Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2009

H ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού



Στο σημερινό θέμα θα ασχοληθούμε με την συνδεσμολογία της εθνικιστικής σκέψης και πως αυτή με βάση τα σημερινά κριτήρια σαρώνει και οικειοποιείται ένα πολυεπίπεδο και πολύπλοκο παρελθόν, παρελθόν το οποίο "εθνικοποιεί" και υποτάσσει στην σημερινή εθνική πραγματικότητα.
Η κατίσχυση του εθνοκεντρικού λόγου στην κοινωνία είναι συντριπτική και καθολική. Σχεδόν όλοι δέχονται δογματικά τα "αξιώματα" της εθνικής ιδεολογίας.
Η μελέτη της πρακτικής του εθνικιστικού λόγου δεν έχει να κάνει με την απαξίωση των εθνικών ιδεωδών, ούτε αποσκοπεί στο να καταδείξει μια ομαδική ψύχωση αλλά ασχολείται με την ανάδειξη της ιστορικότητας αυτού του φαινομένου.
Παρουσιάζω ευθύς αμέσως ένα απόσπασμα από το βιβλίο "Η εθνικιστική ιδεολογία, πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία", του κ.Παντελή Λέκκα, Αναπληρωτή Καθηγητή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι πολύ βοηθητικό για τους Αρβανίτες οι οποίοι αν το διαβάσουν με προσοχή, θα βγούνε από την πολύ δύσκολη θέση που βρίσκονται και βάσει της οποίας καλούνται να συγκεράσουν την αποδοχή της θεωρίας της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους (το γνωστό δόγμα Παπαρηγόπουλου) με κύριο εθνικό χαρακτηριστικό την ελληνική γλώσσα, με το ότι οι ίδιοι ως κοινωνική ομάδα δεν ήταν ελληνόφωνοι. Ειδικά στο θέμα της γλώσσας, ο κ.Λέκκας με εξαιρετικά επιχειρήματα καταδεικνύει το επουσιώδες της γλώσσας (και την πλήρη κατίσχυση της θρησκείας ως εθνικό δηλωτικό) κατά την διάρκεια της εθνογέννεσης του ελληνικού έθνους, στα τέλη του 18ου αιώνα (εκεί προσδιορίζεται παγκοσμίως η έναρξη της εθνογενετικής διαδικασίας).

Η ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού.

Για να αποδοθεί στη γλωσσική διαφορά φόρτιση (πέραν από αυτή που αυτονόητα έχει) και πολιτική δυναμική (που σπανίως από μόνη της διαθέτει), πρέπει να υπάρχει ήδη η ανάγκη να δηλωθεί η εθνική ταυτότητα ή ετερότητα. Αυτό προκύπτει από την ίδια την εθνικιστική ιδεολογία αν προσέξουμε την λογική σύνδεση των επιχειρημάτων της και δεν παρασυρθούμε από τους σαρωτικούς αφορισμούς της. Οι εθνικιστές, όποτε προσφεύγουν στο γλωσσικό κριτήριο προτάσσουν το εξής επιχείρημα: "ανήκουμε σε ένα ξεχωριστό έθνος και ένα (το κυριότερο έστω) από τα τεκμήρια της διαφοράς μας είναι και το ότι ομιλούμε διαφορετική από τους αλλοεθνείς γλώσσα". Κανένας όμως εθνικιστής που θέλει να διατηρήσει στοιχειώδη έστω αξιοπιστία δεν θα διενοείτο να αντιστρέψει τη λογική αυτή σειρά υποστηρίζοντας τη γενική αρχή πως "όποιος ομιλεί διαφορετική γλώσσα έπεται ότι ανήκει σε διαφορετικό έθνος" διότι τότε θα έπρεπε να εξηγήσει όχι μόνον τη σχεδόν μόνιμη απουσία απόλυτης γλωσσικής ομοιογένειας στο εσωτερικό του δικού του έθνους αλλά και την παρουσία πολλών ομόγλωσσων, αλλά σαφώς διακριτών και ανεγνωρισμένων εθνών. Η επίκληση των γλωσσικών διαφορών δεν αποτελεί όπως συνήθως πιστεύεται το ισχυρότερο σημείο αλλά την αχίλλειο πτέρνα της εθνικιστικής ιδεολογίας επειδή η απόλυτη εμμονή σε αυτές μειώνει την αξιοπιστία των επιχειρημάτων της και περιορίζει το εύρος των αξιώσεών της.

Η γλώσσα δεν είναι δυνατόν να παράσχει από μόνη της το κριτήριο της εθνικής διαφοροποίησης ούτε κατ' επέκταση να αποτελέσει αποδεικτικό τεκμήριο της αρχαιότητας των εθνικών διακρίσεων. Και πώς θα μπορούσε εξάλλου να είναι καθολικό τεκμήριο ανομοιότητας σε όλο το ιστορικό φάσμα των κοινωνιών που προηγήθηκαν της σύγχρονης κοινωνίας; Για αιώνες ολόκληρους ο αγράμματος αγρότης της κεντρικής Ιταλίας μπορεί να χρησιμοποιούσε παρόμοιο γλωσσικό ιδίωμα με το χωρικό της βόρειας Ιταλίας, χωρίς αυτό να τους απασχολεί ή να έχει την παραμικρή επίπτωση στον τρόπο ζωής τους και χωρίς να διανοείται να τους επιβάλει την ομιλία και τη γραφή της τοσκανικής διαλέκτου, για να τους κάνει να πλησιάσουν περισσότερο ο ένας τον άλλον γλωσσικά και εθνικά. Για εξίσου μακρές περιόδους, τα κινέζικα ιδεογράμματα αποτελούσαν μέσο γραπτής επικοινωνίας για όσους λόγιους μπορούσαν να τα αποκρυπτογραφούν και να τα αναπαράγουν χωρίς αυτό να σημαίνει πως ένιωθαν ότι συνανήκαν σε κάποια εθνική οικογένεια είτε με τους άλλους λογίους με τους οποίους μπορούσαν να συνεννοηθούν γραπτώς αλλά δεν ομιλούσαν την ίδια γλώσσα, είτε με τους αγράμματους πληθυσμούς ανάμεσα στους οποίους ζούσαν και με τους οποίους επικοινωνούσαν προφορικά. Για ακόμη μακρότερες περιόδους, ο άνθρωπος ερχόταν -μόνιμα ή περιστασιακά, δεν έχει σημασία - σε επαφή με άλλους ανθρώπους που μιλούσαν γι αυτόν ακατάληπτες γλώσσες χωρίς αυτό να οδηγεί, πέρα από την προφανή αδυναμία τους να συνεννοηθούν, σε οποιαδήποτε αντίθεση μεταξύ τους.

Το ερώτημα λοιπόν παραμένει: κατά πόσον τα εμπόδια στην επικοινωνία, που ήταν φυσικό να υπάρχουν και στην παραδοσιακή κοινωνία, διέκριναν αναγκαστικά ομάδες άλλες πέραν των γλωσσικών και δημιουργούσαν διαφορές άλλες από αυτές που αυτονόητα συνεπάγονταν; Πιστεύω πως τα μέτρα και τα σταθμά με τα οποία σήμερα αποτιμούμε τις συνέπειες της γλωσσικής συγγένειας και της γλωσσικής διαφοράς απλώς δεν ίσχυαν στο παρελθόν. Εάν ίσχυαν, όπως η εθνικιστική ιδεολογία συχνά προσπαθεί να αποδείξει, τότε θα υπήρχε μεγάλη δυσκολία στο να εξηγήσουμε πώς ήταν δυνατόν να επιζήσουν επί μακρότατα χρονικά διαστήματα ποικιλόμορφες πολιτικές δομές (βασίλεια, αυτοκρατορίες κλπ) χωρίς να διαταράσσονται από την ύπαρξη διαφορετικών γλωσσικών ομάδων στο εσωτερικό τους και χωρίς οι ομάδες αυτές να ενοχλούνται με οποιοδήποτε τρόπο από τις λόγιες διοικητικές γλώσσες (όπως η λατινική, η ελληνική και η κινέζικη) που τους ήταν καθ' όλα ξένες. Αντίστροφα, θα ήταν απορίας άξιον γιατί ο Δημοσθένης ένιωθε την ανάγκη να αντισταθεί στην συνένωση των ελληνικών πόλεων υπό την ηγεμονία του "ελληνίζοντος" βασιλέως των Μακεδόνων.
Το πρόβλημα, κατά συνέπεια, δεν είναι η ίδια η γλωσσική διαφορά ή συγγένεια αλλά το πώς εμείς την ερμηνεύουμε, αδιαφορώντας για το πού και πότε αναφέρεται -το πρόβλημα κοντολογίς είναι αν εξετάζουμε τη γλωσσική διαφορά και συγγένεια σε σχέση με το ιστορικό και κοινωνικά πλαίσιο στο οποίο σημειώνονται ή, αντιθέτως, αν θεωρούμε πως αποτελούν φαινόμενα υπερβατικού χαρακτήρα. Στη δεύτερη όμως περίπτωση, η εξάλειψη της ιστορικότητας δεν είναι καθόλου ουδέτερη διότι υποκρύπτει και την εξάλειψη της ιστορικότητας και της δικής μας ανάγνωσης. Αυτό συμβαίνει, πιστεύω, και στην περίπτωση της εθνικιστικής ιδεολογίας η οποία όταν επικαλείται φράσεις τύπου πας μη Έλλην βάρβαρος, επιχειρεί να τις επενδύσει με νόημα που η ίδια έχει δημιουργήσει, ούτως ώστε να κατοχυρώσει ότι οι εθνικές διαιρέσεις είναι πανάρχαιες και φυσικές, αλλά και να υποκρύψει τον δικό της επεμβατικό ρόλο. Ο εθνικισμός όμως, επειδή ακριβώς περιέχει και εμπνέει ιδέες που ήταν άγνωστες στην παραδοσιακή κοινωνία δεν αποτελεί φυσικό αλλά ιστορικό φαινόμενο και με αυτήν την έννοια πρέπει να αναλυθεί, αν θέλουμε να αποφύγουμε την παγίδα που ο ίδιος δημιουργεί με την εμμονή του στην αρχαιότητα και τη φυσικότητα του έθνους. Ο κίνδυνος της προβολής του παρόντος στο παρελθόν (που ενυπάρχει -αναπόφευκτα κατα τη γνώμη μου -σε κάθε προσπάθεια ανασύστασης του παρελθόντος) εδώ ισχύει σε απόλυτο βαθμό, επειδή όχι μόνον μορφές συλλογικής συνείδησης και αλληλεγγύης χρησιμοποιούνται επιλεκτικά σαν επιβεβαιωτικά τεκμήρια της αρχαιότητας του έθνους αλλά και επειδή τέτοιου είδους προβολισμοί σπανίως αμφισβητούνται, χάρη στην καθολική επικράτηση των όρων της εθνικιστικής ιδεολογίας.
Είναι χαρακτηριστική πχ η σιωπή της ιστορικής επιστήμης όταν αναπαράγεται ο χαρακτηρισμός εμφύλια διαμάχη για συγκρούσεις που ήταν πολύ φυσικές μέσα στο πλαίσιο της παραδοσιακής κοινωνίας αλλά δεν συμμορφώνονται με την έννοια του παντοτινού και ενιαίου έθνους. Κατ'αυτόν τον τρόπο, ο Πόλεμος των Ρόδων είναι για τον "αγγλικό" Μεσαίωνα "εμφύλιος", αλλά ο εκατονταετής πόλεμος είναι "πατριωτικός", οι Περσικοί Πόλεμοι είναι για την κλασική αρχαιότητα περισσότερο "φυσιολογικοί" από ό,τι η "εκτροπή" του Πελοποννησιακού Πολέμου κοκ. Πρόκειται για τη σύγχρονη όσο και απρόσβλητη εκείνη αντίληψη που μας επιτρέπει να αποδίδουμε χωρίς ενδοιασμούς εθνική συνείδηση στο μέλος της δυναστείας των Αψβούργων που έδρευε κατά τον 15ο ή τον 16ο αιώνα στην Βιέννη, στην Πράγα, στη Μαδρίτη ή τις Βρυξέλλες, δίχως την αίσθηση ότι αυθαιρετούμε απέναντι στη λογική της εποχής στην οποία αναφερόμαστε.
Η κριτική αμφισβήτηση ανάλογων αποτιμήσεων από τις κοινωνικές επιστήμες απουσιάζει ακόμα και σήμερα. Το φορτισμένο λεξιλόγιο του εθνικισμού έχει διαποτίσει την σύγχρονη σκέψη σε τέτοιο βαθμό που και τα παράγωγα ιδεολογήματα ακόμη κι όταν συνιστούν κατάφωρα λογικά ατοπήματα έχουν γίνει αποδεκτά και ηχούν φυσιολογικά. Πόσο όμως φυσιολογικό θα ηχούσε αν κάποιος διενοείτο να απευθύνει στην κατεστημένη αντίληψη της κοινωνίας και της ιστορίας της την ακόλουθη απλή ερώτηση: αν τόσα από τα σύγχρονα έθνη έχουν πράγματι πανάρχαιη ιστορία, γιατί εξαφανίστηκαν από προσώπου γης λαοί της αρχαιότητας που θα έπρεπε κι αυτοί, κατ'αναλογία, να ορίζονται με τα ίδια κριτήρια, αλλά που είχαν την ατυχία να μη βρουν σοβαρούς διεκδικητές της δικής του ιστορικής κληρονομιάς; Τι έγινε με τα "ένδοξα έθνη" των Ασσυρίων, των Βαβυλωνίων, των αρχαίων Αιγυπτίων, των Χετταίων, τι συνέβη με τους Φιλισταίους, τους Αβάρους, τους Αψυλίους, τους Αβασγούς, τους Τζανούς κοκ.; (Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έχουνε υπάρξει απόπειρες εθνικιστικής εκμετάλλευσης και αυτών των αρχαίων πολιτισμών, παρόλο που η σοβαρότητα αυτών των ισχυρισμών ελέγχεται απο ανταγωνιστικούς και άλλους εθνικισμούς).
Στην προσπάθεια να καταδειχθεί η ιστορικότητα έθνους και εθνικισμού μπορεί βεβαίως να αντιταχθεί το επιχείρημα ότι λέξεις όπως έθνος, natio, nation κλπ. έχουν παρελθόν που υπερβαίνει κατά πολύ τα χρονικά όρια της σύγχρονης κοινωνίας -κοντολογίς, ότι δεν είναι λέξεις καινούργιες, αλλά παμπάλαιες. Δεν υπάρχει, πιστεύω, πιο διαδεδομένη αλλά και πιο επιπόλαιη ένσταση. Οι λέξεις είναι σαν τα νομίσματα: η ανταλλακτική αξία τους αλλάζει απο κοινωνία σε κοινωνία και από εποχή σε εποχή, αφού με την ίδια λέξη διαφορετικοί άνθρωποι σε διαφορετικούς χρόνους εννοούν διαφορετικά πράγματα - και η παράκαμψη αυτού του προβλήματος της σημασιολογίας στην ιστορία συνιστά βαρύτατο μεθοδολογικό σφάλμα. Πράγματι οι λέξεις έθνος και nation δεν είναι καινούργιες, έχουν ιστορία, όμως αυτή η ιστορία λέει πολλά όχι μόνο για όσα σημαίνουν αλλά και για όσα δεν σημαίνουν κατά περιόδους.

