μέλος της οκταμελούς επιτροπής εκδουλεύσεων και πέθανε στις 4 Αυγούστου του 1834 στα Σάλωνα.

[3] Ν.Κασομούλης, όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.240-241, εκδόσεις Ιωλκός. Πληροφορίες για το βιβλίο:
http://www.books.gr/ViewAuthor.aspx?AuthorId=1384798

Ο Βάσος Τσιμπιδάρος γεννήθηκε το 1919 στο χωριό Καρέα της Μάνης. Υπήρξε δημοσιογράφος επί μισό αιώνα και έζησε όλα τα μεγάλα γεγονότα της εποχής.

Μετά την απελευθέρωση από τη γερμανική Κατοχή ο αρχιεπίσκοπος και αντιβασιλέας Δαμασκηνός του ανέθεσε τη διεύθυνση του Γραφείου Τύπου και από αυτή τη θέση έζησε από κοντά όλα τα διπλωματικά και πολιτικά παρασκήνια για την ανασυγκρότηση του κράτους.
Από το 1946 ως το 1959 πραγματοποίησε 74 δημοσιογραφικές αποστολές σε 35 διαφορετικές χώρες: στην έρημο της Σαχάρας με τζιπ από τη Λιβύη ως τον Ισημερινό, στην Κένυα την περίοδο του αγώνα ανεξαρτησίας των Μάο-Μάο εναντίον των Άγγλων, στην Κωνσταντινούπολη όταν η ελληνική μειονότητα υφίστατο διώξεις, στη Μαδαγασκάρη όταν επέστρεφε ο Μακάριος από την εξορία, και στην Ταγκανίκα.
Στη συνέχεια εργάστηκε στο Γραφείο Τύπου της ελληνικής πρεσβείας στην Αγγλία από όπου απολύθηκε από τη δικτατορία και εξέδωσε στην ίδια πόλη δική του εφημερίδα, το Εμπρός. Εργάστηκε στις εφημερίδες Ακρόπολις και Απογευματινή.
Έχει εκδώσει τα εξής βιβλία: Οδηγός του δημοσιογράφου (1953), Δυτικά του Κιλιμαντζάρο (1960), Οδηγός του Λονδίνου (1967), Οι Έλληνες στην Αγγλία (1974), Το χωριό μου η Καρέα (1978), Μανιάτικες αναμνήσεις (1990), Με την άκρη της πένας.


[4] Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.155, εκδόσεις Ιωλκός.

[5] Παλαιών Πατρών Γερμανός «Απομνημονεύματα», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.169, εκδόσεις Ιωλκός.

[6] G. Finley, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.227, εκδόσεις Ιωλκός.

[7] Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.230-231, εκδόσεις Ιωλκός.

[8] R.Bartelemy, «Ιστορία του Διοικητικού Δικαίου της Ελλάδος» όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.249, εκδόσεις Ιωλκός.

[9] Από την "Ελληνική πολιτική εγκυκλοπαίδεια" του Κων.Μ.Γράψα, όπως το παραθέτει ο Γεράσιμος Κακλαμάνης στο αποκαλυπτικό βιβλίο του "Η Ελλάς ως κράτος δικαίου" σελ.446.

[10] G. Finley, «Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.28 εκδόσεις Ιωλκός.

[11] Π. Πιπινέλης, «Πολιτική Ιστορία της Επαναστάσεως του 1821», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.31, εκδόσεις Ιωλκός.

[12] Gordon, «Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως», όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.30, εκδόσεις Ιωλκός.

[13] Κανέλλος Δεληγιάννης, «Απομνημονεύματα», », όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.49, εκδόσεις Ιωλκός.

[14] Κανέλλος Δεληγιάννης, «Απομνημονεύματα», », όπως παρατίθεται από τον Βάσο Τσιμπιδάρο στο βιβλίο του «Το 1821 χωρίς δάφνες και στέφανα», σελ.51, εκδόσεις Ιωλκός.


Σάββατο 22 Σεπτεμβρίου 2007

Η ωραία κοιμωμένη



Εθναφύπνιση: H ωραία κοιμωμένη [1]

Το 1770 έλαβε χώρα μια εξέγερση στην Πελοπόννησο κυρίως, υπό την υποκίνηση της Ρωσίας, η οποία ονομάστηκε Ορλωφικά [2] .
Το κύριο αίτημα των εξεγερθέντων χριστιανών ήταν η αντικατάσταση του σουλτάνου ως αφέντη τους με την αυτοκράτειρα της Ρωσίας, Αικατερίνης Β’ και όχι η εθνική ανεξαρτησία τους.
Αυτά πίστευαν τότε οι εξεγερθέντες, αυτά πίστευαν και οι κάτοικοι του ελληνικού κράτους μέχρι το 1869.
Το 1869 ο ιστορικός Κωνσταντίνος Σάθας έγραψε για τις προσδοκίες απελευθέρωσης στη μακρά διάρκεια της οθωμανικής κατάκτησης, εντάσσοντας τα Ορλωφικά στις «επαναστάσεις του έθνους για την αποτίναξη του οθωμανικού ζυγού» από την επομένη της Άλωσης μέχρι το 1821 [3].
Από το 1869 λοιπόν, όλες οι τοπικές εξεγέρσεις των χριστιανών ρωμιών κατά την διάρκεια της οθωμανοκρατίας επανεξετάστηκαν και επαναπροσδιορίστηκαν αναδρομικά με τα κριτήρια της εθνικιστικής ιστοριογραφίας και θεωρήθηκαν ως οι εξεγέρσεις ενός συνειδητοποιημένου ελληνικού έθνους, το οποίο ως στόχο από την επομένη της Άλωσης έως και την Επανάσταση είχε την εθνική ανεξαρτησία.
Αυτή η θεώρηση επιβιώνει και σήμερα στον μέσο Έλληνα, αλλά όχι για τους ιστορικούς και την επιστημονική κοινότητα γενικά η οποία ψάχνοντας στις ίδιες ιστορικές πηγές που έψαξαν οι από- και μετά τον Σάθα ιστορικοί, είδε ότι τα συμπεράσματα σύμφωνα με την αντικειμενική θεώρηση αυτών των πηγών ήταν τελείως διαφορετικά με αυτά της εθνικής ιστοριογραφίας της προαναφερθείσης εποχής.
Μία από τις επιστημονικότερες και εμβριθέστερες μελέτες περί των Ορλωφικών είναι αυτή του Νίκου Β.Ροτζώκου, καθηγητή Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας της Ελλάδας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης [4] με τίτλο «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007 [5].