Η λέξη έθνος στους αρχαίους κλασικούς έχει πολλές σημασίες, καμία από αυτές όμως δεν αντιστοιχεί σε αυτήν που της αποδίδουμε σήμερα. Στον Όμηρο για παράδειγμα, έχει την έννοια της συντροφιάς ("έθνος εταίρων", Ιλ. Γ32, Η115), του στρατού γενικά ("έθνος λαών", Ιλ. Ν495, "έθνεα πεζών" Ιλ. Λ724) ή κάποιας συγκεκριμένης στρατιάς "έθνος Αχαιών", Ιλ. Ρ552), του σωρού νεκρών ("έθνεα νεκρών", Οδ. λ34, κ526) και τέλος του σμήνους εντόμων ή πτηνών ("έθνεα μελισσάων, ορνίθων, μυιάων", Ιλ. Β87, 459, 469). Στον Πίνδαρο απαντάται με τις σημασίες είτε του φύλου ("ανέρων έθνος", Ολ. 1,66, "έθνει γυναικών" Πυθ. 4,252) είτε του συγγενούς (Νεμ. 5,43). Στον Ηρόδοτο αναφέρεται στη φυλή, το γένος (" Μηδικόν έθνος", 1,101) ή στις ελληνικές πόλεις - στον πληθυντικό! - που υπέκυψαν στους Πέρσες ("των μηδισάντων εθνέων των Ελληνικών", 9,106,3) στον Θουκυδίδη σε διάφορες φυλές, ελληνικές ή βαρβαρικές (1,3 και 3,92) και στον Ξενοφώντα στην φυλή ή το γένος ("Πομπάς εποίησαν κατά έθνος έκαστος των Ελλήνων" Αναβ. 5,5,5), στο φύλο ("Θήλυ έθνος", Οικον, 7,26) και στη συντεχνία ή την επαγγελματική ομάδα (οίσθα τι έθνος ηλιθιώτερον ραψωδών;", Συμπ. 3,6). Στον Αισχύλο χρησιμοποιείται για τις Ερινύες (Ευμ. 366) ή για οπλισμένη ομάδα ("έθνος μαχαιροφόρον" , Περσ. 56), και στον Σοφοκλή αναφέρεται σε αγέλες ζώων ("θηρών ...έθνη", Αντ. 344 και Φιλ. 1147). Στον Πλάτωνα η λέξη έθνος έχει την έννοια του είδους (ιχθύων έθνος, Τίμ. 92γ), της επαγγελματικής ομάδας (δημιουργικόν έθνος, Γοργ. 455β, έθνος κηρυκικόν, Πολιτικός 290β) και του γένους ή της φυλής (των Θετταλών...πενεστικόν έθνος - Νόμοι 776δ), ενώ στον Αριστοτέλη ο όρος αναφέρεται στις βαρβαρικές φυλές σε αντιδιαστολή με τις ελληνικές (Πολιτικά, 1324β10). Οι σημασίες της λέξης λοιπόν ποικίλλουν και όχι μόνο δεν έχουν την σημερινή πολιτισμική και πολιτική φόρτιση, αλλά δεν αναφέρονται καν σε μία και μόνη θεματική κατηγορία.

Και στην Παλαιά Διαθήκη όμως (μετάφραση των Ο) η λέξη έθνος χρησιμοποιείται για το χαρακτηρισμό όχι του εβραϊκού ή άλλου έθνους με τη σύγχρονη σημασία, αλλά όλων όσοι δεν ανήκουν στην εβραϊκή θρησκευτική κοινότητα, δεν πιστεύουν δηλαδή στο θεό του Ιεχωβά (ινατί εφρύαξαν τα έθνη; - Ψαλμ. β΄1). Ανάλογη σημασία θρησκευτικής διάκρισης έχει και στην Καινή Διαθήκη ("Εις οδόν εθνών μη απελθήτε" - Ματθ. Ι,5) ╈αι στα αποστολικά κείμενα ("Εν τη κατασχέσει των εθνών" Πράξεις, Ζ45 και "των εθνών τε και των Ιουδαίων" Πράξεις ΙΔ5) ενώ ο Παύλος ("ο εθνών απόστολος" Προς Ρωμαίους, ΙΑ,13) τη χρησιμοποιεί για να χαρακτηρίσει τους μη εβραϊκής καταγωγής χριστιανούς (Προς Ρωμαίους, ΙΕ27).

Στους Λατίνους η λέξη natio συναντάται στον Κικέρωνα με τη σημασία άλλοτε της θεότητας της γέννησης (N.D., 3,18,47) και άλλοτε της φυλής (N.D. 2,29,74, Q.Fr.1,1,9 27, Phil. 10,10,20.) της κοινωνικής τάξης (Sest. 44,96) ή κάποιας μερίδας υποψηφίων (Pis. 23,55). Στον Βάρρωνα εννοείται ως ράτσα ζώων (R.R., 2.6.4.) ή ανθρώπων (L.L., 9,93), στον Πλίνιο ως είδος ζώων ή πραγμάτων (22,24,50 109 και 21,14,49 83), στον Πλαύτο ως γένος ανθρώπων (Men. 2,1,34 και Rud. 2,2,6) ενώ παρόμοια σημασία έχει και στον Τάκιτο (G. 38).
Με την επικράτηση του χριστιανισμού η λέξη έθνος και τα παράγωγά της δηλώνουν τους μη Χριστιανούς, όπως προκύπτει από τα Πατερικά κείμενα αλλά και από τη χρήση της λέξης natio στην εκκλησιαστική λατινική του Τερτυλλιανού (De Idol. 22). Κι αυτή όμως η σημασία αλλάζει στην μεσαιωνική Δύση όπου ο όρος natio αποτελεί νομική έννοια για την υποδήλωση της οργανωμένης κοινότητας ή του μοναστικού τάγματος μέσα στα εκκλησιαστικά συμβούλια και τα πανεπιστήμια. Εξίσου άσχετες προς τη σημερινή έννοια είναι και οι σημασίες της λέξης nation στις λατινογενείς γλώσσες εώς και τον 18ο αιώνα. Είναι άξιος προσοχής για τις πολλαπλές συνδηλώσεις της λέξης μέχρι και σχετικά πρόσφατα ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιειται από τον Άνταμ Σμιθ στο Ο Πλούτος των Εθνών που εκδίδεται το 1776, έτος διακήρυξης της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας.
Η εμμονή στον ισχυρισμό περί αρχαιότητας του έθνους παρουσιάζει λοιπόν εξαιρετικές δυσκολίες. Αυτό και μόνον αρκεί για να υποδηλώσει το σύγχρονο χαρακτήρα του εθνικισμού, της σύγχρονης εκείνης ιδεολογίας που στρέφεται γύρω από μίαν έννοια που δεν υπήρχε σε προηγούμενες κοινωνίες.

Ο ίδιος ο όρος εθνικισμός είναι φυσικά άγνωστος πριν από τον 18ο αιώνα, αφού εμφανίζεται για πρώτη φορά μόλις στα 1798 και καθιερώνεται μόλις στα τέλη του 19ου αι. Ο ακριβής προσδιορισμός του γενέθλιου σημείου του εθνικισμού έχει συχνά αποτελέσει αντικείμενο διαφωνιών και ταυτίζεται άλλοτε με τον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο (1642), άλλοτε με το δεύτερο διαμελισμό της Πολωνίας (1772) άλλοτε με τη διακήρυξη της αμερικάνικης ανεξαρτησίας (1776), άλλοτε με τη γαλλική επανάσταση (1789) και άλλοτε με τον Λόγο προς το Γερμανικό Έθνος του Φίχτε (1807). Οι περισσότεροι πάντως μελετητές συμφωνούν πως η γένεση του εθνικισμού πρέπει να τοποθετηθεί στο πέρασμα από τον 18ο στον 19ο αιώνα στην Ευρώπη.
Πρόκειται λοιπόν για κατ' αρχάς ευρωπαϊκό φαινόμενο που εξαπλώνεται ραγδαία μέσα σε λιγότερο από 2 αιώνες σε ολόκληρη την υφήλιο.


Παντελής Λέκκας, Η εθνικιστική ιδεολογία, πέντε υποθέσεις εργασίας στην ιστορική κοινωνιολογία, εκδόσεις Κατάρτι, 1996 (β έκδοση).
Πηγή: http://www.geocities.com/tuki8eblom/lek.html (η ιστοσελίδα του αγαπητού φίλου blogger tuki8eblom).

doctor

Πέμπτη 12 Φεβρουαρίου 2009

Αναμνήσεις του Μετώπου - Η Μικρασιατική εκστρατεία μέσα από τα μάτια ενός στρατιώτη



Το τμήμα χειρογράφων του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών διαθέτει ένα χειρόγραφο ημερολόγιο [1], γραμμένο από τον Χαράλαμπο Πληζιώτη, που συμμετείχε στην Μικρασιατική εκστρατεία ως απλός στρατιώτης. Το ημερολόγιο καλύπτει τα γεγονότα από τον Απρίλιο του 1920 έως τον Οκτώβριο του 1921. Η αιτία της διακοπής του ημερολογίου δεν είναι γνωστή [2].
Ο Χαράλαμπος Πληζιώτης ανήκει σε μια τυπική πολυμελή μικρασιατική οικογένεια της Σμύρνης και έχει 8 αδέρφια [3]. Έχει γνώσεις τετάρτης δημοτικού (οι ανορθογραφίες του είναι εμφανείς και καταδεικνύουν το επίπεδο των γραμματικών γνώσεων του συγγραφέα και το κείμενο παρατίθεται έτσι, ανορθόγραφο, χωρίς καμία επέμβαση) και το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί αυτός ο άνθρωπος, ναυτικός από τη Σμύρνη με γνώσεις τετάρτης δημοτικού, κρατάει ημερολόγιο; Αξίζει να σημειωθεί ότι τα γνωστά μας «ημερολόγια της εποχής» εκείνης είναι συνήθως γραμμένα εκ των υστέρων, είναι δηλαδή περισσότερο αναμνήσεις, απομνημονεύματα.

Ο συγγραφέας φροντίζει ιδιαίτερα το τετράδιό του. Το ενημερώνει καθημερινά. Οι περιγραφές του είναι μια αναμετάδοση του πολέμου σε πραγματικό χρόνο και διαπνέονται από μια υπνωτική μονοτονία. Θυμίζουν την περιοδικότητα της παλίρροιας, το συνεχές πήγαινε-έλα. Το ενδιαφέρον σε αυτές τις σελίδες είναι ότι ο αναγνώστης μπαίνει ο ίδιος στο στρατιωτικό κλίμα της βαριεστημάρας, της ανίας, της άδειας ζωής, με ξαφνικές όμως εξάρσεις, όπως είναι οι σκηνές της πάλης με το κρύο ή τη ζέστη, της μάχης, της καταστροφής, του θανάτου. Η διατροφή του στρατεύματος, μόνιμη έγνοια, αναφέρεται διεξοδικά και καταγράφεται μέρα με τη μέρα.
Ο Πληζιώτης δεν εκφέρει πολιτικό λόγο (στις εκλογές της 1/11/1920 δηλώνει: «δεν εψήφισα τίποτε») και περισσότερο μιλάει ως φαντάρος, βλέποντας όλη την εκστρατεία με τα μάτια ενός νέου που πολλές φορές απορεί με αυτά που ζει, ενός νέου που «πήζει», που κάνει αγγαρείες, σκοπιές, σκάβει χαρακώματα, πεινάει, κρυώνει, ζεσταίνεται, πονάει, στενοχωριέται και αηδιάζει από τον θάνατο που υπάρχει παντού.
Πολλές φορές ειρωνεύεται τα κακώς κείμενα και περιγράφει μέσα από την δεινή του θέση τα πράγματα με πολύ έξυπνο τρόπο και με καυστικό χιούμορ που ξεκινά από τον αυτοσαρκασμό και φτάνει ίσαμε την ανοικτή ειρωνεία των «εθνικών ιδεωδών».
Δεν προσπαθεί να πάρει το μέρος κανενός, δεν είναι ούτε βενιζελικός, ούτε αντιβενιζελικός, και αυτό βοηθά πολύ στο να καταγράφει τα πράγματα χωρίς ιδεολογικές μέριμνες,όπως ακριβώς τα βλέπει και τα βιώνει. Όσα γράφει και αφορούν την πολιτική κατάσταση τα γράφει ως απλός πολίτης, ως ένας απλός στρατιώτης που βρίσκεται μπροστά στον παραλογισμό (π.χ. η απαγόρευση στους μικρασιάτες να ψηφίσουν στο δημοψήφισμα σχετικά με την επάνοδο του βασιλιά, ή η προκατάληψη των «παλαιοελλαδιτών αντιβενιζελικών» προς τους κρήτες και μικρασιάτες στρατιώτες).
Ο Πληζιώτης και η οικογένειά του με την κατάρρευση του μετώπου, περνούν στην Ελλάδα και ακολουθούν τη μοίρα όλων των προσφύγων. Αργότερα, ο Χαράλαμπος μεταναστεύει στην Αμερική, όπου και πεθαίνει το 1960.
Παρουσιάζω παρακάτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα του ημερολογίου του Πληζιώτη, μέσα από τα οποία βλέπει κανείς πως έζησε ένας απλός στρατιώτης όλα αυτά τα γεγονότα.