Η Αυτοκράτειρα Αικατερίνη Β' της Ρωσίας (1729-1796)

Ένα καταπληκτικό βιβλίο, το οποίο αποτελεί απαραίτητο ανάγνωσμα για την διαλεύκανση της εξέγερσης των Ορλωφικών.
Ο κ.Ροτζώκος, στα προλεγόμενα του βιβλίου, γράφει και ξεκαθαρίζει εξαρχής κάτι που με καλύπτει απόλυτα και αποτελεί και από εμένα απάντηση σε όσους νομίζουν ότι αυτό εδώ το blog αποτελεί βήμα ανθελληνικής προπαγάνδας, (εξ)υπηρετεί υποχθόνιους σκοπούς, είναι όργανο της Νέας Τάξης, εξωθεί στον …αφελληνισμό του έθνους και άλλα τέτοια χαριτωμένα που έχω κατά καιρούς ακούσει:
«Δεν είναι στις προθέσεις μου να απαξιώσω την εθνική ιστοριογραφία επειδή προέβαλλε στο παρελθόν τις αρχές του εθνικισμού, επειδή δηλαδή δεν ήταν δυνατόν να αντιληφθεί αυτό που, σε μεγάλο βαθμό, είμαστε σε θέση να κατανοήσουμε ή, τέλος πάντων, να συζητήσουμε σήμερα:
ότι το ιδεώδες της εθνικής ανεξαρτησίας δεν αποτελεί πάγιο και διαχρονικό πολιτικό όραμα, αλλά ιστορικά προσδιορισμένο ιδεολογικό και πολιτικό φαινόμενο της νεωτερικότητας- και ότι το έθνος ως υπέρτατη και αποκλειστική μορφή συλλογικής ταυτότητας και πηγή πολιτικής νομιμοφροσύνης αποτελεί φαινόμενο της ίδιας ιστορικής διάρκειας.
Θα ήταν τουλάχιστον ανιστόρητο το επιχείρημα απαξίωσης της εθνικής ιστοριογραφίας , αφού υπήρξε κι η ίδια φορέας, και παράγωγο ταυτόχρονα, των ιδεών του εθνικισμού κα της κατίσχυσής τους στον σύγχρονο κόσμο.
Πρόθεσή μου είναι, με βάση τα διανοητικά εργαλεία και μελετήματα της δικής μου εποχής, και συνεπώς με τη συνείδησης της ιστορικότητας και του δικού μου εγχειρήματος, να δείξω πως παρήχθη ιστορικά η εθνοκεντρική ανάγνωση της προσδοκίας του Ρώσου ελευθερωτή και των Ορλωφικών, πως δηλαδή τα γεγονότα και οι σημασίες τους αποσπάστηκαν από τα ιστορικά τους συμφραζόμενα για να καταστούν μέρος ενός εθνικού αφηγήματος.
Η κριτική προσέγγιση της εθνικής ιστοριογραφίας έχει λοιπόν να κάνει με την ανάδειξη της ιστορικότητάς της και όχι με την καταγγελία του εθνοκεντρισμού της. [6]

Υπό την κυριαρχία της Εθνικής Ιδέας, το ιδανικό της ελευθερίας (της εθνικής ελευθερίας), για το οποίο είχαν πολεμήσει οι άνθρωποι του Εικοσιένα, παρουσιάζεται ότι ενέπνεε ανέκαθεν τους ίδιους αλλά και τους προγόνους τους, από τους πιο κοντινούς μέχρι τους πλέον μακρινούς- το ίδιο πάντοτε όραμα φερόταν να έχει καθοδηγήσει την δράση όλων [7].
Αυτό που κάνει η εθνικιστική ιδεολογία είναι να πλάθει νοερά το σημερινό έθνος σαν κάτι που διατρέχει και ορίζει ολόκληρη την ιστορία.
Φαντάζεται δηλαδή την εθνική κοινότητα του παρόντος σαν μια οντότητα ουσιαστικά αναλλοίωτη στον χρόνο, δίχως ορατή αρχή και τέλος, σαν κάτι το οποίο υπήρχε ανέκαθεν στη μορφή που παρουσιάζεται στις σημερινές συνθήκες.
Έτσι όμως και η τωρινή συνείδηση των μελών ενός έθνους προβάλλεται επίσης αναδρομικά ως μια κατ’ ουσίαν αμετάλλακατη ποιότητα- ωσάν δηλαδή οι πρόγονοι που ένα έθνος διεκδικεί σήμερα να πίστευαν κι οι ίδιοι ότι ανήκαν σε αυτό, αποδίδοντάς του την ίδια με την σημερινή σημασία, την ίδια αξία, τις ίδιες προεκτάσεις.
Αλλιώς πoιο νόημα έχει η σύντονη προσπάθεια κάθε εθνικιστικής ιδεολογίας να αποδείξει ότι οι πρόγονοι τους οποίους διεκδικεί είχαν συμπεριφερθεί ως homines nationalis στον καιρό τους; [8].
Από τα απομνημονεύματα του Αγώνα [9] μέχρι τις ιστοριογραφικές συνθέσεις του 19ου αιώνα, αλλά και συνολικά σε όλη την εθνική ιστοριογραφία, εξιστορείται η διαρκής και καθολική αντίσταση του έθνους στον κατακτητή.
Οι θεσμοί, οι θέσεις και οι ρόλοι των ραγιάδων στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας παρουσιάζονται συλλήβδην ως εκδηλώσεις εθνικών φρονημάτων, αξιών και προσανατολισμών.
Σε κάθε μορφή κοινωνικής και πολιτικής ζωής αποδίδεται εθνική σημασία: στους θεσμούς και τα αξιώματα της κοινοτικής και περιφερειακής αυτοδιοίκησης, στην κάθε είδους ένοπλη δραστηριότητα, στο ρόλο της εκκλησίας και γενικότερα της ορθοδοξίας, στην ανυπακοή αλλά και στη νομιμοφροσύνη προς την οθωμανική εξουσία, στα κατά καιρούς αποσχιστικά σχέδια που συνδέονταν με ξένες δυνάμεις, στους θρησκευτικούς μύθους περί της επικείμενης «ημέρας της κρίσης» και της «ανάστασης του γένους».
Οι ιδέες, οι δοξασίες και οι πράξεις των Ρωμιών στο παρελθόν, από τις πλέον καθιερωμένες πρακτικές ενσωμάτωσης στο οθωμανικό σύστημα μέχρι τη μερική ή συνολική εναντίωση προς αυτό, κατέληξαν να παρουσιάζονται, παρατακτικά, ως στιγμές της διαρκούς εθνικής αντίστασης, ως ένας αδιάλειπτος αγώνας για τη διαφύλαξη της εθνικής υπόστασης, με απώτερο βέβαια στόχο την απελευθέρωση από τον «τουρκικό ζυγό» [10].
Από τα μέσα του 19ου αιώνα, ο ιστοριογραφικός λόγος, δεσμευμένος με τις αρχές βάσει των οποίων είχε συγκροτηθεί το εθνικό κίνημα, προβλήθηκε συνολικά και αδιακρίτως στον κόσμο του παρελθόντος, κι έτσι τον χρωμάτισε, τον αφομοίωσε, τον εθνικοποίησε κατά τρόπο ώστε το ιστορικό παρελθόν να προσλαμβάνεται αποκλειστικά και μόνον ως εθνικό παρελθόν [11].
Η διαδρομή την οποία φερόταν να ακολουθεί η ιστορία παρουσιαζόταν ως προδιαγεγραμμένη:
το παρελθόν αναπλάστηκε με τρόπο που να προαναγγέλει το εθνικό παρόν.
Και αντιστρόφως, το εθνικό παρόν νοούνταν ως η ολοκλήρωση μιας ένσκοπης διαδρομής, σε κάθε «φάση» της οποίας προετοιμάζονταν και εξαγγέλλονταν οι μεταγενέστερες εξελίξεις.
Σε τελική ανάλυση, η σύγχρονη εθνική πραγματικότητα παρουσιάστηκε ως η περίπου αναπόδραστη φυσικοϊστορική απόληξη μιας συνεχούς και εξελικτικής διαδικασίας εθνικής ολοκλήρωσης [12].
Έτσι, εξεγέρσεις τοπικού χαρακτήρα και κινήσεις ανυπακοής προς την οθωμανική διοίκηση αντιμετωπίζονται από την εθνική ιστοριογραφία ως οι αγώνες ενός υπόδουλου έθνους, το οποίο από την επομένη της Άλωσης και μέχρι την απελευθέρωσή του είχε ως μόνο σκοπό την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού.
Οι προσλήψεις, τα βιώματα και οι εικόνες της Κατοχής του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου από τους σύγχρονους έλληνες οδηγούν σε παρόμοιους συνειρμούς: θεωρούν τα 400 χρόνια της τουρκοκρατίας κάτι σαν την Κατοχή της Ελλάδος από τους Γερμανούς κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Επίσης, η ελληνική εθνική ιστοριογραφία αντιμετωπίζει την κατάσταση στην οποία ζούσε το γένος υπό την οθωμανική κυριαρχία ως «αιχμαλωσία».
Αυτή η εικόνα της «αιχμαλωσίας» αντλεί βεβαίως από την χριστιανική, την ιουδαϊκή, καθώς επίσης και την αρχαιοελληνική παράδοση.
Σύμφωνα με προφητείες ευρύτατα διαδεδομένες, ιδίως μετά τα μέσα του 18ου αιώνα, οι Ρώσοι ήταν το περίφημο «ξανθό γένος», το θεϊκά σταλμένο με σκοπό την άρση της οθωμανικής κυριαρχίας και την ανασύσταση χριστιανικού βασιλείου στο πρότυπο του βυζαντίου.

Ευγένιος Βούλγαρης

Τι γραφόταν όμως κατά την περίοδο των γεγονότων;

1) Στο «Ικετηρία του Γένους των Γραικών προς πάσαν την χριστιανικήν Ευρώπην» που κατά πάσα πιθανότητα συνέγραψε ο Ευγένιος Βούλγαρης, ο συγγραφέας ορίζει τους υπόδουλους ως «Χριστιανούς Γραικούς»: «Περιττόν και ανωφελές ουδέν ήττον, το να θελήση τινάς να περιγράψη το εις όλην την Ευρώπη γνωριμώτατον : δηλαδή την αθλία κατάστασιν απάντων των Χριστιανών Γραικών…» [13]
2) Ο λόγιος μοναχός Καισάριος Δαπόντες, μετά την καταστολή της εξέγερσης αναφέρει:
"… Τούτων ούτως εχόντων λοιπόν, δεν θέλουν βασιλεύσει πλέον εις την Πόλιν, ούτε Ρωμαίοι, ούτε Ρούσσοι, έως της συντελείας. Ας μας ελεήση δ’ ο πολυέλεος θεός, και ας μας δώση την βασιλείαν του την ουράνιον, και ας λείψη αυτή η επίγειος" [14].
3) Την ίδια αντίληψη με τον Δαπόντε μοιραζόταν κι ένας άλλος εκκλησιαστικός λόγιος της εποχής, ο Αθανάσιος Υψηλάντης Κομνηνός, που κι αυτός είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στους Ρώσους ελευθερωτές:
"Πρόδηλον ουν ότι δια τας αμαρτίας μας παρεχώρησεν ο θεός και δεν έγινε το δια χρησμών βεβαιωμένον, εις καιρόν οπού έπρεπε να γένη, προκρίνας καλήτερον να ματαιωθούν οι χρησμοί και αυτών των αγίων ανδρών, παρά να βασιλεύσουν οι, βασιλείας όχι, αλλά και αυτής της ζωής, τη αληθεία ανάξιοι, μάλιστα δια το αμετανόητον των εις τον καιρόν της βασιλείας κακοηθειών τους […]
Αν λοιπόν εις καιρόν διωρισμένον από τους χρησμούς, και μετά τοσαύτας και τηλικαύτας νίκας των Μοσχόβων κατά των Οθωμανών και εις τοιαύτην ευκαιρίαν, δεν ηλευθερώθημεν οι Ρωμαίοι, δύσκολον πολλά το να γένη εις το εξής η ανάστασις της ρωμαϊκής βασιλείας…" [15].
4) Ο Ιωάννης Πρίγκος γράφει μετά την απογοήτευση των Ορλωφικών:
«Μεγαλοδύναμε Θεέ λυτρωτά!
Γίνου έλεος, πάψε τον θυμόν σου, πέμψον άλλον λυτρωτή ως ποτέ τον Μωυσή για να ελευθερώση την άμοιρη Ελλάδα από τον τύραννο Τούρκο. […]
Κάμε άλλον έναν Πέτρο δια εμάς ως εκείνον της Ρουσίας, όπου από Εσού και διά Εσού τα πάντα διέπονται και κυβερνούνται» [16].
5) Ο Αθανάσιος Ψαλίδας, στα 1791, ανέφερε απευθυνόμενος στην Αυτοκράτειρας της Ρωσίας Αικατερίνη Β’:
«Ταις Σαις ουν ακτίσι και η Ελλάς η το πάλαι μεν ένδοξος τε και ευδαίμων διά την Αθηνάν και Άρην, νυν δε άδοξος και δυστυχής διά τον των βαρβάρων θλίβοντα και επιβαρύνοντα ζυγόν, ψυχρά ούσα, θερμαίνεσθαι ήρξατο και τας χείρας εκτείνειν και τω νω ως παρούσαν οράν Σε την αυτής αντιλαμβανομένην και υπερασπιζομένην και του δεινού ζυγού λυτρωσομένην και δέσποιναν αυτής εσομένην»[17].