14/6/1920. Οι κάτοικοι (σ.σ. του Γιαγιάκιοϊ) μας υπεδέχθησαν με μεγάλη χαράν. Εμάθαμε δε ότι χθες ήλθεν ένας ουλαμός του Αου λόχου, κάποιος Τούρκος όμως επυροβόλησεν έναν στρατιώτην με δίκανον πιστόλι στα μούτρα. Αυτό ήτο αιτία και έπεσαν οι στρατιώται επάνω τους και σκώτοσαν 15 Τούρκους, αφού τους ρήμαξαν και τα μαγαζιά τους.
17/6/1920. Προχορούντες είδαμε αρκετά πτώματα Τούρκων ξαπλομένα κάτω, ως φένεται τους σκώτοσαν οι προπωρευόμενοι ιππείς.
23/7/1920. Το πρωί δρόμο, πήγαμε σε δύο τουρκικά χωριά (σ.σ. της Ανατολικής Θράκης), περάσαμε πάλι καλά, οι άνθρωποι μας εσέρβειραν ό,τι είχον ευχαρίστεισιν, γάλα, τυρί κτλ…
14/8/1920. Από χθες το απόγευμα ήμαι σκηνοφύλαξ, και έφαγα βροχή που φούσκωσα. Τα πράγματα αρχίζουν πάλι και βρομούνε, μυρίζη προέλασις, και άλλο δεν συλλογειζόμεθα τα πόδια μας, τι έχουν να τραβείξουν, αυτά θα τα πληρώσουν. Το φυσούμαι και δεν κρυώνει.
20/9/1920. Πήγαμε με τον Σιμιτόπουλο στη λίμνη και κάναμε μπουγάδα, όταν γυρείσαμε στο αντίσκηνο, βλέπομε ένα σακούλι καρύδια, ρωτούμε τον Πεζάρον τι συμβαίνη και μας λέγη ότι μέσα στην πόλιν (σ.σ. στην Νίκαια) γίνεται Ανάστα ο Θεός, πηγένομε λοιπόν και μεις μέσα στην πόλιν, οι φαντάροι ήσαν σκορπισμένοι δεξιά και αριστερά μέσα στα σπίτια και στα μαγαζιά, εγίνετο γενική αρπαγή, οι κάτοικοι Τούρκοι είχον φύγη προηγουμένως εκτός μερικών. Έλληνες δεν υπήρχον, διότι προ ημερών τους είχον σφάξη όλους [4].
Μετά πήγαμε μερικοί βόλτα έξω από την Νίκαια για να ιδούμε τους σφαγμένους χριστιανούς, στον δρόμο εβρείσκοντο κεφάλια σκορπισμένα, χέρια και πόδια, και άλλα διάφορα, να τα βλέπη κανείς και να τον πιάνη ντελίριο, παρακάτω τρία πηγάδια γεμάτα έως επάνω, και τέλος το σπήλεον, όπου ήσαν στιβαγμένα μέσα κάπου 400 κορμιά, σφαγμένα διαφοροτρόπως και πάσης ιληκίας, δεν εσταθήκαμε ούτε λεπτό, μας κατέβηκε ζαλάδα, κόντεψε να σκάσομε.
23/9/1920. Λέγουν ότι θα φύγομε στις 10, λοιπόν έχομε καιρόν να πάμε έως την πόλιν για βολτίτσα, εγείναμε μια καλή παρέα και επήγαμε, μέσα όμως οι φαντάροι είχαν δουλειά πολύ, έβαζαν φωτιά στην Νίκαια και από τα δεκατέσσερά της σημεία, αμέσως και εμείς τους βοηθούμε, σπίρτα είχαμε αρκετά, αλλά, έως ότου την κανονίσουμε, είδαμε και πάθαμε, ο ίδρως έτρεχε από επάνω μας ποτάμι. Μετά καθήσαμε κάπου υψηλά και καμαρόναμε, όπως και ο Νέρων μια φορά, όπου έκαυσε την Ρώμην.
25/9/1920. Έως το βράδυ διορθονόμαστε, κατά τον κανονισμό του θαλλάμου δεν επιτρέπεται μέσα να καπνίζομε, να τρώγομε, παρά μόνον έξω, δηλλαδή στον δρόμο, κατόπιν για σωματική ανάγγην πρέπη να πάη κανείς στης ελιές, μια απόστασις 20 λεπτών, να πάη και νάρθη την ημέραν καλά, αλλά την νύκτα; Και αν τον βαστά κανένα κόψιμο; Ας τα κάνη πάνω του! Καλά! Κατόπι σου λέη, δεν επιτρέπεται να πάη κανείς στην πόλιν, εκτός μόνον το βράδυ από 6-8, και υπό τον όρον πρώτον να φορή το ξίφος του, να είναι καλά κουμπομένος, να βαδείζη ανδρικά, να μην πίνη οινοπνευματώδη ποτά, να μην παίζη χαρτιά, να μην τραγουδή και…και… να τους πάρη και να τους σηκώσει όλους γενικώς.
6/10/1920.Το μεσιμέρι διεδώθη ότι θα κρεμάσουν κάποιον χόντζα, ο οποίος εσαμάρωσε στην Νίκαια ένα παππά, επήγαμε να τον ιδούμε, αλλά δεν τον κρέμασαν, του έκαμαν κάτι άλλο καλλήτερο, τον έβαλαν μέσα σε ένα κωφίνι και τον έκλεισαν, κατόπιν τον εκρέμασαν από ένα βίντζι βαποριού και τον βουτούσαν στην θάλλασσαν, και πάλιν τον έβγαζαν και του έκαμαν αυτή την δουλειά τακτικά! Έχομε απενταρία μεγάλη, δεν μπορούμε να το κουνίσομε από τον θάλλαμον, έχομε όμως αποκτείση ένα άλλο καλό αυτές της ημέρες,ψείρες! Άφθονες.
15/10/1920. Το μεσημέρι είδα το Κιοπρού-Χισάρ και εκάπνειζε σαν φουγάρο, ως φένεται, το πλιατσικολογήσανε καλά πρώτα και μετά του κάνανε το πολκάκι του. Έως το βράδυ περάσαμε πολύ καλά, αλλά το κρύο δυνάμωνε πολύ, στας 7 ½ παρέλαβον σκοπός, σκοτάδι δεν υπάρχη, το Κιοπρού-Χισάρ μας φέγγη σαν ηλεκτρικό.
16/10/1920. Στας 2 μας αντικατέστεισε ένας λόχος του 27ου Συντάγματος, εμείς κατεβήκαμε στο Κιοπρού-Χισάρ, το οποίον ήτο ερήπιον. Στας 3 εφύγαμε, έπεφτε και ψιλό ψιλό χιόνι, δρόμο λοιπόν για το Γενή-Σεχήρ, κρύο φοβερό, τυλίχθηκα καλά μέσα σε μια κουκούλα, και τροχάδην, μαζύ μας είχαμε και 60 αιχμαλώτους. Στα πλάγια μας καίονται δύο χωριά, παρακάτω πηγαίνη ο 1ος λόχος να κάψη άλλο ένα, λέγουν ότι θα κάψομε πολλά χωριά, έως ότου να γυρείσομε στην Κίον.
18/10/1920. Τα βουνά γύρω είναι κατάλευκα από το χιώνι, δεν το κουνούμαι ρούπι από την φωτιά. Στας 10 ήλθον όλοι οι κάτοικοι κάπιου χωριού, που είναι κοντά μας, και παραπονούντο ότι τους επείραζαν από τα άλλα χωριά οι Αρμένιοι και οι Έλληνες, ο λοχαγός, αφού τους ήκουσεν, τους ήπε να πάνε πίσω πάλι στο χωριό και δεν είναι τίποται. Όταν έφευγαν ένας είπε γκιαούρηδες, κάποιος τον ήκουσε και το ήπε του λοχαγού, αμέσως τον παραλαβαίνουν και τον καταδικάζουν εις θάννατον διά τουφεκισμού, και πάη λέοντας! Γύρω μας καίονται χωριά, και εμείς καθώμαστε στον γύρω και τα καμαρώνομε.
19/10/1920. Είχαμε προχορείση κάπου δύο χιλιόμετρα, όταν γύρεισα και είδα το Γενή-Σεχήρ να καπνίζη σαν φουγάρο!! Κατά τας 8 φθάνομεν και περνούμε κάποιο χωριό, αλλά και αυτό σε λίγο έγεινε θυσία εις τον θεόν Μολώχ. Έχουν μείνη όμως πολλά χωριά ακόμη, αλλά πίσω μας έρχεται το 27ον και ταξειγά!
20/10/1920. Στας 4 βάρεσε εγερτήρειον, ήμουν προηγουμένως ξηπνός και είχα ανάψη φωτιά, αν και εξακολουθούσε να βρέχη. Ετοιμάζομε τα πράγματά μας και στας 6 φεύγομε, αλλά ο ποταμός ένεκα της βροχής είναι αδιάβατος, αναγγαστικώς λοιπόν ο λόχος μας και ο τρίτος βαδείζομε από αυτό το μέρος του ποταμού, έως ότου φθάσαμε ένα χωριό και είχε ένα γεφυράκι, άλλως θα κολυμβούσαμε. Και βαδείζομε όλο δρόμο αμαξητόν, λάσπη έως τα γόνατα, αλλά ποιος τα ψηφάει τέτοια ψιλά πράγματα προ παντός αφού είναι για την Πατρίδα!!!
22/10/1920. Το απόγευμα πήγε το τάγμα μας στην πλατείαν των λουτρών, όπου εγένετο καθέρεσις ενός λοχίου, ενός δεκανέα και 5 στρατιωτών κατηγορουμένων άλλων επί λιποταξία και άλλων επί κλοπή.
1/11/1920. Εκλογαί, δεν εψίφισα τίποται [5].
22/11/1920. Ετοιμαζόμεθα, μας έδοσαν άρτον και γαλλέταν, επίσης και δύο ημερών εφεδρικήν τροφήν. Κατά τα φαινόμενα, μυρείζη Εσκή-Σεχήρ. Έγινε και το Δημοψήφισμα [6], εμείς όμως οι Μικρασιάται δεν ψηφείζομαι, διότι ήμεθα Εθελονταί!!!... Και συνεπώς δεν μας ενδιαφέρει ποιος θα είναι ο βασιλεύς της Ελλάδος… Τι τραβούμαι και μεις οι Εθελονταί,αλλά δεν πταίη κανείς άλλος… εκείνος ο κοιλαράς ας όψεται!
8/12/1920. Θεωρία από τον νέον ανθυπασπιστήν, είναι ένα κέ….βερνικομένον. Μετά στη λιακάδα. Συσσίτιον ρύζι-κρέας. Από το μεσημέρι παρέλαβα θαλαμοφύλαξ!
10/12/1920. Το πρωί θεωρία από το κέ… Το μεσημέρι βγήκα περίπολος έως τας 3.Το βράδυ συσσίτιον ρύζι-λάχανο-πιλάφι. Από 9-12 περίπολος.
23/12/1920. Στας 6 επήγα περίπολος έως τας 9. Εν τω μεταξύ μάθαμαι ότι θα φύγομαι.
Εξω από το χωριό αποθέσαμαι, εκεί ο νέος διοικητής του τάγματος Φοτώπουλος μας ήπε μερικές πατριωτικές σαχλαμάρες και ότι αύριον ή μεθαύριον γοίνεται επίθεσις, και αν λάβομε διαταγήν θα βαδείσομαι μέχρι του Εσκή-Σεχήρ! Και ότι εκεί θα αναπαυθώμεν! Είναι η τελευταία πωρία που κάμομαι!! Και από εκεί θα πάμε στα σπίτια μας!... σιδηροδρομικώς…και….άλλες πολλές αρλούμπες. Στας 2 αναλάβεται τον γυλιόν στην πλάτη και αγάντα ποδαράκια μου…
26/12/1920. Περνούμαι σε λίγο ένα χωριό όπου καιγότανε, οι δε κάτοικοι ήσαν μαζευμένοι όλοι έξω στην παιδιάδα και το καμάρωναν.
29/12/1920. Κατά το μεσημέρι περνούμε το Ασάκιοϊ και τον ποταμόν. Όλοι οι κάτοικοι του χωριού Έλληνες είχον φύγη, διότι, ενώ έφευγε ο στρατός, ήτο δύσκολον πλέον να καθήσουν. Ο σταθμός του σιδιροδρόμου εκαίετο.
Προχορούμαι και στον δρόμον βλέπομε δεξιά και αριστερά τους κατοίκους που φεύγουν, γέροι, γρηές, νέες, παιδιά και με ό,τι ημπορούσαν να σηκώσουν στην πλάτη, κίτρινοι και κατεπτοημένοι, από τον φόβον και την λύπην!
Το απόγευμα φθάνομε στο Μπιλετζίκ, και εδώ οι κάτοικοι όλοι αναστατωμένοι έτρεχον επάνω και κάτω σαν τρελλοί, και μας έβλεπον όλοι με ένα βλέμα που δεν γνωρείζω τι εσήμενε, μας ελυπούντο όπου εφεύγαμε; μας εμησούσαν γιαυτό; μας ικέτευον να τους προστατεύσομε; δεν ξεύρω.
Από το πρώτο χωριό που περάσαμε… έχη χαλάση πολύ η καρδιά, περπατό σκυφτά και δεν ημπορώ να σηκώσω το κεφάλι μου να ηδώ κανέναν. Εν τω μεταξύ διέταξε ο μέραρχος όλοι οι κάτοικοι να μείνουν στα χωριά των, επίσης και όσοι έχουν προχορείση εμπρός να τους γυρείσουν οπίσω, διότι δεν υπήρχε κανείς κύνδινος διαυτούς!!
Το βράδυ φθάνομε και κατασκηνόνομαι στο χωρίον Πέλδος, έρημον και αυτό από τους κατοίκους, φεύγουν κι ακόμη φεύγουν, επί τέλους, κακοπόνια έχουν από τον ελληνικόν στρατόν; αφού τους ηλευθέρωσε από τον τουρκικόν ζυγόν, τι άλλο θέλουν; Καημένοι άνθρωποι! Ζούσαν, όπως κιάν έχη, κάπως καλά,ήσυχα… όταν μια ωραίαν πρωίαν βλέπουν τους αδελφούς των Έλληνας να έρχονται ως Άγγελοι παρρηγορίας και Ελευθερωταί!! Τώρα τι έχει να γείνη μετά 2-3 ημέρας σαυτά όλα τα χωριά της Απελευθερωμένης αυτής περιφερίας, ο θεός γνωρείζη!!
31/12/1920. Στας 6 φεύγομε. Η ίδια ιστορία στο δρόμο με τους κατοίκους, άλλοι φεύγουν, άλλοι γυρείζουν πίσω… και γύρω ο κάμπος και τα βουνά είναι γεμάτα από ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους, τρέχουν από δω κιαποκεί, δεν ξεύρουν τι κάμουν, είναι πραγματικώς για λύπη! Περνούμαι το Κιοπρού-Χισάρ και την γέφυραν, και σταματούμαι παρακάτω για να πάρομαι τρόφιμα.
Καθήσαμε επί 3 τέταρτα της ώρας, αφού πέρασεν όλος ο στρατός, το μηχανικό ανετίναξεν την γέφυραν, και από το άλλο μέρος της γέφυρας έμειναν αρκετοί από τους κατοίκους που μας ακολουθούσαν, συνάμα δε πολλών μητέρων τα παιδιά είχον περάση από το μέρος μας, και εκείναι έμενον από το άλλο, και άλλου είχε περάση η γυναίκα, άλλης ο άνδρας, και πολλά και διάφορα άλλα σχέδια, καλά και αγαθά της Ελευθερίας!! Και του Πολιτισμού! Τέλος πάντων αυτή η προέλασις έγεινε να καταστρέψωμε αρκετά χωριά και κάμποσες χιλιάδες ησύχων ανθρώπων, επίσης να τραβήξομαι και μεις αυτά τα μυστήρια!
10/1/1921. Βραδυνό σισοίτιον φασόλια (;) έκαμα όμως μερικές βουτιές, αλλά δεν βρήκα τίποται!
12/1/1921. Την νύκτα φύλαξα και δύο ώρας σκοπός, είδα δε και ένα όνοιρον ότι ήσαν μαζευμένοι όλοι οι αρχηγοί της Ελληνικής επαναστάσεως Μάρκος Μπότζαρης, Τζαβέλας, Κολοκοτρώνης, Καραϊσκάκης, και τα ρέστα, και έκαμαν συμβούλιον υπέρ της εξακολουθήσεως του πολέμου! Έχει γούστο να σηκωθούν και αυτοί, και μαζύ μας να εξακολουθήσουν τον Απελευθερωτικόν αγώνα μας!!!! Και χαιρέτα μου τα….
13/1/1921. Παγωνιά!Κρύο! Και τουρτούρα. Μετά το τσάι κάθησα στην καλύβα κοντά στο αγαπητό μανκαλάκι, και σκέπτομαι και παραβάλλω τον περυσινό χειμώνα με τας βενκέρους του, και τον φετεινόν με τα χιόνια, της βροχές του, κρύα του, βουνά,λάσπες, πείνες,πορείας, τσέτες, Τούρκους, αδεκαρίες κτλ. κτλ. Αλλά έλα πάλι, που τα υποφέρη κανείς, όταν σκεφθή ότι πρόκειται για το Μεγαλείον της Πατρίδος!!!
15/1/1921. Εφύλλαξα έως τας 3 και μετά παρέδωσα φορτομένος στο χιόνι, επήγα και κάθησα στο αντίσκηνο και έγραφα τα πάθη μου, συνάμα τινάζω τακτικά το αντίσκηνο για να μην με πλακώση το χιόνι, το οποίο αρχίζη και το ρίχνει με το τσουβάλι, ο δε αέρας δυνάμωσε και θερίζη. Και τα πράγματατα βλέπωμε πολύ σκούρα, το μόνον που ημπορή να μας σώση είναι η φωτιά, και μας απασχολή το ζήτημα, απού να προμηθευθώμεν ξύλα, αλλιώς θα ψοφήσομε από το κρύο. Πήγαν λοιπόν 5-6 παιδιά με τον δεκανέα Βαρδάκη τον Τρανόν και έφεραν μερικά ξύλα κι ένα κουτσουράκι, ακριβώς 3ών μέτρων μήκους και ένα πλάτους, ολόκληρος κορμός δέντρου, και το βάλλαμε αμέσως εις ενέργειαν. Κατόπιν καθήσαμε και φάγαμε ρέγγες. Στας 6 το χιόνη είχε φθάση 1 ½ μέτρον, το αντίσκηνόν μου λίγο θέλη να σκεπάση έως επάνω, και βαστώ πότε πότε ένα πτύο και το ξεσκεπάζω, αλλά δεν το προφθένω, κατά τα φαινόμενα, όπως πάη, θα σκεπάση και εμάς, και ίσως καμιά φορά μας εύρουν οι αρχαιολόγοι και μας για αρχαίους.
21/1/1921. Στας 8 ½ δουλιά, κασμά και φτυάρι, εκάμαμε την παρατήρησιν στον ανθυπολοχαγόν ότι δεν κοιμηθήκαμε χθες την νύκτα και να εργασθώμεν ολιγότερον. Γιατί να μην κοιμηθήτε, μας λέγη. Σας είπον να επαγρηπνήται και όχι να αγρηπνήται! Έχει δίκαιον ο Κος Ανθυπολοχαγός,εμείς πταίομεν!
Το μεσημέρι σισσίτιον στιφάδο, αφού έφαγα, κοιμήθηκα καμιά ώρα,και μετά το τσάι στα καταναγγαστικά έργα. Βραδυνόν σισσίτιον μακαρόνια και μισή ρέγγα. Απόψε φύλαξα σκοπός από 10-11 ½ και από 5-6, είχε όμως σκοτάδι πολύ!
27/1/1921. Σήμερον έχομεν και μισθόν!! του μηνός Δεκεμβρίου. Μεγαλεία. Μας είπον δε να αφήσωμεν ότι έχομε ευχαρίστησιν δια τους πρόσφυγας του Μπιλετζίκ (σ.σ. βλ.29/12/1920) και των άλλων χωρίων, δηλλαδή εκείνων των χωρίων τα οποία «Απελευθερώσαμε» τοις προ άλλες. Αφήσαμε από μια δραχμή! Κάμποσα λεπτά! Αλλά μήπως και ειμείς δεν είμεθα χειρότεροι από εκείνους; Ας όψονται οι καταστροφείς των!
28/1/1921. Άρχισαν πάλι να διαδείδονται προελάσεις, Άγκυρες, Εσκή-Σεχίρ και τα λοιπά, και όσο τα ακούμε λυώνουν τάντερά μας.Τι έχομε ακόμη να τραβήξομε, κανείς δεν το ηξεύρη, ας παν στο διάβολο! Δεν θέλω να ακούω τίποται πειά!
2/2/1921. Έμαθον και το χαρμόσυνον άγγελμα ότι με επήρε η διαταγή για δεκανέα!!
3/2/1921. Στας 2 ½ πήγαν οι άλλοι στα χαρακώματα, εγώ δεν πήγα. Δεκανεύς για! Αρχίζω να κάμω χρήσιν του βαθμού μου, οι δεκανείς δεν πηγένουν ούτε αγγαρία, ούτε να σκάβουν στα χαρακώματα! Επίσης δεν φυλλάττουν…σκοποί! Μάλλους λόγους ανέλαβον από σήμερον υψηλά καθήκοντα!!!
23/2/1921. Επήγα στο καφενείον, στας 7 γύρισα στον λόχον, εκεί έμαθα ότι κατά διαδόσεις ο 3ος λόχος και ο ιδικός μας θα πάμε μέχρι το Γενή-Σεχήρ προς αναγνώρεισιν! Όταν το ήκουσα, κόπηκε το αίμμα μου, Αλάχ! Που λέγη και ο Καλλιγέρης, τι έχομε να τραβήξομε, εάν αληθεύει αυτό.
Αργά, όπου ήλθον οι σαλπιγκταί, εμάθαμε ότι ήκουσαν τον διοικητήν λέγοντα ότι αύριον θα πάνε στρατιώται του 3ου και 2ου λόχου να κόψουνε κάποια δένδρα εις ένα μέρος έξω του χωριού για γυμνάσια, λοιπόν δεν αληθεύη το πρώτον, δηλλαδή η αναγνώρεισις, πρόκειται περί αγγαρίας, όχι μόνον αύριον, αλλά και όλην την εβδομάδα πηγαίνω να βγάζω δένδρα, φθάνη μόνον να μην μας λέγουν Γενή-Σεχήρ, Κιοπρού-Χισάρ, Εσκή-Σεχήρ και τα ρέστα. Δεν θέμε να ακούγομαι αυτά τα συχαμένα ονόματα!! Γιατί μας χαλούν το κέφι!
2/3/1921 Σισσίτιον πατάτες, μετά κατέβηκα κάτω και έκαμα την σωδειάν μου, καπνό, σιγαρόχαρτα, σπίρτα, κτλ. επήρα και μισή οκά τσήπουρο και το ήπιαμε με τον Κώτσον, γενήκαμε τήφλα και οι δύο!!
3/3/1921. Το κεφάλι μου είναι καζάνι! Έχω χάλια! Όπως είμαι να με πιάσουν με μια μασιά και να με πετάξουν κάπου… Ετοιμαζόμεθα… Στας 10 ήρθε ο λοχαγός και μας ενέπλησε ενθουσιασμού με κάμποσα πατριωτικώτατα λόγια!! Εμπρός τα κορόιδα!
7/3/1921 […] από εκεί έμαθα ότι τον διεκόμισαν (σ.σ.τον αδελφό του) εις Μουδανιά και ότι πάσχη από δυσεντερίαν. Πάσχω όμως και εγώ από φοβερή αδεκαρίαν!
8/3/1921. Αύριο φεύγομε, ετοιμάζεται επίθεσις! Επήγα στην πλύστρα και της ήπα να ετοιμάση τα ρούχα μου.