Κυπαρισσία, 1770

Ο Ν.Ροτζώκος γράφει σχετικά με τα παραπάνω:

«Σύμφωνα με τις αρχές του ελληνικού εθνικισμού, οι ιδέες και οι οραματισμοί ανθρώπων του 18ου αιώνα, όπως ήταν ο Καισάριος Δαπόντες, ο Ιωάννης Πρίγκος, και ο Αθανάσιος Υψηλάντης Κομνηνός, φαντάζουν «αφελείς» και «ανώριμοι» - είδαμε ότι χαρακτηρίστηκαν από τους Έλληνες ιστορικούς θρησκευτικές προκαταλήψεις («δεισιδαιμονίες»).
Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική εθνική ιστοριογραφία διάβασε αναδρομικά το παρελθόν βάσει των αρχών του εθνικισμού.
Οι άνθρωποι όμως του ύστερου 18ου αιώνα που εξετάζουμε εδώ, οι οποίοι δεν ανήκαν στην εποχή του εθνικισμού και δεν συμμερίζονταν τις αρχές του, οι φορείς δηλαδή και οι εκφραστές της παραδοσιακής εσχατολογίας, είχαν ταυτίσει τη μοίρα του γένους με τους Ρώσους.
Όπως είδαμε, σε όλες τις αφηγήσεις του Ρωσο-Οθωμανικού Πολέμου και των προσδοκιών για ρωσική επέμβαση, κεντρικός πρωταγωνιστής και φορέας της απελευθέρωσης είναι πάντοτε ένας «άλλος» ελευθερωτής:
είτε είναι η Πρόνοια και η θεόπεμπτη ομόδοξη δύναμη, είτε είναι ο «φωτισμένος» ηγεμόνας ελευθερωτής με το αναμορφωτικό και εκπολιτιστικό του έργο.
Το «έθνος των Ελλήνων» της εποχής των Ορλωφικών δεξιωνόταν τις επιδράσεις του δυτικού/σύγχρονου κόσμου και συνιστούσε έτσι μέρος του κόσμου αυτού, αλλά δεν μπορεί να συνδεθεί ή και να ταυτιστεί με το σύγχρονο πολιτικό έθνος της εθνικής ιδεολογίας, καθώς δεν αντιλαμβάνονταν τον εαυτό του ως πολιτικό υποκείμενο, δηλαδή ως τον κατεξοχήν φορέα της δικής του απελευθέρωσης»[18]
Ας πάμε όμως και στα δύο σημαντικότερα κείμενα της εποχής:
Α) Τον Απρίλιο του 1770, κι ενώ η εξέγερση στην Πελοπόννησο ήταν σε κρίσιμη καμπή μετά την ήττα στην Τριπολιτσά, ο Αλέξιος Ορλώφ, ως «πληρεξούσιος» της Αικατερίνης, συνέταξε στο Ναυαρίνο προκήρυξη, την οποία απηύθυνε προς «όλους κοινώς τους ορθοδόξους χριστιανούς Ρωμαίους όπου ευρίσκονται υποκάτω εις την τυραννίαν των Τούρκων».
Με την προκήρυξη αυτή τους καλούσε να συνεχίσουν τον αγώνα στο όνομα της πίστης της πατρίδας και της ελευθερίας τους. Η προκήρυξη μοιράστηκε στις επαρχίες της Πελοποννήσου, με σκοπό να εμψυχωθούν και να κινητοποιηθούν οι πληθυσμοί και οι ηγεσίες τους μετά την ήττα στην Τριπολιτσά [19].
Ο Ορλώφ υπόσχεται ότι ο σκοπός της Αικατερίνης είναι να τους ελευθερώσει και να τους «ευτυχήση» αναλαμβάνοντάς τους υπό την «προστασίαν» της:
«Τώρα δε οπού έφτασα εις τον Μορέαν φανερώνω εις όλον το γένος των Ρωμαίων, ότι δεν θέλω λείψη να βάλω εις πράξιν από μέρους μου κάθε μέσον, μη ψηφώντας κινδύνους δια να τους ελευθερώσω.
Και τους τάζω από το μέρος της ευσεβέστατης βασίλισσάς μας, πως δεν θέλει τους αφήση ποτέ από την σκέπην και προστασίαν της, αλλά να υπερμαχήση ότι μονάχα να τους ξεσκλαβώση, αλλά και να τους ευτυχήση.
Προσκαλώ λοιπόν όλους τους ομοπίστους μου Ρωμαίους να συντρέξωσιν και να συνεργήσωσιν αντάμα με τα στρατεύματα τα ιδικά μας με ζήλον και προθυμίαν δια την πίστιν, πατρίδα, ελευθερίαν και ευτυχίαν τους».
Β) Ένα άλλο, επίσης πολύ γνωστό κείμενο, το οποίο κυκλοφόρησε την εποχή εκείνη (αρχές του 1769) σε όλη τη Βαλκανική και στις ιταλικές πόλεις, απ’ όπου οι Ρώσοι αξιωματούχοι προετοίμαζαν τις εξεγέρσεις στα οθωμανικά εδάφη, ήταν η Διακήρυξη της Αικατερίνης, με αποδέκτη αυτή τη φορά συνολικά «τους χριστιανούς της Τουρκίας» και, πιο συγκεκριμένα, «απάσας τα Ελληνικάς και Σλαυικάς εθνότητας τας πρεσβεύουσας το ορθόδοξον δόγμα και κατοικούσας εν τε τη Χερσονήσω και ταις νήσοις του Αρχιπελάγους» [20]
Η Αικατερίνη απευθύνει δραματική έκκληση προς τους ομοδόξους της να εξεγερθούν, υποσχόμενη τη «σωτηρία» τους, καθώς επίσης και τη μέλλουσα «ευτυχία» τους υπό την δική της «αιγίδα» και «προστασία»:
«Η μεγίστη ευχαρίστησις ημών έσται να ιδώμεν τας χριστιανικάς επαρχίας απολελυτρωμένας της αφορήτου δουλείας και τας εθνότητας υπό την αιγίδα ημών ακολουθούσας τα ίχνη των προγόνων αυτών, δι’ ο και εν τω μέλλοντι δεν θέλομεν αρνηθή παρέχοντες αυταίς πάντα τα μέσα, χορηγούντες αυταίς την ημετέραν προστασίαν και συμπάθειαν….»
Όσον αφορά το πώς έβλεπαν οι Ρώσοι τους μετέπειτα έλληνες, γράφει ο Ν.Ροτζώκος [21]:
«Για να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονται οι Ρώσοι τους Ρωμιούς, θα πρέπει να δούμε πως τους αποκαλούσαν, πως δηλαδή απευθύνονταν σε αυτούς. […]
Όπως προαναφέρθηκε, η προκήρυξη του Ορλώφ συντάχτηκε στο Ναυαρίνο τον Απρίλιο του 1770 και μοιράστηκε στους Πελοποννησίους με σκοπό να τους εμψυχώσει και να τους κινητοποιήσει.
Την ίδια εποχή, ο Ρώσος αξιωματούχος, απογοητευμένος από την εξέλιξη του πολέμου στην Πελοπόννησο, σε επιστολή του προς την Αικατερίνη έκανε λόγο για τη «δειλία των τε Ελλήνων και Μανιατών» [22].
Υπάρχουν όμως κι άλλες προσφωνήσεις για τους Ρωμιούς και γενικότερα για τους χριστιανούς της οθωμανικής αυτοκρατορίας, τους οποίους οι Ρώσοι επίσης προέτρεπαν να ξεσηκωθούν.
Το 1765, ο απεσταλμένος των Ρώσων στην Πελοπόννησο, Εμμανουήλ Σάρρος, έκανε λόγο για το «Σπαρτιατικόν Έθνος» το «πρεσβεύον το χριστιανικό δόγμα» εννοώντας τους Μανιάτες [23].
Σε άλλο έγγραφό της, η Αικατερίνη αναφερόταν στις «Σλαυικές», «Αλβανικές» και «Ελληνικές Εθνότητες», με τις οποίες δηλώνονταν όλοι κοινώς οι ορθόδοξοι λαοί [24].
Γίνεται φανερό από τα προαναφερθέντα ότι το «ορθόδοξο δόγμα» είναι το ενοποιητικό στοιχείο όλων αυτών των «εθνοτήτων», τόσο μεταξύ τους όσο και με τους Ρώσους.
Μια τέτοια χρήση των όρων «έθνος» και «εθνότητα» από τους Ρώσους προκαλεί εντύπωση σε μας σήμερα.
Μας φαίνεται εννοιολογικά ασαφής ή και λανθασμένη.
Αυτό συμβαίνει διότι ζούμε μέσα σε αποκρυσταλλωμένες από καιρό ταξινομήσεις και πολιτικές ρυθμίσεις που έχουν διαμορφωθεί σύμφωνα με την εθνική ιδεολογία.
Και συμμεριζόμαστε τις εν λόγω ταξινομήσεις και ρυθμίσεις, διότι αποτελούν τις βασικές παραδοχές του δικού μας πολιτικού σύμπαντος, στο οποίο το έθνος αποτελεί το κεντρικό πολιτικό υποκείμενο στην ιστορία και την υπέρτατη και ενιαία μορφή ατομικής και συλλογικής ταυτότητας και οργάνωσης του κράτους.
Όταν λοιπόν αυτή η αντίληψη περί έθνους προβάλλεται αναδρομικά και αδιακρίτως στο παρελθόν, τότε θεωρείται αυτονόητο ότι οι Ρώσοι καλούσαν σε ξεσηκωμό ενιαία εθνικά πολιτικά υποκείμενα που διεκδικούσαν το δικαίωμά τους στην πολιτική αυτοδιάθεση ή αντιστρόφως, ότι οι Ρωμιοί προσδοκούσαν ως εθνικά υποκείμενα τη συνδρομή των Ρώσων.
Σύμφωνα λοιπόν με αυτά τα κριτήρια, φαίνονται «αφύσικοι» , εννοιολογικά ασαφείς ή ακόμη και λανθασμένοι οι διαχωρισμοί των Ρώσων σε «Ελληνικόν» και «Σπαρτιατικόν έθνος», σε «Έλληνες» και «Μανιάτες», καθώς επίσης και η χρήση του πληθυντικού αριθμού για να ονοματιστούν οιονεί ενιαία και ομοιογενή εθνικά υποκείμενα («Ελληνικές και Σλαυικές Εθνότητες»).
Στο λόγο των Ρώσων, όμως, τα σημαίνοντα «έθνος» και «εθνότητα» δεν παραπέμπουν στα σημαινόμενα τα οποία επρόκειτο να τους προσδώσει αργότερα η Εθνική Ιδέα (και η ελληνική ιστοριογραφία).
Οι χρήσεις των όρων αυτών δεν είχαν την εποχή που μελετάμε την εννοιολογική αυστηρότητα και σαφήνεια που θα τους προσέδιδε αργότερα η Εθνική Ιδέα, διότι για τους ανθρώπους της εποχής δεν είχαν την ιδεολογική και πολιτική σημασία που θα αποκτούσαν χάρη στη μεταγενέστερη αυτή πολιτική ιδεολογία.
Οι Ρώσοι έκαναν λόγο για «ελληνικές εθνότητες» (στον πληθυντικό αριθμό) διότι αναγνώριζαν πολλές και συνεπώς διακριτές επιμέρους κοινότητες με βασικά κριτήρια αναφοράς τον τόπο καταγωγής ή την ιστορία τους και όχι τις ενοποιητικές αρχές της εθνικής ιδεολογίας.