Στον δρόμο είδα τα παιδιά του σχολείου, τα εσχόλασαν, διότι, λέγη, απέθανε ο Πατριάρχης [7]. Δεν επέθαινε καλλίτερα αυτός που διέταξε την επίθεσιν. Τι κρίμμα αλήθεια!
10/3/1921. Περνούμε χωριά, Μπαϊρκιοϊ,κατόπιν το Καπητσιλάρ, το οποίον εκαίετο, μετά το Γιουγούρ-ντερέ, κιαυτό εκαίετο, παρακάτω άλλο χωριό, κιαυτού φωτιά!
11/3/1921. Στας 7 ξεκινούμε, δεξιά μας βαδείζουν τα συντάγματα 27ον και 28ον. Στα πλάγιά μας καίονται έρημα χωριά! Αντίκρυ μας εκαίετο ένα χωριό, από κοντά μας σε λίγο περνούσε το 27ον Σύνταγμα, όλοι οι μεταγογικοί ήσαν φορτομένοι από κόττες, αυγά, τυριά, και ό,τι τέλος πάντων ημπορή να έχη ένα χωριό, πριν καή!
14/3/1921. Αφού διήρκεσε η μάχη ώρας, βλέπωμε τους Τούρκους να το βάζουν στα πόδια, και εμείς όλοι στο πόδι, Αέρα και κυνείγι, φθάνομε τα χαρακώματά των, σκωτομένοι αρκετοί, σφαίρες, όπλα, σακίδια, κουβέρτες, καπνά, γαλέτα και άλλα ήσαν εν αφθονία μέσα στα χαρακώματα και έξω σκορπισμένα. Πιάσαμε και μερικούς αιχμαλώτους. Τραυματίαι του λόχου μας 8, νεκρός κανείς. Όλον το σύνταγμα μαζύ έχει 150 τραυματίας και κάπου 30 νεκρούς! Και έτσι τελείωσε η μάχη του Ακ-Μπουνάρ! Προχορούμε, φθάνομε στο χωριό και στεκόμεθα λίγο, τόσον όσω έφθασε να πλιατσικολογηθή το χωριό καλά και κατόπιν να καή!! Μετά προχορούμε λίγο ακόμη, και φθάνομε εις ένα άλλο χωριό και μένουμε εκεί, μετά μίαν ώραν ήρχισε το χωριό και μας έφεγγε καλά μέχρι το πρωί!!
15/3/1921. Μόλις σκοτίνιαζε, μας εσήκωσαν κάπου 10 με τον ανθυπασπιστήν Οικονόμου, και μας έστειλαν προς ενύσχησιν του δεξιού, πηγέναμε όλο από χαραδρίτσες, Τούρκοι ξαπλομένοι δεξιά και αριστερά, άλλος δίχως χέρι, άλλος δίχως κεφάλι, και πολλά άλλα σχέδια, και τα αίμματα χυμένα επάνω στα χιόνια… Έως ότου να φθάσομε στον προορισμόν μας, εκάμαμε κάπου 3 τέταρτα της ώρας. Με όλην όμως την φρίκην που εσθανόμεθα από τους σκωτομένους, τους πέρναμε την γαλέτα των, διότι ήτο σταρένια και πολύ γλυκειά!!
17/3/1921. Η μάχη εν τη δόξει της. Νεκροί και τραυματίαι αρκετοί. Το σύνταγμα αρεώνεται από τους στρατιώτας τρομακτικά, από επιθετικοί γενήκαμε αμυνόμενοι, τα πράγματα σοβαρεύουν, εσθάνομε τον εαυτό μου όχι καλά, είμαι πλέον εξαντλημένος!
( σ.σ. Ο Χαράλαμπος τραυματίζεται στο χέρι και μεταφέρεται στην Αθήνα όπου και νοσηλεύεται. Έπειτα λαμβάνει άδεια και πηγαίνει στην πατρίδα του την Σμύρνη . Την 5η Ιουνίου 1921 περνάει από επιτροπή που θα αποφασίσει αν μπορεί να πολεμήσει).
Στας 5 του Ιουνίου, ημέραν Δευτέραν, επέρασα από την επιτροπήν η δε αυτού εξοχώτης ο διευθυντής του 1ου Στρατιωτικού Νοσοκομείου Σμύρνης, αντισυνταγματάρχης Κος Πασχάλης, με όλας τας αντιρίσεις των συναδέλφων του της επιτροπής, με έκρινε ικανότατον, διότι, λέγη, τα άλλα δύο δάκτυλα είναι αρκετά όπως εργασθούν το όπλον!
Τώρα με ποιον να τα βάλλη κανείς, με την φύσιν, που μας φόρτοσε ένα σορό δάκτυλα, ενώ είναι άχρηστα κατά τον Κον Πασχάλην διευθυντού του 1ου Στρ.νοσοκομείου Σμύρνης; ή με αυτό το κέρατο που το έχη στραβώση το κομματικόν πάθος και ξεσπά σε όσους έτυχε να κατάγωνται από την Μικρασίαν ή την Κρήτην και τα ρέστα;
1/9/1921. Ο λόχος μας μετονομάζεται 2ος λόχος υποδοχής και διοχετεύσεως ενισχύσεων Τ.Τ. 920 α’! Και η δουλειά μας θα είναι να ετοιμάζομαι σισσίτιον των αποστολών και οικοίματα διά να μένουν την νύκτα.
Μας λέγουν ότι και εμείς οι δεκανείς θα κάμομε αγγαρίας και σκοποί θα φυλλάγομε και οτιδήποτε χρειασθή ανάγγη. Επίσης και οι λοχίαι θα εργάζονται κιαυτοί!! Πολύ καλά ότι θένε θα κάνομε, μόνον να ευρισκόμεθα μερικά χιλιόμετρα μακράν από τον Σαγγάριον. Συνάμα δε μας συστείνουν, έτσι για να ξέρομε, ότι με το παραμικρόν παράπτωμα του κανείς θα αντικαταστήνεται και θα αποστέλλεται στον Σαγγάριον!! Ακρειβώς, όπως μας φοβέριζαν μικρούς με τον μπαμπούλαν, έτσι μας φοβερίζουν τώρα με τον Σαγγάριον!!
8/10/1921. Έχω αρκετάς ημέρας να γράψω τίποται, αλλά και τι να γράψω;