Στη ρωσική αυτοκρατορική αντίληψη, το πρώτιστο (αν όχι μόνο) ταυτοποιητικό στοιχείο όλων αυτών των πληθυσμών, το στοιχείο δηλαδή που υπερέβαινε τις επιμέρους εντάξεις (τόπος, ιστορία, καταγωγή) ήταν το «ορθόδοξον δόγμα» που πρέσβευαν από κοινού.
Το «ομόθρησκον» συνέδεε άλλωστε τους ραγιάδες μεταξύ τους και, ταυτοχρόνως, όλους μαζί με τον Ρώσο ηγεμόνα-ελευθερωτή σε ένα κοινό σχέδιο δράσης, εν όψει της δημιουργίας μιας νέας μορφής πολιτικής ρύθμισης και συμβίωσης.
Με άλλα λόγια, ο «φωτισμένος» και «φιλεύσπλαχνος» ορθόδοξος ηγεμόνας παρουσιαζόταν και αναμενόταν ως ελευθερωτής, υπό την έννοια ότι αυτός αποτελούσε την υπέρτατη πηγή πολιτικής νομιμοφροσύνης, και όχι οι ασυστηματοποίητες ακόμη ιδέες περί έθνους- οι οποίες, μόνον αφότου θα αποκρυσταλλώνονταν λίγο αργότερα στο πλαίσιο της εθνικής ιδεολογίας, έμελλε να οδηγήσουν στην συγκρότηση νέων (και πλέον ατόφια εθνικών) μορφών πολιτικής νομιμοφροσύνης.
Αλλά ούτε οι Ρωμιοί αναγνώριζαν τον ευατό τους σε αυτήν την υπέρτατη και ενιαία μορφή συλλογικής ταυτότητας που έμελλε να είναι το έθνος της εθνικής ιδεολογίας, ούτε οι προσδοκίες εναρμονίζονταν με το πολιτικό πρόταγμα της εθνικής ανεξαρτησίας.
Κεντρικό σημείο αναφοράς των προσδοκιών τους ήταν ο «φωτισμένος», «δίκαιος» και «φιλεύσπλαχνος» χριστιανός ηγεμόνας-ελευθερωτής, ο οποίος αναμενόταν στη θέση του «άδικου», «άσπλαχνου», και «τύραννου» κατακτητή.
Δεν αντιλαμβάνονταν δηλαδή την ελευθερία με τους όρους της εθνικής επανάστασης αλλά με την έννοια της αποκατάστασης της σχέσης ανάμεσα στον ηγεμόνα και τους υπηκόους του.
Η «πατρίδα» στις ρωσικές εκκλήσεις ορίζεται με δύο τρόπους: και με την στενή της έννοια, δηλαδή ως ο τόπος της βιωματικής εμπειρίας, αλλά και ευρύτερα, ως αφηρημένη έννοια, δηλαδή ως ιστορική και πολιτισμική οντότητα.
Σε καμία περίπτωση πάντως η έννοια της «πατρίδας» στις ρωσικές εκκλήσεις δεν ταυτίζεται με την έννοια του εθνικού χώρου, δηλαδή με την ενιαία και αποκλειστική εθνική-εδαφική κυριαρχία, όπως αντιλαμβάνεται η εθνική ιδεολογία την πατρίδα του μοντέρνου έθνους».
Ο Νικόλαος Γλυκύς, σημαντικός τυπογράφος στη Βενετία, μεταφραστής και εκδότης της περίφημης Nakaz (Εισήγηση) της Αικατερίνης, γράφει στα 1767:
«Με την ανάγνωσιν τούτου, οι ομογενείς μου πρώτον θέλουσι καρποφορηθεί εις την αρετήν, και δεύτερον θέλουσι λάβει ευφροσύνην και παρηγορίαν των θλίψεών των, βλέποντες το ηγαπημένον μας και ομόπιστον Γένος να ευρίσκεται εις ευαδαιμονίαν και καλήν πολιτικήν κυβέρνησιν, λαμβάνοντας εκ θείας προνοίας δια Μονάρχισσαν μίαν φιλόσοφον και φιλάνθρωπον Νομοθέτριαν, οπού αι αρεταί και μεγάλα της κατορθώματα περιβόητον εις άπασαν την Ευρώπην την έκαμαν.
Βέβαια τώρα θέλει πληρωθή η μεγάλη επιθυμία, ως σοφέ Πλάτων, και η αγαπημένη πατρίς σου η Ελλάς να φθάση εις το άκρον της ανθρωπίνης ευδαιμονίας, αν αι θερμαί δεήσεις του Ταλαιπώρου σου γένους οπού μετά δακρύων, ημέραν και νύκταν προς τον Ύψιστον θέλει εξακουσθώσι διά να κυβερνηθεί και αυτό με τους ίδιους νόμους αυτής της φιλοσόφου Αυτοκρατορίσσης, και να ευρίσκεται υπό την σκέπην, και προστασίαν της»
[25].
Αντί επιλόγου, παραθέτω ένα απόσπασμα από τον Franco Venturi, σχετικά με την αποτίμηση των γεγονότων των Ορλωφικών:
"Πουθενά τα γεγονότα αυτά δεν οδήγησαν σε ανατροπές των θεμελίων της κοινωνίας ή του κράτους, ούτε στην δημιουργία νέων θεσμών με διάρκεια.
Αλλά ούτε και συνέβησαν χωρίς να αφήσουν πίσω τους σημαντικά ίχνη.
Αποκάλυψαν υπόγειες δυσαρέσκειες, εκρηκτικές προσδοκίες, ελπίδες ασυμβίβαστες με την παραδοσιακή τάξη πραγμάτων κααι μια απρόσμενη αγωνιστική θέληση ενάντια σε παλιές και νέες μορφές καταπίεσης" [26].