***
Τα περισσότερα από όσα έγραψε ο στρατιώτης Πληζιώτης δεν συνάδουν με το εθνικοπατριωτικό πνεύμα της επίσημης ελληνικής ιστοριογραφίας. Αποτελούν μεγάλη παραφωνία και χαλάνε όλη τη μαγική και πλαστή εικόνα που με υποδειγματική πειθαρχία στήνει τόσα χρόνια το επίσημο ελληνικό κράτος.
Μέσα από αυτή τη μονοσήμαντη και εθνικοποιημένη παρουσίαση των γεγονότων, το ελληνικό κράτος προσπαθεί να αποσείσει από επάνω του τις τεράστιες ευθύνες που έχει για την εξόντωση του ελληνισμού στην Ιωνία (τον παρέδωσε συνειδητά στην σφαγή, απαγορεύοντάς του να διαφύγει και να σωθεί) και να στρέψει τον μέσο ανυποψίαστο έλληνα, όχι στον ηθικό αυτουργό, αλλά στον δράστη[8].
Ο Πληζιώτης δεν είναι ο παλαιοελλαδίτης φαντάρος που δεν του αρέσει να πολεμά για τους Μικρασιάτες (θυμίζω ότι περίπου 90.000 ήταν οι λιποτάκτες), δεν είναι ο κομμουνιστής φαντάρος που εμφορείται από αντιπολεμικά αισθήματα και μποϋκοτάρει συνειδητά τον πόλεμο θεωρώντας τον ως μια επιχείρηση προς εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών σχεδίων των άγγλων.
Ο Πληζιώτης είναι ένας έλληνας Μικρασιάτης, που το 1913, μαζί με τον φίλο του Κώστα Σώτο, φεύγει κρυφά από το σπίτι του για να πάει να πολεμήσει στους βαλκανικούς πολέμους. Ζει τον πόλεμο, τον παραλογισμό του στρατού και των εντολών των ανωτέρων του.
Εκτελεί παρ’όλα αυτά τις διαταγές, πολεμά, τραυματίζεται, υποφέρει και υπομένει τα δεινά του πολέμου.
Το ημερολόγιο του Πληζιώτη είναι (για να παραφράσσω τον Καρυωτάκη[9]) το παιδάκι που γκρεμίζει το κάστρο που χτίζουν στην άμμο αυτοί που βλέπουν την ιστορία ως μια ευκαιρία για να φανατίσουν τον πολίτη και να τον κάνουν πιο εύκολα υποχείριό τους, δείχνοντας απέναντι τον μπαμπούλα που καραδοκεί…

doctor
________________________________________________
[1] Μαθητικό τετράδιο, 0,15 Χ 0,20, γραμμένο με μολύβι (μελανί). Κάθε σελίδα περιέχει 19-21 αράδες και είναι πυκνογραμμένη με πολύ λεπτά πλάγια γράμματα. Σύνολο σελίδων 196. Λευκές σελίδες 159-167, 196. Το ημερολόγιο καλύπτει τις σελίδες 1-158, και οι υπόλοιπες σελίδες 168-195 καλύπτονται από τραγούδια της εποχής. Το χειρόγραφο δακτυλογραφήθηκε από τη Μαρία Ασβέστη και βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών με αριθμό κατάταξης Α/Α 477, Μ.Ασία,Γεν.12. Η πολύ ωραία εισαγωγή του βιβλίου (μέρη της οποίας αναδημοσιεύω στο παρόν θέμα) έχει γίνει από την Ματούλα Ρίζου-Κουρουπού.
Πληροφορίες για το βιβλίο: http://www.perizitito.gr/authors.php?authorid=32689
[2] Από μια φράση που έχει γραφτεί δύο μέρες νωρίτερα, σε συνδυασμό με την όλο και αραιότερη τήρηση του ημερολογίου, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι ο Χαράλαμπος έχασε πια το ενδιαφέρον του, κουράστηκε ή βαρέθηκε: «έχω αρκετάς ημέρας να γράψω τίποτε, αλλά και τι να γράψω;» (8.10.1921).
[3] Ο πατέρας του, Δημήτρης, είναι καπετάνιος, κατάγεται από την Άνδρο, η μητέρα του, Σοφία, είναι γέννημα θρέμμα Σμυρνιά. Ο Χαράλαμπος έχει 4 αδερφούς και 4 αδερφές.
[4] Από το αρχείο προφορικής παράδοσης (Βιθυνία, φάκ.97, μαρτυρία του Θωμά Αναστασιάδη στον Ερμόλαο Ανδρεάδη: «Στις 14/8/1920 […] οι τσέτες μάζεψαν όλον τον ελληνικό πληθυσμό της Νίκαιας, 87 οικογένειες, και τον οδήγησαν έξω από το Λέφκε καπουσού, ανατολικά, στ’αμπέλια. Εκεί έσφαξαν όλους τους Έλληνες με γερμανικές ξιφολόγχες. Τα πτώματα τα πέταξαν στη σπηλιά και τα έκαψαν. Δεν σεβάστηκαν και τον Οίκο του Θεού, έκαναν ρημαδιό την εκκλησία. Βίασαν γυναίκες στην Αγία Τράπεζα. Είκοσι μέρες μετά τη σφαγή μπήκε ο ελληνικός στρατός, έμεινε 3 μέρες κι έφυγε. Δεν εφάρμοσε αντίποινα στους ντόπιους Τούρκους, που δεν έφταιγαν σε τίποτε».
[5] Οι εκλογές τις
1 Νοεμβρίου 1920, έγιναν ανάμεσα σε δύο παρατάξεις για πρώτη φορά στην Ελληνική κοινοβουλευτική ιστορία. Το ένα ήταν το κυβερνών Κόμμα των Φιλελευθέρων και το άλλο η Ηνωμένη Αντιπολίτευσις, η οποία ήταν η ένωση όλων των υπολοίπων κομμάτων (Κόμμα Εθνικοφρόνων, Συντηρητικό Κόμμα, Μεταρρυθμιστικό Κόμμα, Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα, κ.α. μικρότερα). Σε αυτές τις εκλογές ψήφισαν για πρώτη και τελευταία φορά η μόλις απελευθερωμένη Ανατολική Θράκη. Κυβέρνηση σχηματίζει ο Δημήτριος Ράλλης και στις 24 Ιανουαρίου 1921 ο Ν. Καλογερόπουλος ενω στο Μικρασιατικό μέτωπο φαίνονται τα πρώτα σύννεφα. Στις 26 Μαρτίου 1921 ο Δ. Γούναρης και μετά στις 22 Μαρτίου ο Π. Πρωτοπαπαδάκης. Τον Αύγουστο επέρχεται η Μικρασιατική Καταστροφή. Μετά έχουμε κυβερνήσεις των Ν. Τριανταφυλάκου και Στ.Γονατά (πηγή: wikipedia).
[6] Το δημοψήφισμα διενεργήθηκε από την κυβέρνηση Δ. Ράλλη στις 22 Νοεμβρίου (παλ. ημερ) / 5 Δεκεμβρίου 1920. Στο δημοψήφισμα δεν πήραν μέρος οι Φιλελεύθεροι. Στις 6 Δεκεμβρίου (παλ. ημερ) / 19 Δεκεμβρίου ξαναγύρισε ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Α'.
[7] Ο Δωρόθεος Προύσσης, τοποτηρητής του οικουμενικού πατριαρχείου 1918-1921. Πέθανε στο Λονδίνο στις 6 Μαρτίου 1921.
[8] Γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας προς τον Ι.Μεταξά (Σμύρνη, 19.12.21):«Απαίσιοι πραγματικώς είναι οι εδώ Έλληνες, εκτός ελαχίστων.Θα άξιζε πράγματι να παραδώσωμεν την Σμύρνην εις τον Κεμάλ διά να τους πετσοκόψει όλους αυτούς τους αχρείους, οι οποίοι φέρονται ούτω κατόπιν του φοβερού αίματος όπερ εχύσαμεν εδώ.Αίματος της Παλαιάς Ελλάδος δε, διότι όλα τα παιδιά των οπωσδήποτε καλυτέρων οικογενειών των ενταύθα υπηρετούν εις την Σμύρνην και τα μετώπισθεν, αλλοίμονον δε αν εν οιονδήποτε τμήμα ευρεθή σχηματισμένον μόνον από Μικρασιάτας και ενώπιον του εχθρού! [10].Στην ίδια επιστολή, γράφει ο πρίγκηπας Ανδρέας:«Πρέπει να γίνη κάτι το ταχύτερον δια ν’απαλλαχθώμεν του εφιάλτου της Μικράς Ασίας.Δεν γνωρίζω τι πρέπει να γίνη, πρέπει όμως να παύσωμεν μπλοφάροντες και ν’αντιμετωπίσωμεν την κατάστασιν οία πραγματικώς είναι.Διότι επιτέλους τι είναι καλύτερον;Να πέσωμεν εις την θάλασσαν ή να φύγωμεν προ του λουτρού;» [«Η κατάσταση του ελληνικού στρατού τον χειμώνα του 1921-1922. Επιστολή του πρίγκιπα Ανδρέα στον Ιωάννη Μεταξά (Σμύρνη, 19/12/1921)», όπως παρατίθεται από τον Γ.Μαργαρίτη, καθηγητή νεότερης και σύγχρονης ιστορίας στο ΑΠΘ, «Η ιστορία των ελλήνων», ΔΟΜΗ, τ.12, σ.185].
Βλ.περισσότερα σε προηγούμενο θέμα:
[9] Κ. Καρυωτάκης, "ΦΘΟΡΑ"
"Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι". ("Ελεγεία και σάτιρες") http://www.papaki.panteion.gr/teuxos2/_private/kariotakis/karyoindex.htm

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

Περί μαρξισμού και άλλων δαιμονίων

Σε συνέχεια της πολύ όμορφης και εποικοδομητικής συζήτησης που έγινε στο προηγούμενο ποστ («ο μεγάλος λιμός») και με βάση κάποια ερωτήματα που τέθηκαν και συζητήθηκαν, σκέφτηκα να βάλω στην συζήτηση έναν παλιό φίλο, τον αείμνηστο Βασίλη Ραφαηλίδη.
Από το βιβλίο του με τίτλο «Οι λαοί της Ευρώπης», επέλεξα κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα μέσω των οποίων ο Β.Ραφαηλίδης εξετάζει την συνδεσμολογία, τις πρακτικές και τον τρόπο σκέψης της Αριστεράς και δεν διστάζει, όντας μαρξιστής ο ίδιος, να κατακρίνει τον λαϊκισμό που διακρίνει πολύ συχνά τα κομμουνιστικά κόμματα και αναλύει έξοχα την προς τα κάτω ισότητα που υπήρχε στις χώρες του τέως ανατολικού μπλοκ. Ισότητα που ήταν ίδια με αυτή των φυλακισμένων: οι φυλακισμένοι είναι ίσοι, έχουν εξασφαλισμένη τροφή και κατοικία και κανένας δεν είναι ανώτερος του άλλου… Όλα αυτά όμως μέσα σε ένα πλαίσιο ανελευθερίας και περιορισμών.


1) Ο συνδικαλισμός δεν είναι παρά συντεχνιασμός, πράγμα που εξηγεί μεταξύ άλλων και την πλήρη περιφρόνηση των απεργών για όλους τους άλλους εργαζόμενους, άλλων κλάδων, που δεν απεργούν.
Κι όταν οι απεργοί δυσκολεύουν τη ζωή όχι μόνο των εργοδοτών τους αλλά όλου του κόσμου, όχι μόνο δεν έχουν ίχνος εργατικής συνείδησης, αλλά είναι και οι δυνάμει οπαδοί του φασισμού, ενός κοινωνικού κινήματος που πρωτοεμφανίζεται στην Ιταλία το 1920. Άλλωστε, ο Μουσολίνι θα ονομάσει το κράτος του συντεχνιακό, όχι φασιστικό (φασιστικό ήταν το κόμμα του) και θα υποστηρίξει φανατικά τις συντεχνίες, όχι τα συνδικάτα, επιδιώκοντας με αυτόν τον τρόπο τον περιορισμό των διεκδικήσεων στα στενά όρια της συντεχνίας. Που διαφέρει από το συνδικάτο γιατί αρνείται να συνεργαστεί με άλλα σωματεία εργαζομένων και προασπίζει τα συμφέροντά της αδιαφορώντας για τα συμφέροντα όλων των άλλων εργαζομένων.


2) O λαϊκισμός, δηλαδή η μεταφυσική πίστη στην αξία και τις ικανότητες της «λαϊκής ψυχής», που όλα τα μπορεί και όλα τα καταλαβαίνει δι’εποιφητήσεως, είναι στυφό φρούτο των ρώσων ναρότνικων (λαϊκών) της προοκτωβριανής περιόδου. Τούτη η αντίληψη για τον αυθόρμητο σοσιαλισμό επιβιώνει μέχρι τις μέρες μας, ιδιαίτερα εδώ στην Ελλάδα, όπου ένα μεγάλο κόμμα, το ΠΑΣΟΚ, προέκυψε με μια έντεχνη εκμετάλλευση της παμπάλαιης ναρότνικης άποψης πως ο σοσιαλισμός είναι πρόβλημα σοσιαλιστικής ψυχής και όχι σοσιαλιστικού μυαλού (σ.331).


3)[…] ο κλασσικός μαρξισμός πρεσβεύει πως η εργατική τάξη, εξαιτίας της αγραμματοσύνης και κυρίως της εξάντλησης μέσα από μια εργασία απάνθρωπη , δεν παράγει ιδεολογία. Η σοσιαλιστική ιδεολογία εισάγεται σε αυτήν από τα προοδευτικά στρώματα της αστικής τάξης, από ανθρώπους που έχουν την ευχέρεια να μελετήσουν και να καταλάβουν και που είναι διατεθειμένοι να βάλουν τη γνώση τους και τις ικανότητές τους στην υπηρεσία της εργατικής τάξης, κι έτσι να υπηρετήσουν συμφέροντα που δεν είναι τα (ταξικά) δικά τους.
Ο εργατισμός (ουβριερισμός), που είναι κάτι ανάλογο με τον λαϊκισμό των ναρότνικων, ήταν πάντα ξένος προς τον μαρξισμό.
Οι εργάτες δεν είναι μια απόλυτη, μεταφυσική αξία. Άλλωστε, δύσκολα από «τάξη καθεαυτή» γίνεται «τάξη για τον εαυτό της» αποχτώντας ταξική συνείδηση, όπως θα πει ο Λούκατς. Αν όλοι οι εργαζόμενοι καταλάβαιναν το συμφέρον τους , ο σοσιαλισμός θα επιβαλλόταν με τον πιο άνετο τρόπο: με εκλογές. Η εργατική τάξη άγεται και φέρεται από δημαγωγούς και συχνά από αριστερούς δημαγωγούς, που δεν είναι παρά αριστεροί γραφειοκράτες, που νοιάζονται περισσότερο για το προσωπικό τους, παρά για το εργατικό συμφέρον (σσ.332-3).


4) Ο Μαρξ ήταν διανοούμενος, δεν ήταν εργάτης. Ο Ένγκελς ήταν διανοούμενος, δεν ήταν εργάτης. Ο Λένιν ήταν διανοούμενος, δεν ήταν εργάτης. Κι όσοι από τους εργαζόμενους ακολούθησαν ή ακολουθούν τον μαρξισμό, εκτός απ΄την εργατική τους δύναμη πρέπει να διαθέτουν επιπροσθέτως τόσο την αναγκαία γνώση όσο και το απαραίτητο ήθος. Αλλιώς, για την κομμουνιστική κοινωνία θα εργάζονται υποτίθεται, αλλά στο νου τους θα έχουν μονίμως το βόλεμα, το αραλίκι, τη μάσα και την κλοπή, σαν τους ρώσους κομματικούς γραφειοκράτες, που παρίσταναν τους κομμουνιστές, ίσα ίσα για να ρημάξουν εκτός από τους ρώσους εργάτες και το παγκόσμιο εργατικό κίνημα (σ.342).


5) Η αντικατάσταση στην εξουσία των πλούσιων από τους φτωχούς, που πολύ θα ήθελαν να είναι αυτοί οι πλούσιοι, δεν είναι σοσιαλισμός, είναι χυδαίος λαϊκισμός. Και ο λαϊκισμός είναι η μήτρα του φασισμού.
Το πρόβλημα στο σοσιαλισμό δεν είναι να φαν οι φτωχοί, αλλά να μην υπάρχουν φτωχοί και τώρα και στο μέλλον και πάντα. Ο σοσιαλισμός είναι η υπέρτατη μορφή ανθρωπισμού, δεν είναι πρόσκαιρο βόλεμα των αναξιοπαθούντων. Το πρόσκαιρο βόλεμα των αναξιοπαθούντων είναι φιλανθρωπία, που έχει βέβαια το νόημά της και την αξία της, αλλά σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συγχέεται με τον ανθρωπισμό εξαιτίας της κοινής, και στους δύο όρους, λέξης άνθρωπος. Όπως θα έλεγε ο Αριστοτέλης, ο ανθρωπισμός είναι έννοια γένους σε σχέση με τη φιλανθρωπία που είναι έννοια είδους: ο ανθρωπισμός εμπεριέχει και γεννά τη φιλανθρωπία. Που ωστόσο παραμένει έννοια πολύ στενή σε σχέση με τον ανθρωπισμό. Η φιλανθρωπία είναι μια προσωρινή λύση εν αναμονή της μόνιμης, που καθοδηγείται από την άνευ όρων αγάπη για όλους τους ανθρώπους, και τον άνευ όρων σεβασμό όλων των ανθρώπων. Ο μαρξισμός νοούμενος σαν ανθρωπισμός είναι χριστιανισμός χωρίς μεταφυσική(σσ.333-4).


6) […] ο μαρξισμός επηρέασε περισσότερο τα εργατικά κινήματα της Δύσης, όπου δεν εφαρμόστηκε, παρά τα «εργατικά» καθεστώτα της Ανατολής, όπου εφαρμόστηκε στρεβλά. Ωστόσο, δεν θα επηρέαζε ίσως ούτε τη Δύση αν δεν γινόταν η κολοσσιαίας σημασίας για την παγκόσμια ιστορία οχτωβριανή επανάσταση (σ.341).

7) Σε συνθήκες ελλείψεως αγαθών αρκετών για όλους, ο κομμουνισμός είναι απολύτως αδύνατος, εκτός κι αν πείσουμε όλους να καταναλώνουν λιγότερο από όσο έχουν συνηθίσει σε συνθήκες ισότητας, ώστε όλοι να καταναλώνουν τα ίδια. Και επειδή αυτό είναι αδύνατο χωρίς καταναγκασμό, και επειδή καταναγκασμός και σοσιαλισμός δεν συμβιβάζονται σε καμία περίπτωση, ο κομουνισμός, δηλαδή η τέλεια δημοκρατία, που παραμένει ιδανικό, θα γίνει δυνατός μόνο αν η παραγωγικότητα και η παραγωγή αυξηθούν τόσο, που τα προϊόντα να επαρκούν για όλους.
Κι αν δεν επαρκούν, να μην είναι τόσο λίγα, που η ισότητα να πραγματώνεται προς τα κάτω και όχι προς τα πάνω.
Αν όλοι γίνουμε φτωχότεροι από τον σημερινό μέσο όρο, ο κομμουνισμός χάνει το νόημά του και τρέπεται σε ποβερισμό (φτωχεϊσμό), όπως λέμε ένα είδος λατρείας της φτώχειας, κατάλληλης ίσως για τα χριστιανικά μοναστήρια, αλλά εντελώς ακατάλληλης για μια κοινωνία ευπρεπών ανθρώπων.
(Κάποιοι που νομίζουν πως είναι κομουνιστές και που πολύ θα ήθελαν να μας δουν όλους φτωχούς και εξισωμένους προς τα κάτω, ούτε καν υποπτεύονται, πως όχι μόνο κατάλληλοι για κομμουνιστές δεν είναι, αλλά ούτε καν στο Άγιο Όρος δεν θα γίνονταν δεκτοί) (σ.363).

doctor

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2009

Ο μεγάλος λιμός (Σοβιετική Ένωση, 1932-1933)



Ανάμεσα στα άγνωστα γεγονότα της σοβιετικής ιστορίας παρέμενε για πολύ καιρό κι ο μεγάλος λιμός των ετών 1932-1933, τα θύματα του οποίου υπήρξαν, σύμφωνα με πηγές που σήμερα δεν αμφισβητούνται, περισσότερα από 6.000.000 [1].
Αντίθετα με τον λιμό του 1921-1922, που οι σοβιετικές αρχές τον παραδέχτηκαν κάνοντας ευρεία έκκληση στη διεθνή βοήθεια, ο λιμός του 1932-1933 δεν έγινε ποτέ παραδεκτός από το καθεστώς που έπνιξε με την προπαγάνδα του τις λίγες φωνές που προσπαθούσαν, στο εξωτερικό, να προσελκύσουν την προσοχή σε αυτή την τραγωδία [2].
Παρ’όλα αυτά, κάποιοι υψηλά ιστάμενοι πολιτικοί, ιδιαίτερα Γερμανοί και Ιταλοί, γνώριζαν και μάλιστα με αρκετές λεπτομέρειες τα σχετικά με τον λιμό του 1932-1933. Οι αναφορές των Ιταλών διπλωματών που ήταν διαπιστευμένοι στο Χαρκόφ, στην Οδησσό ή στο Νοβοροσίσκ και οι οποίες αποκαλύφθηκαν πρόσφατα και δημοσιεύτηκαν από τον Ιταλό ιστορικό Αντρέα Γκρατσιόζι [3] αποδεικνύουν ότι ο Μουσολίνι ήταν απολύτως εν γνώσει της καταστάσεως, ωστόσο δεν την χρησιμοποίησε για την αντικομμουνιστική του προπαγάνδα. Αντιθέτως, το καλοκαίρι του 1933 σημαδεύτηκε από την υπογραφή μιας ιταλοσοβιετικής εμπορικής συμφωνίας, που την ακολούθησε η υπογραφή ενός συμφώνου ειρήνης και μη επιθέσεως. Αποσιωπημένη ή θυσιασμένη στο βωμό του συμφέροντος του κράτους, η αλήθεια για τον μεγάλο λιμό, για την οποία γινόταν λόγος σε ουκρανικές εκδόσεις χαμηλής κυκλοφορίας στο εξωτερικό, άρχισε να επιβάλλεται μόνο μετά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’80, αφού πρώτα δημοσιεύτηκε μια σειρά από εργασίες και έρευνες, τόσο από δυτικούς ιστορικούς όσο και από ερευνητές από την πρώην Σοβιετική Ένωση.


Κάθε φθινόπωρο, η εκστρατεία περισυλλογής μεταμορφωνόταν σε μια πραγματική αναμέτρηση δυνάμεων ανάμεσα στο κράτος και τους αγρότες που προσπαθούσαν απελπισμένα να κρατήσουν για τους εαυτούς τους ένα μέρος της σοδειάς. Το στοίχημα ήταν θεμελιώδους σημασίας: για το κράτος η παρακράτηση προϊόντων, για τους αγρότες η επιβίωση.
Το 1930, το κράτος συνέλεξε το 30% της αγροτικής παραγωγής στην Ουκρανία, 38% στις πλούσιες πεδιάδες του Κουμπάν στον βόρειο Καύκασο, 33% της σοδειάς στο Καζακστάν.
Το 1931, μολονότι η συγκομιδή ήταν αρκετά κατώτερη, τα αντίστοιχα ποσοστά έφτασαν στο 41,5%, 47% και 39.5%. Τέτοιας έκτασης παρακράτηση από την πλευρά του κράτους δεν γινόταν παρά για να αποδιοργανώσει πλήρως τον παραγωγικό κύκλο. Στο σημείο αυτό αρκεί να θυμηθούμε ότι με το καθεστώς της ΝΕΠ [4] οι αγρότες δεν παραχωρούσαν περισσότερο από το 15-20% της σοδειάς τους, κρατώντας το 12-15% για την επόμενη σπορά, το 25-30% για ζωοτροφές και το υπόλοιπο για την ιδιωτική τους κατανάλωση.
Έτσι, η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη ανάμεσα στους αγρότες, που ήταν αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν κάθε μορφής στρατήγημα προκειμένου να διατηρήσουν ένα τμήμα της σοδειάς τους, και τις τοπικές αρχές που ήταν υποχρεωμένες να εκπληρώσουν με κάθε τίμημα ένα ολοένα και πιο εξωπραγματικό πλάνο (το 1932, το πλάνο της παρακράτησης ήταν κατά 32% ανώτερο από το αντίστοιχο του 1931) [5].
Η εκστρατεία συλλογής αγροτικών προϊόντων του 1932 άρχισε με πολύ βραδείς ρυθμούς. Από τη στιγμή που άρχισε ο θερισμός, οι αγρότες-μέλη των κολχόζ προσπαθούσαν να κρύψουν ή να «κλέψουν» στη διάρκεια της νύχτας ένα μέρος της σοδειάς. Παρά τα δρακόντεια μέτρα που πάρθηκαν [6], το σιτάρι δεν «απέδιδε». Στα μέσα Οκτωβρίου του 1932, το πλάνο συλλογής για τις βασικές σιτοπαραγωγικές περιοχές της χώρας δεν είχε εκπληρωθεί παρά στο 15-20%. Στις 22/10/1932, το Πολιτικό Γραφείο αποφάσισε να στείλει στην Ουκρανία και στον βόρειο Καύκασο δύο έκτακτες επιτροπές, με σκοπό «την επιτάχυνση της συλλογής των εισφορών» [7].
Στις 2 Νοεμβρίου 1932, η επιτροπή του Λάζαρ Καγκάνοβιτς, έφτασε στο Ροστόφ-Ντον. Συγκάλεσε αμέσως συνέλευση όλων των περιφερειακών γραμματέων του Κόμματος της περιοχής του βορείου Καυκάσου, η οποία υιοθέτησε την παρακάτω απόφαση:
«Σε συνέχεια της ιδιαιτέρως ντροπιαστικής αποτυχίας του πλάνου συλλογής των σιτηρών, να υποχρεώσετε τις τοπικές οργανώσεις του Κόμματος να τσακίσουν το οργανωμένο από αντεπαναστατικά στοιχεία και κουλάκους σαμποτάζ και να εκμηδενίσουν την αντίσταση των αγροτοκομμουνιστών και των προέδρων των κολχόζ που τέθηκαν επικεφαλής αυτού του σαμποτάζ».
Για έναν ορισμένο αριθμό περιφερειών που είχαν περιληφθεί στον «μαυροπίνακα» (σύμφωνα με την επίσημη ορολογία) πάρθηκαν τα ακόλουθα μέτρα: απόσυρση όλων των προϊόντων από τα καταστήματα, ολοκληρωτική παύση του εμπορίου, άμεση εξόφληση των τρεχόντων δανείων, επιβολή έκτακτης εισφοράς, σύλληψη όλων των «δολιοφθορέων», των «αλλοτριωμένων στοιχείων» και των «αντεπαναστατών», σύμφωνα με μια επιταχυνόμενη διαδικασία, υπό την αιγίδα της Γκεπεού. Σε περίπτωση εξακολούθησης του «σαμποτάζ», ο πληθυσμός υπόκειτο σε ομαδική εκτόπιση. Τον Δεκέμβριο, άρχισαν οι ομαδικές εκτοπίσεις όχι μονάχα των κουλάκων αλλά και ολόκληρων χωριών, ιδιαιτέρως των Κοζάκων stanitsy, που είχαν ήδη πληγεί το 1920 από παρόμοια μέτρα [8].
Ο αριθμός των ειδικών εποίκων εκτοξεύτηκε ραγδαία στα ύψη. Αν για το 1932 τα στοιχεία της διοίκησης του Γκουλάγκ έκαναν λόγο για άφιξη 71.236 εκτοπισμένων, το 1933 καταγράφηκε μια πλημμυρίδα 268.091 νέων ειδικών εποίκων [9].
Μπορούσαν αυτά τα κατασταλτικά μέτρα να επιτρέψουν στο κράτος να κερδίσει τον πόλεμο κατά των αγροτών;
Όχι, υπογράμμιζε σε μια ιδιαιτέρως οξυδερκή αναφορά ο Ιταλός πρόξενος του Νοβοροσίσκ:
«ο σοβιετικός κρατικός μηχανισμός, υπερβολικά εξοπλισμένος και ισχυρός, βρίσκεται πράγματι σε αδυναμία να νικήσει σε μία ή περισσότερες μάχες εν παρατάξει. Ο εχθρός δεν παρουσιάζεται μαζικός, είναι διάσπαρτος και οι σοβιετικοί εξαντλούνται σε μια ατελείωτη σειρά ατελείωτων επιχειρήσεων […] Τον εχθρό πρέπει να τον γυρεύεις από σπίτι σε σπίτι, από χωριό σε χωριό. Είναι σαν να κουβαλάς νερό με έναν τρύπιο κάδο!» [10].
Συνεπώς, για να νικηθεί ο «εχθρός» δεν έμενε παρά μονάχα μια λύση: η πείνα.
Τον Αύγουστο του 1932, ο Μολότοφ ανέφερε στο Πολιτικό Γραφείο ότι υφίστατο «πραγματική απειλή λιμού ακόμη και στις περιοχές όπου η συγκομιδή ήταν εξαιρετική». Ωστόσο, πρότεινε να εκπληρωθεί με κάθε τίμημα το πλάνο της συλλογής των εισφορών. Ακόμα και σκληροί σταλινικοί [11] ζήτησαν από τον Στάλιν και τον Μολότοφ να ελαφρύνουν το πλάνο συλλογής εισφορών [12].
«Η άποψή σας», αποκρίθηκε ο Μολότοφ, «είναι βαθύτατα λαθεμένη και διόλου μπολσεβίκικη. Εμείς οι μπολσεβίκοι δεν μπορούμε να βάζουμε τις ανάγκες του κράτους-ανάγκες που καθορίζονται επακριβώς με κομματικές αποφάσεις- στη δέκατη, ακόμη και στη δεύτερη θέση» [13].
Μερικές ημέρες αργότερα, το Πολιτικό Γραφείο έστειλε στις τοπικές αρχές μια εγκύκλιο που διέταζε ότι, από τα κολχόζ τα οποία δεν είχαν ακόμη εκπληρώσει το πλάνο τους, έπρεπε αμέσως να αφαιρεθούν «όλα τα σιτηρά που είχαν στη διάθεσή τους, ακόμη και οι σπόροι που συνιστούν απόθεμα για την σπορά!».