Ευχαριστώ για τον χρόνο σας.
doctor
________________________________________________________


Σημειώσεις- Βιβλιογραφία (όλα τα παρακάτω έχουν ληφθεί από το βιβλίο του κ.Ροτζώκου).

[1] Η παρομοίωση της εθναφύπνισης με το μύθο της «ωραίας κοιμωμένης» ανήκει στον Κένεθ Μίνονγκ.
Με αφορμή αυτή την παρομοίωση, ο Παντελής Λέκκας αναλύει τον τρόπο με τον οποίο παράγεται από τον εθνικισμό το ιδεολόγημα της εθναφύπνισης:
«Ο Μίνονγκ ισχυρίζεται ότι όλη η εικόνα που η εθνικιστική ιδεολογία φιλοτεχνεί για το έθνος μπορεί να ιδωθεί σαν παραλλαγή του μύθου της ωραίας κοιμωμένης.
Όπως η ηρωίδα του παραμυθιού ξυπνά από τον βαθύ της ύπνο για να συναντήσει τη μοίρα της, έτσι και το έθνος ανακαλύπτει τον εαυτό του μόνον όταν αποκτά συνείδηση της μακραίωνης ιστορίας του και, συνακόλουθα, συνείδηση των δυνατοτήτων και του πεπρωμένου του: η εθνική ιστορία παρουσιάζεται πάντοτε με τα χαρακτηριστικά της αυθυπαρξίας και της αυτοτέλειας να νοούνται οίκοθεν […]
ο εθνικισμός αναφέρεται στην ιστορία του έθνους ως μια δεδομένη πραγματικότητα η οποία είναι ανεξάρτητη από τον ίδιο.
Όπως συμβαίνει λοιπόν με όλους τους μύθους, έτσι κι εδώ η πράξη της αφήγησης αποσυνδέεται από το περιεχόμενό της.
Ο ρόλος της εθνικιστικής ιδεολογίας περιορίζεται, με εξίσου «αυτονόητο» τρόπο, στην ανακάλυψη του ήδη υπάρχοντος εθνικού παρελθόντος – χωρίς ποτέ να ομολογείται ότι πρόκειται για την πράξη της αφήγησης μιας καθ’όλα νέας και ιδεολογικά προσδιορισμένης ιστορίας, για την πράξη της παραγωγής της εθνικής μυθολογίας (Παντελής Λέκκας, «Το παιχνίδι με τον χρόνο. Εθνικισμός και νεωτερικότητα, Αθήνα 2001, σελ.103-104. Για τη σχέση ανάμεσα σε εθνογένεση και εθναφύπνιση, βλ.Ernest Gellner, «Έθνη και εθνικισμός, Αθήνα 1992, σελ.93-96, 102-110.
[2] Τον Φεβρουάριο του 1770, μεσούντος του τρίτου κατά τον 18ο αιώνα Ρωσο-οθωμανικού Πολέμου (1768-1774) ελλιμενίστηκε στο Οίτυλο της Μάνης μια μοίρα του ρωσικού στόλου που μετέφερε ένα μικρό στρατιωτικό σώμα.
Ήταν η πρώτη φορά που, σε μια παράτολμη επιχείρηση, ο ρωσικός στόλος έπλεε στα νερά της Μεσογείου με επικεφαλής τον αξιωματικό του ρωσικού στρατού Αλέξιο Ορλώφ και τον αδελφό του Θεόδωρο.
Με την άφιξη των ρωσικών πλοίων και μέσα σε κλίμα επανασταστικού αναβρασμού οι χριστιανικές ηγεσίες της Πελοποννήσου ξεσήκωσαν τις περισσότερες επαρχίες, συγκρότησαν ένοπλα σώματα και τα έθεσαν υπό την καθοδήγηση των Ρώσων.
Οι ισχνές οθωμανικές δυνάμεις της Πελοποννήσου και οι ντόπιοι μουσουλμάνοι κλείστηκαν στα κάστρα, ενώ τα άτακτα σώματα των εξεγερμένων τους πολιορκούσαν και, ταυτοχρόνως, άρχισαν να επιδίδονται σε εκτεταμένες σφαγές και λεηλασίες.
Σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα η οθωμανική εξουσία είχε καταλυθεί στην Πελοπόννησο και ο τόπος είχε μετατραπεί σε ένα από τα μέτωπα του Ρωσο-οθωμανικού πολέμου.
Η εξέγερση όμως δεν εδραιώθηκε.
Διήρκεσε περίπου τρεις με τέσσερις μήνες και κατεστάλη εύκολα όταν κατέφθασαν οθωμανικές ενισχύσεις μέσω του Ισθμού και του πορθμού Ρίου-Αντιρρίου, την ίδια εποχή που ο οθωμανικός στόλος ελλιμενιζόταν στο Ναύπλιο. Μετά τις ήττες των εξεγερμένων στην Τριπολιτσά (2 Μαρτίου/9 Απριλίου 1770) και στη Μεθώνη (17/28 Μάη 1770), οι Ρώσοι αναχώρησαν από την Πελοπόννησο παίρνοντας μαζί τους αρκετούς από τους Μοραΐτες πρωτεργάτες της εξέγερσης (κοτσαμπάσηδες και μέλη της εκκλησιαστικής ιεραρχίας), εγκαταλείποντας, όμως, τους ντόπιους στην μήνιν των Οθωμανών. (Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.19-20).
[3] Κωνσταντίνος Σάθας, «Τουρκοκρατούμενη Ελλάς. Ιστορικόν Δοκίμιον περί των προς αποτίναξιν του οθωμανικού ζυγού επαναστάσεων του ελληνικού έθνους (1453-1821)», Αθήνα, 1869. Την ίδια εποχή άρχισε να γράφεται και η μεγάλη ιστορική σύνθεση του Κ.Παπαρηγόπουλου «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους» που πρωτοδημοσιεύτηκε μέσα σε 14 χρόνια, από το 1860 έως το 1874.
[4] Ο Νίκος Ροτζώκος σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες και Ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Πανεπιστήμιο Paris I.
Διδάσκει Νεότερη και Σύγχρονη Πολιτική Ιστορία της Ελλάδας στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του ΑΠΘ και είναι συγγραφέας του βιβλίου «Επανάσταση και Εμφύλιος στο Εικοσιένα», Πλέθρον, Αθήνα 1997.
[5] Πληροφορίες για το βιβλίο: http://www.lemoni.gr/shop/details.asp?ProductID=116083
[6] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.19-20.
[7] ο.π. σελ.79.
[8] Π. Λέκκας, «Το παιχνίδι με τον χρόνο, σελ.6-7. Για τη δημιουργική επέμβαση του εθνικισμού στην ανασύσταση και ανάπλαση του παρελθόντος, βλ. επίσης του ιδίου «Η εθνικιστική ιδεολογία» σελ.73-74,96-106. Βλ.ακόμα, Κ.Τσουκαλάς, «Η εξουσία ως λαός και ως έθνος. Περιπέτειες σημασιών», Αθήνα 1999, σελ.297-308, 337-353, Ετιέν Μπαλιμπάρ «Η μορφή Έθνος: ιστορία και ιδεολογία» στο Ετιέν Μπαλιμπάρ, Ιμμάνουελ Βαλλερστάιν, «Φυλή, έθνος, τάξη. Οι διφορούμενες ταυτότητες, Αθήνα, 1991, σελ.132,134,139.
[9] Οι αγωνιστές εξιστόρησαν το ένδοξο παρελθόν του έθνους, και συνεπώς τη μεγάλη προσφορά των ίδιων και των προγόνων τους στην εθνική υπόθεση.
Η εξιστόρηση της ζωής τους στο παρελθόν ακολούθησε τα δραματουργικά αφηγηματικά μοτίβα της εθνικής εποποιίας – η οποία αποτελούσε, άλλωστε, το σημαντικότερο κομμάτι και τη νέα αφετηρία της ζωής τους. Ιδού πόσο ωραία τις πρώτες γραμμές των απομημονευμάτων του ο Φωτάκος:
«οι Έλληνες πάντοτε εσυλλογίζοντο πως να αποκτήσουν την ελευθερίαν των, και μάλιστα μετά την αποτυχίαν της επαναστάσεως της Πελοποννήσου, της γενομένης κατά το 1769, και ύστερον εσκέπτοντο πως και δια ποίου τρόπου να οργανώσουν το έθνος προς την επανάστασιν κατά του τυράννου»
(Φώτιος Χρυσανθόπουλος ή Φωτάκος, Απομνημονεύματα περί της Ελληνικής Επαναστάσεως, Αθήνα 1960, σελ.25).
Οι αγωνιστές διαμόρφωσαν τη σχέση τους με το παρελθόν μέσω της ιδεολογίας της εθνικής επανάστασης και της εθνοκρατικής κοινότητας – στη δημιουργία της οποίας είχαν και οι ίδιοι συνεργήσει με τους αγώνες και τις θυσίες τους. Στα απομνημονεύματά τους λοιπόν αναφέρονται στο παρελθόν, όπως ακριβώς το προσελάμβαναν και το ανέπλαθαν ένα κράτος και μια κοινωνία που έβγαιναν μέσα από ένα εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα.
Υπ’ αυτή την έννοια, τα απομνημονεύματα του Αγώνα, μαρτυρούν περισσότερο για την πραγματικότητα των ανθρώπων της επανάστασης και του εθνικού κράτους (και τους όρους πρόσληψης του παρελθόντος και της ιστορίας στη νέα αυτή ιδεολογική συνάφεια), παρά για την ίδια την κάθε φορά εξιστορούμενη πραγματικότητα του παρελθόντος.
Για το ζήτημα αυτό, βλ.Σπύρος Ασδραχάς, «Ελληνική κοινωνία και οικονομία, ιη’ και ιθ’ αιώνες», Αθήνα 1982, σελ.315-349, του ιδίου, Σχόλια, Αθήνα 1993, σελ.187-191. Ν .Θεοτοκάς, «Ατομική μαρτυρία και συλλογική συνείδηση. Τα κείμενα του Μακρυγιάννη ως τεκμήρια της ιστοριογραφίας», η οικονομία της βίας, ο.π. σελ.349-385.
Ελένη Αδριάκαινα, Το «νόημα του ‘21» στα Απομνημονεύματα του Φωτάκου, Διδακτορική διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο, Αθήνα 1999. Ν.Ροτζώκος «Τα απομνημονεύματα του Εικοσιένα ως υλικό της ιστοριογραφίας», Δοκιμές, 3 (1195), σελ.3-11.
[10] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.81-82.
[11] Βλ. σχετικά, Ν.Θεοτοκάς: «Ο εθνικισμός ως δεσμευτική αρχή της κατασκευής του παρελθόντος», Ο Πολίτης, 127 (1994), σελ.32-36. Α.Λιάκος, «Προς επισκευήν ολομελείας και ενότητος: η δόμηση του εθνικού χρόνου» στο Επιστημονική συνάντηση στη μνήμη του Κ.Θ. Δημαρά, ΚΝΕ/ΕΙΕ, Αθήνα 1994, σελ.171-199. Κ.Τσουκαλάς, «Ιστορία, μύθοι και χρησμοί», στο «Έθνος-Κράτος-Εθνικισμός», Πρακτικά Επιστημονικού Συμποσίου, Εταιρεία Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας Σχολής Μωραΐτη , Αθήνα 1994, σελ.287-303.
[12] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.83.
[13] Το κείμενο παρατίθεται στο Φ.Ηλιού, Προσθήκες στην Ελληνική Βιβλιογραφία, σελ.293-300.
Ο Βούλγαρης, στο έργο του «Στοχασμοί εις τους παρόντας κρισίμους καιρούς του Οθωμανικού κράτους (Κέρκυρα 1854- πρώτη έκδοση Στοχασμοί ςις τους παρόντας κρισίμους καιρούς, του Κράτους του Οθωμανικού, Πετρούπολη, 1771 ή 1772) προτείνει τον διαμελισμό των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη δημιουργία μιας ελληνικής ηγεμονίας υπό την αιγίδα των Ρώσων.
[14] Καισάριος Δαπόντες, Ιστορικός Κατάλογος Ανδρών Επισήμων (1700-1784), σελ.119-120.
[15] Αθανάσιος Κομνηνός Υψηλάντης, Τα μετά την Άλωσιν, σελ.534.
[16] Παρατίθεται στο Β.Σκουβαράς, «Ιωάννης Πρίγκος» σελ.201-203.
[17] Αθανάσιος Ψαλίδας, Αληθής ευδαιμονία ήτοι βάσις πάσης θρησκείας. Vera felicitas sive fundamentum omnis religionis, Βιέννη 1791. Το απόσπασμα παρατίθεται στο Π.Κιτρομηλίδης «Νεοελληνικός Διαφωτισμός», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Γ’ έκδοση, σελ.189.
[18] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.285-286.
[19] Η εν λόγω προκήρυξη παρατίθεται, μεταξύ άλλων, στο Π.Κοντογιάννης, Οι Έλληνες, σελ.461-464. Επίσης εκτεταμένα αποσπάσματα στο παραπάνω βιβλίο του Ν.Ροτζώκου (σελ.180-185).
[20] Η διακήρυξη της Αικατερίνης κοινοποιήθηκε στους Πελοποννησίους ηγέτες από τον Θεόδωρο Ορλώφ στα τέλη Φεβρουαρίου του 1770, όταν αυτός αφίχθη στο Οίτυλο της Μάνης. Παρατίθεται στο Κ.Π. Παλαιολόγος, «Ρωσικά περί Ελλάδος έγγραφα», σελ.147-148. Σχετικά με τον τρόπο που διακινήθηκε η διακήρυξη στις ιταλικές πόλεις και τις συζητήσεις που προκάλεσε, βλ. F.Venturi, The End of The Old Regime, σελ.35-36.
[21] Ν.Ροτζώκου, «Εθναφύπνιση και εθνογένεση, Ορλωφικά και ελληνική ιστοριογραφία», εκδόσεις Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σελ.204-218.
[22] Κ.Π. Παλαιολόγος, «Ρωσικά περί Ελλάδος έγγραφα», Παρνασσός τ.Ε(1883) σελ.149.
[23] ο.π. σελ.145.
[24] ο.π. τ.Α(1877) σελ.918.
[25] Νικόλαος Γλυκύς, Ερμηνεία της κραταιοτάτης και σεβαστής Αικατερίνης Β’ σελ.4-6. Πρόκειται για τη μετάφραση της περίφημης Nakaz (Εισήγηση) της Αικατερίνης προς τη Νομοθετική Επιτροπή των Αντιπροσώπων, το 1767.
Η Εισήγηση, εμπνευσμένη κυρίως από τις ιδέες του Μοντεσκιέ και του Μπεκαρία, συνιστούσε έναν νέο κώδικα νόμων που σκοπό είχε να μεταρρυθμιστεί το νομοθετικό πλαίσιο σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία του ρωσικού κράτους. Για τη Nakaz, βλ. την εισαγωγή του P.Dukes, στο P.Dukes, Russia under Catherine the Great, Vol.II: Catherine the Great’s Instruction (Nakaz) to the Legislative Cοmmision, 1767, Newtonville, Mass.1977. σελ.9-38.
Επίσης την εισαγωγή του Reddaway, στο W.F. Reddaway, Documents of Catherine the Great. The Correspondance with Voltaire and the instruction of 1767 in the English text of 1768, Νέα Υόρκη 1971, σελ.xxx-xxxii.
Για το ίδιο ζήτημα, βλ. επίσης την ανάλυση που επιχειρείται στο Π.Κιτρομηλίδης, Νεοελληνικός Διαφωτισμός, σελ.179-184. Βλ.ακόμα, F.Venturi, The End of the Old Regime in Europe, σελ.18,80-82 και S.Batalden, Catherine II’s Greek Prelate, σελ.17-19.
[26] Franco Venturi, The End of the Old Regime in Europe, 1768-1776. The First Crisis, Πρίνστον, New Jersey, 1989.