Υποχρεωμένοι να παραδώσουν κάτω από τις απειλές, ακόμη και τα βασανιστήρια, όλα τα ισχνά τους αποθέματα, μην έχοντας ούτε τα μέσα ούτε τη δυνατότητα να αγοράσουν οτιδήποτε, εκατομμύρια αγρότες των πιο πλούσιων αγροτικών περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης αφέθηκαν έτσι στο έλεος του λιμού και δεν είχαν άλλη σωτηρία από το να φύγουν, με προορισμό τα μεγάλα αστικά κέντρα. Όμως, στις 27 Δεκεμβρίου 1932, η κυβέρνηση καθιέρωσε το εσωτερικό διαβατήριο και την υποχρεωτική απογραφή των κατοίκων των πόλεων, με στόχο να περιορίσει την έξοδο των αγροτών, να «εξολοθρεύσει τον κοινωνικό παρασιτισμό» και να «καταπολεμήσει τη διείσδυση των κουλάκων στις πόλεις».
Μπροστά σε αυτή τη φυγή των αγροτών που προσπαθούσαν να επιβιώσουν, στις 22 Ιανουαρίου 1933, η κυβέρνηση δημοσίευσε μια εγκύκλιο που καταδίκαζε σε προγραμματισμένο θάνατο εκατομμύρια πεινασμένους.
Με τις υπογραφές του Στάλιν και του Μολότοφ, διέταζε τις τοπικές αρχές, και ειδικότερα την Γκεπεού, να απαγορεύσουν «με κάθε μέσον τις ομαδικές αναχωρήσεις των αγροτών της Ουκρανίας και του βόρειου Καυκάσου προς τις πόλεις.
Μετά τη σύλληψη των αντεπαναστατικών στοιχείων, οι υπόλοιποι φυγάδες θα επιστρέφουν δια της βίας στους τόπους διαμονής τους».
Η εγκύκλιος ερμήνευε ως εξής την κατάσταση: «Η Κεντρική Επιτροπή και η κυβέρνηση έχουν αποδείξεις πως αυτή η μαζική έξοδος των αγροτών είναι οργανωμένη από τους εχθρούς της σοβιετικής εξουσίας, τους αντεπαναστάτες και τους Πολωνούς πράκτορες, με στόχο την προπαγάνδα κατά του συστήματος των κολχόζ ειδικότερα και της σοβιετικής εξουσίας γενικότερα» [14].
Σε όλες τις περιοχές που επλήγησαν από τον λιμό, ανεστάλη πάραυτα η πώληση εισιτηρίων για τα τρένα. Οδοφράγματα ελεγχόμενα από τις ειδικές μονάδες της Γκεπεού στήθηκαν στους δρόμους για να εμποδίζονται οι αγρότες να εγκαταλείψουν την περιφέρειά τους.
Στο σημείο αυτό παραθέτουμε την μαρτυρία του Ιταλού πρόξενου του Χαρκόφ, ο οποίος βρισκόταν στην καρδιά μας περιοχής που είχε πληγεί βαρύτατα από τον λιμό: «[…] Εκτός από τους αγρότες που συρρέουν στην πόλη, αφού δεν έχουν καμιά πιθανότητα επιβίωσης στην ύπαιθρο χώρα, υπάρχουν παιδιά που τα φέρνουν εδώ οι γονείς τους και στη συνέχεια τα εγκαταλείπουν, για να επιστρέψουν οι ίδιοι στα χωριά τους και να πεθάνουν εκεί. […] Τα άτομα που έχουν ήδη πρηστεί, μεταφέρονται με εμπορικές αμαξοστοιχίες στην ύπαιθρο και εγκαταλείπονται 50-60 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη, ώστε να πεθάνουν απαρατήρητοι […] Όταν φτάνουν στους τόπους εκφόρτωσης, σκάβουν μεγάλους τάφρους και ρίχνουν μέσα τους νεκρούς από τα βαγόνια» [15].
.
Στην ύπαιθρο, η θνησιμότητα φτάνει στα ύψη την άνοιξη του 1933. Στην πείνα προστίθεται ο τύφος. Σε κωμοπόλεις με αρκετές χιλιάδες κατοίκους, οι ζωντανοί μετριούνται σε μερικές δεκάδες. Περιπτώσεις κανιβαλισμού επισημαίνονται στις αναφορές της Γκεπεού, όπως και στις αντίστοιχες των Ιταλών διπλωματών που είναι διαπιστευμένοι στο Χαρκόφ:
«Στο Χαρκόφ, κάθε βράδυ μαζεύουν 250 πτώματα ανθρώπων που πέθαναν από την πείνα ή από τον τύφο. Διαπιστώθηκε ότι ένας μεγάλος αριθμός πτωμάτων δεν είχε πια συκώτι: φαινόταν σαν να είχε αφαιρεθεί με μια μεγάλη τομή. Η αστυνομία τελικά συνέλαβε μερικούς από τους μυστηριώδεις «ακρωτηριαστές» που ομολόγησαν ότι με το κρέας αυτό κατασκεύαζαν τη γέμιση των πιροσκί, τα οποία πουλούσαν στη συνέχεια στην αγορά» [16].
Τον Απρίλιο του 1933, ο συγγραφέας Μιχαήλ Σολόχοφ, που ήταν περαστικός από μια κωμόπολη στο Κουμπάν, έγραψε δύο γράμματα στον Στάλιν εκθέτοντας λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές αρχές είχαν αποσπάσει, με βασανιστήρια, όλα τα αποθέματα των κολχόζ, υποχρεώνοντας τους αγρότες να πεινάσουν. Ζητούσε από τον πρώτο γραμματέα να στείλει βοήθεια και τρόφιμα.
Στην απάντησή του στον συγγραφέα, ο Στάλιν αποκάλυπτε χωρίς περιστροφές τη θέση του: οι αγρότες είχαν τιμωρηθεί δίκαια επειδή είχαν «απεργήσει» και είχαν «διαπράξει σαμποτάζ», επειδή είχαν «διεξαγάγει έναν υπονομευτικό πόλεμο κατά της σοβιετικής εξουσίας, έναν πόλεμο μέχρι θανάτου» [17].
Την ώρα που, το 1933, εκατομμύρια αγρότες πέθαιναν από την πείνα, η σοβιετική κυβέρνηση συνέχιζε τις εξαγωγές στο εξωτερικό 18.000.000 κανταριών (εκατόκιλων) σιτηρών για «τις ανάγκες της βιομηχανοποίησης».

Τα δημογραφικά στοιχεία και οι απογραφές του 1937 και του 1939, που είχαν κρατηθεί μυστικές μέχρι πρόσφατα, επιτρέπουν την εκτίμηση της έκτασης του λιμού του 1933. Γεωγραφικά, η «ζώνη της πείνας» κάλυπτε ολόκληρη την Ουκρανία, ένα τμήμα της ζώνης των μαύρων γαιών, τις εύφορες πεδιάδες του Ντον, του Κουμπάν και του βόρειου Καυκάσου κι ένα μεγάλο μέρος του Καζακστάν. Ο λιμός και η σιτοδεία έπληξαν περίπου 40.000.000 άτομα.
Στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο, όπως οι αγροτικές ζώνες γύρω από το Χαρκόφ, η θνησιμότητα μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου δεκαπλασιάστηκε σε σχέση με τον μέσο όρο των προηγούμενων ετών [18].
Για το 1933 και για το σύνολο της χώρας, διαπιστώνεται αύξηση των θανάτων μεγαλύτερη από 6 εκατομμύρια. Αφού η τεράστια πλειονότητα αυτού του αριθμού οφειλόταν στο λιμό, μπορούμε να εκτιμήσουμε με ακρίβεια σε 6.000.000 περίπου τα θύματα αυτής της τραγωδίας. Η αγροτιά της Ουκρανίας πλήρωσε το βαρύτερο τίμημα, με τουλάχιστον 4.000.000 νεκρούς. Στο Καζακστάν, 1.000.000 νεκροί περίπου, ιδιαιτέρως μεταξύ των νομαδικών πληθυσμών που μετά την κολεκτιβοποίηση είχαν στερηθεί όλα τους τα κοπάδια κι είχαν εγκατασταθεί σε μόνιμους οικισμούς διά της βίας. Στον βόρειο Καύκασο και στην περιοχή των μαύρων γαιών, 1.000.000 νεκροί [19].
Πηγή του παρόντος ποστ, «η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», σσ.185-194 [20].


Μια ανείπωτη τραγωδία, μεγαλύτερη σε θύματα ακόμη και από το Ολοκαύτωμα των εβραίων.
Μια τραγωδία, στα αζήτητα της ιστορίας, μια τραγωδία καλά χωμένη στα βάθη της λήθης για τους υποστηρικτές του κομμουνισμού.
Μια τραγωδία για την οποία η ελληνική Αριστερά, ακόμη και σήμερα, δεν τολμά να μιλήσει, δεν θέλει να την αντικρύσει, δεν θέλει καν να την ξέρει. Γράφει στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης της «Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού», ο Δημήτρης Δημητράκος, Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σχετικά με την ηθελημένη ιδεολογική απενεργοποίηση της μνήμης από τους κομμουνιστές:
"Μπορεί να είναι η αποσιώπηση της αλήθειας ή η αδιαφορία για το δίκιο, ορισμένες φορές, για χάρη ενός ανώτερου σκοπού, που είναι η παγκόσμια επανάσταση. […] Όλα αυτά γίνονται στο όνομα της ουτοπίας. Από πρώτη άποψη αυτό φαίνεται ανεκτό, ίσως και συμπαθές. Μια ουτοπική φαντασίωση, και στη χειρότερη ακόμα περίπτωση, είναι μια αβλαβής αυταπάτη. Δεν φταίει ο πνευματικός άνθρωπος αν ξεγελάστηκε από αυτήν. Αν τελικά το όραμα έκρυβε πίσω του τη φρίκη, αν η ουτοπία τελικά αποδείχθηκε δυστοπία της χειρότερης μορφής[…]" [21].

Έτσι, μέσα από αυτή την αντινομία, προκρίνεται η «απορρόφηση» του πραγματικού από το ιδεατό και η στάση αυτή νομιμοποιείται μέσα από μια μεταθεωρητική αρχή που δικαιώνει την ιδεολογία και την ουτοπία έναντι της αντικειμενικής πραγματικότητας [22].
Οι κομμουνιστές επί Στάλιν (αλλά και μετά), ειδικά αυτοί που είχαν την «τύχη» να βρεθούν στις χώρες του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, είτε θα γινόταν πολέμιοι αυτού του φασιστικού καθεστώτος και θα οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια στο εκτελεστικό απόσπασμα, είτε θα υπέτασσαν την αντικειμενική πραγματικότητα στην ιδεολογική (χωρίς φυσικά να διασφαλίζουν έτσι την ζωή τους), όπως συνήθως γινόταν:
«οι άνθρωποι που ζούσαν κάτω από αυτά τα καθεστώτα εφάρμοσαν μια πρακτική «διπλής πίστης» ή «διπλής αλήθειας» . Η τήρηση αυτής της αρχής σήμαινε την αναγκαστική υποταγή της εμπειρικής πραγματικότητας στην ιδεολογική: αυτό είναι το ίδιον του ολοκληρωτισμού. Ζητεί να αναγνωρισθεί ως αλήθεια η ουτοπία, η οποία ανακηρύσσεται επίσημα ως ισχύουσα. Η πραγματικότητα της ιδεολογίας εκτοπίζει πολιτικά την εμπειρική πραγματικότητα» [23].
Και φυσικά η απώτατη χειραγώγηση της πραγματικότητας παρατηρήθηκε όταν οι απανταχού κομμουνιστές αποκήρυξαν μετά θάνατον, τον –όταν ήταν στη ζωή- επί γης Θεό τους, τον «πατερούλη» Στάλιν, θεωρώντας ότι ο σταλινισμός ήταν εκτροπή από τον «αγνό» κομμουνισμό. Όμως «αυτό που ονομάστηκε «σταλινισμός» δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός ιστορικά τυχαίου γεγονότος που συνδέεται με την προσωπικότητα του Ιωσήφ Στάλιν. Ήταν απόρροια του βολονταρισμού του κομμουνισμού και της «κάθετης» οργάνωσης της εξουσίας, χωρίς τις «οριζόντιες» διεξόδους που παρέχει η ελευθερία. Η κάθετη οργάνωση σημαίνει ότι κάθε οικονομικό ή κοινωνικό πρόβλημα ανάγεται σε πολιτικό πρόβλημα, που μόνο η εξουσία μπορεί να το λύσει, με αποτέλεσμα όλα να αποφασίζονται κεντρικά και να μην λαμβάνεται υπόψη το κόστος μιας απόφασης, διότι το κόστος έχει σημασία μόνο όταν γίνεται συναλλαγή, συμφωνία μεταξύ ίσων, σε «οριζόντια» και όχι σε «κάθετη» σχέση που είναι πάντα σχέση εξουσίας και ιεραρχίας. Από την άλλη μεριά, η πολιτικοποίηση κάθε θέματος όταν το κομμουνιστικό κόμμα βρίσκεται στην εξουσία, σημαίνει ότι η επιβολή της θέλησής του θα είναι πάντα αμείλικτη και βίαιη. Ο κομμουνισμός είναι δεμένος με τη βία στην πράξη, αλλά και στη θεωρία. Είναι μύθος ότι ο Στάλιν εισήγαγε τη χρήση της μαζικής βίας στην κομμουνιστική πρακτική. Ο Στάλιν εφάρμοσε πιστά το πρόγραμμα του Λένιν[…]» [24].

doctor

_________________________________
[1] A.Blum, Naître, vivre et mourir en URSS, 1917-1991, Παρίσι, Plon, σ.99. Αυτή η καταστροφή δεν υπήρξε, ωστόσο, παρόμοια με τις άλλες, στη σειρά των λιμών που αντιμετώπιζε, σε τακτικά διαστήματα, η τσαρική Ρωσία. Υπήρξε άμεση συνέπεια του καινούργιου συστήματος της «στρατιωτικο-φεουδαρχικής εκμετάλλευσης» της αγροτιάς –κατά την έκφραση του αντισταλινικού ηγέτη των μπολσεβίκων Νικολάι Μπουχάριν-, που συστάθηκε στη διάρκεια της αναγκαστικής κολεκτιβοποίησης και αποτέλεσε την τραγική απεικόνιση της τρομακτικής κοινωνικής καταπίεσης που συνόδευσε την έφοδο της σοβιετικής εξουσίας κατά της υπαίθρου, στα τέλη της δεκαετίας του ’20.
[2] Μια προπαγάνδα που βοηθήθηκε τα μέγιστα από «μαρτυρίες» όπως αυτή του Γάλλου βουλευτή και αρχηγού του ριζοσπαστικού κόμματος Εντουάρ Ερριό, ο οποίος ταξιδεύοντας στην Ουκρανία το καλοκαίρι του 1933, διατυμπάνιζε πως δεν είδε παρά μονάχα «θαυμαστά αρδευόμενους και καλλιεργούμενους λαχανόκηπους» και «αληθινά αξιοθαύμαστες σοδειές», πριν καταλήξει κατηγορηματικά: «Διέσχισα την Ουκρανία και σας βεβαιώνω πως είναι ένας κήπος σε πλήρη άνθηση» (F.Kupferman, Au paus des Soviets. Le Voyage français en Union soviétique , 1917-1939, Παρίσι, Gallimard, 1979, σ.88). Αυτή η τύφλωση ήταν καταρχάς το αποτέλεσμα μιας θαυμαστής σκηνοθεσίας, οργανωμένης από την Γκεπεού για χάρη των ξένων προσκεκλημένων, των οποίων η διαδρομή ήταν σημαδεμένη από υποδειγματικά κολχόζ και παιδικές χαρές. Μια τύφλωση που ολοφάνερα ενισχυόταν από πολιτικές σκοπιμότητες, ιδιαιτέρως από την πλευρά των Γάλλων ιθυνόντων που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην εξουσία, και οι οποίοι φρόντιζαν να μην διαταραχθεί η διαδικασία της σχεδιαζόμενης προσέγγισης με τη Σοβιετική ένωση, απέναντι σε μια Γερμανία που γινόταν ολοένα και πιο απειλητική μετά την πρόσφατη ανάρρηση στην εξουσία του Αδόλφου Χίτλερ.
[3] A.Graziosi, “Letters de Kharkov. La famine en Ukraine et dans le Caucase du Nord a travers les rapports des diplomats italiens, 1932-1934”, Cahiers du Monde russe et soviétique , XXX (1-2), Ιανουάριος-Ιούνιος 1989, σσ.5-106.
[4] Το 1919 ο Λένιν ίδρυσε την Τρίτη (ή Κομμουνιστική) Διεθνή, μέσω της οποίας, τα χρόνια που ακολούθησαν, το σοβιετικό κομμουνιστικό κόμμα, το μόνο που είχε κατακτήσει την εξουσία, επιβλήθηκε ως ιδεολογικό και πολιτικό πρότυπο στα άλλα κομμουνιστικά κόμματα.
Ο εμφύλιος πόλεμος έληξε νικηφόρα για τον Κόκκινο Στρατό των Εργατών και των Αγροτών τον οποίο είχε δημιουργήσει ο Λένιν και διοικούσε ο Λέον Τρότσκι. H χώρα όμως βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση. Για να αντιμετωπίσει τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες και τη διογκούμενη δυσαρέσκεια του λαού, και ιδίως των αγροτών, που αυτές προκαλούσαν και που άρχιζε να γίνεται επικίνδυνη για το σοβιετικό καθεστώς, τον Μάρτιο του 1921 ο Λένιν εισήγαγε τη Νέα Οικονομική Πολιτική. H ΝΕΠ αποτελούσε ως έναν βαθμό παραχώρηση προς το καπιταλιστικό σύστημα καθ' ότι επέτρεπε, αν και σε περιορισμένη κλίμακα, την ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα. Πρόσφερε όμως ανακούφιση στους αγρότες και βελτίωσε τον μηχανισμό διακίνησης των ειδών διατροφής.
Το Βήμα, Κυριακή 4 Απριλίου 2004.
[5] M.Lewin, La formation du systeme sovietique, Παρίσι, Gallimard, 1987, σσ.206-237.
[6] Στο οπλοστάσιο της καταστολής, ένας περίφημος νόμος που δημοσιεύτηκε στις 7 Αυγούστου 1932, στο αποκορύφωμα του πολέμου ανάμεσα στην αγροτιά και στο καθεστώς, προέβλεπε καταδίκη 10χρονου εγκλεισμού σε στρατόπεδο ή την θανατική ποινή για «κάθε κλοπή ή κατασπατάληση της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας». Ο νόμος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «ο νόμος των σταχυών», γιατί οι περισσότεροι από όσους καταδικάζονταν βάσει αυτού είχαν κλέψει μερικά στάχυα σιταριού ή σίκαλης από τα κολχόζ. Αυτός ο άθλιος νόμος επέτρεψε από τον Αύγουστο του 1932 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1933, την καταδίκη περισσότερων από 125.000 άτομα, εκ των οποίων 5.400 στην εσχάτη των ποινών (GARF- Κρατικά Αρχεία της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, 3316/1254/4-7).
[7] Ν.Α. Invitski, Κολεκτιβοποίηση και αποκουλακοποίηση (Kollektivizatsia i raskoulacivanie), Μόσχα, 1994, σσ.192-3.
[8] Invitski, ό.π., σσ.198-206.
[9] V.N. Zemskov, «Η εκτόπιση των κουλάκων την δεκαετία του 1930» (“Kulackaia ssylka v 30-ye gody”), Sotsiologiceskie issledovania, 1991, σσ.4-5.
[10] Α.Graziosi, ό.π. σ.51.
[11] Όπως ο Στανισλάς Κόσσιορ,πρώτος γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος της Ουκρανίας και ο Μιχαήλ Χαταγιέβιτς, πρώτος γραμματέας του κόμματος στην περιοχή του Ντιεπροπετρόφσκ.
[12] «Για να μπορέσει στο μέλλον να αυξάνεται σύμφωνα με τις ανάγκες του προλεταριακού κράτους», έγραφε ο Χατάγιεβιτς στον Μολότοφ τον Νοέμβριο του 1932, «πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις ελάχιστες ανάγκες των μελών των κολχόζ, γιατί αλλιώς σε λίγο δεν θα υπάρχει κανένας για να σπείρει και να εξασφαλίσει την παραγωγή».
[13] Invitski, ό.π., σσ.198-9.
[14] στο ίδιο, σ.204.
[15] Α. Graziozi, ό.π., σσ. 59-60.
[16] στο ίδιο,σ.79. R.Conquest, Sanglantes moissons, Παρίσι, R.Laffont, σ.267-96.
[17] Προεδρικά Αρχεία της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, 45/1/827/7-22.
[18] 100.000 θάνατοι τον Ιούνιο του 1933 στην περιοχή του Χαρκόφ έναντι 9.000 θανάτων τον Ιούνιο του 1932. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι πολλοί θάνατοι, δεν καταγράφονταν. Οι αγροτικές ζώνες φυσικά επλήγησαν πιο σκληρά από τις πόλεις, αλλά ούτε κι αυτές οι τελευταίες δεν γλίτωσαν. Το Χαρκόφ έχασε μέσα σε ένα χρόνο περισσότερους από 120.000 κατοίκους, το Κρασνοντάρ 40.000 και η Σταβροπόλ 20.000.
[19] Ν.Aravoletz,”Poteri naselenia v 30-ye gody” («οι δημογραφικές απώλειες τα χρόνια του ‘30»), Οtecestvennaia Istoria, 1995, αρ.1, σσ.135-145. Ν.Ossokina, “Jertvy goloda 1933. Skol’ko ix?” (« ο αριθμός των θυμάτων του λιμού του 1933.Πόσα;»), Otecestvennaia Istoria, 1995, αρ.5, σ.18-26. V.Tsaplin, “Statistika jertv stalinisma” («Στατιστική των θυμάτων του σταλινισμού»), Voprosy Istorii, 1989, αρ.4, σσ.175-181.
[20] Τίτλος πρωτοτύπου: Le livre noir du communisme, Συγγραφείς: Stephane Courtois, Nicolas Werth, Jean-Louis Panne, Andrzej Paczkowski, Karel Bartosed,Jean-Louis Margolin
Εκδόσεις: Editions Poberf Laffont, S.A., 1η έκδοση: 1997.
[21] «Η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», σ.31. Όλη την εισαγωγή στην ελληνική έκδοση μπορείτε να την διαβάσετε εδώ: http://www.in.gr/books/kourtoua/default.htm
[22] Βλ. J.F.Revel (1976) La tentation totalitaire. Παρίσι, Robert Laffont και (2000) La grande parade. Παρίσι, Plon,σ.11. «Τόσο το χειρότερο για τα αντικειμενικά δεδομένα!». Αυτή είναι η φόρμουλα του G.Lukacs για την αντιμετώπιση της αντινομίας μεταξύ πραγματικότητας και προγράμματος δράσης υπαγορευμένης από την ιδεολογία, Βλ. L.Kowalowski (1978) Main Currents in Marxism. Νέα Υόρκη, Oxford University Press, τ.3, σ.265.
[23] «Η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση, Δημ.Δημητράκος, σ.31.
[24] στο ίδιο, σ.32.

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2009

Οι νευροπαθείς ψευδοπατριώται


Βλάσης Γαβριηλίδης

Αθήνα, 20 Αυγούστου 1894. Ώρα, λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι. Ογδόντα έξι νέοι αξιωματικοί της Φρουράς Αθηνών [1], έχοντας την κάλυψη των ανωτέρων τους, αλλά και της Αστυνομίας, ξεκινούν συντεταγμένα από τη Στρατιωτική Λέσχη της οδού Σταδίου, που ήταν απέναντι από το Φρουραρχείο, περνούνε μπροστά από την Αστυνομική Διεύθυνση και καταλήγουν στα γραφεία της εφημερίδας «Ακροπόλεως», στην οδό Σοφοκλέους. Τους συνοδεύουν πολλοί υπαξιωματικοί και οπλίτες με τη «μπλούζα εργασίας» και τους –απαραίτητους όπως αποδείχθηκε- «πελέκεις μετά σκαπανών». Οι «εργασίες» άρχισαν αμέσως μόλις το εκστρατευτικό σώμα έφτασε στον προορισμό του. Πυροβόλησαν εναντίον του φύλακα των γραφείων και στη συνέχεια έσπασαν με τσεκούρια την κλειδωμένη πόρτα της αυλής. Απουσίαζαν, ευτυχώς, όλοι οι συντάκτες της εφημερίδας, που άρχιζαν κανονικά να εργάζονται μετά τις 3 το μεσημέρι, καθώς και ο Βλάσης Γαβριηλίδης [2], διευθυντής της εφημερίδας, ο οποίος κατοικούσε μεν στον επάνω όροφο του κτηρίου, αλλά εκείνες τις ημέρες έλειπε στο εξωτερικό[3].
Το τυπογραφείο ήταν ο πρώτος χώρος που επισκέφτηκαν οι στρατιωτικοί. Εκεί κατέστρεψαν το νέο κυλινδρικό πιεστήριο που είχε αγοράσει ο διευθυντής της «Ακροπόλεως», «το μοναδικόν εν τη Ανατολή» με δυνατότητα εκτύπωσης 24 χιλιάδων φύλλων την ώρα, διέλυσαν τις τυπογραφικές εγκαταστάσεις και, ακολούθως, με άκρα επιμέλεια, αχρήστευσαν το αρχείο της εφημερίδας, πριν περάσουν στον επάνω όροφο, από τα παράθυρα του οποίου πέταξαν στην οδό Σοφοκλέους, επάνω στο σωρό των ερειπίων του τυπογραφείου και του αρχείου, τα βιβλία, τα ρούχα, τα έπιπλα και τα οικιακά σκεύη του Γαβριηλίδη. Η αστυνομία εμφανίστηκε αμέσως μετά το πέρας της επιχειρήσεως για να φρουρήσει τα πράγματα που είχαν πεταχτεί στο δρόμο.
Συντεταγμένοι και πάλι οι αξιωματικοί επέστρεψαν στη Στρατιωτική Λέσχη, από όπου ανακοίνωσαν ότι θα έπαιρναν μέτρα προκειμένου να μην κυκλοφορήσει ποτέ πλέον η «Ακρόπολις» και να μην επιστρέψει στην Ελλάδα ο διευθυντής της.


Τι έγραφε η «Ακρόπολις» και γιατί ενοχλούσε.

Η αρθρογραφία της εφημερίδας του Γαβριηλίδη είχε θέματα όπως η επιδεικτική «λεβεντιά» των στρατιωτικών και των οργάνων της τάξεως, η εξασφαλισμένη ατιμωρησία των παράνομων πράξεών τους, η Μεγάλη Ιδέα, οι δικαιοδοσίες του στρατού και οι στρατιωτικές δαπάνες, η διαφθορά και ο σκοταδισμός της ορθόδοξης εκκλησίας, ο γελοίος στόμφος και η αυτοαναφορικότητα του περί «εθνικών δικαίων» λόγου και η απειλητική παρουσία μιας ειδικής κατηγορίας πολιτευομένων τους οποίους ο Γαβριηλίδης ονόμαζε «νευροπαθείς ψευδοπατριώτας» [4].

Ποια ήταν η αφορμή για την επίθεση στην Ακρόπολη.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ένα άρθρο στην «Ακρόπολη», έξι ημέρες πριν από την επίθεση στα γραφεία της, που γράφτηκε με αφορμή τον άγριο ξυλοδαρμό πολίτη στο κέντρο της Αθήνας από τρεις σπαθοφόρους ανθυπολοχαγούς διότι (σύμφωνα με την υπεράσπιση των κατηγορουμένων αξιωματικών) είχε «προηγούμενα» με έναν από αυτούς.
«Ιδού η ευκαιρία ω μεγαλοϊδεάται», έγραφε η «Ακρόπολις», «τώρα που είμαστε βέβαιοι για το πόσο γενναίοι είναι οι αξιωματικοί μας, ας δώσουν κάτι παραπάνω οι δερόμενοι φορολογούμενοι πολίτες, ώστε να διπλασιαστούν οι ταγματάρχαι, να τριπλασιασθούν οι λοχαγοί, να δεκαπλασιαστούν οι των άλλων βαθμών, διά να… πάρουμε την Πόλι» [5].

Η «δίκη» των υπευθύνων για την καταστροφή των γραφείων της «Ακροπόλεως».

Κανένα από τα εντάλματα προφυλακίσεως των πρωταιτίων δεν εκτελέστηκε μέχρι τη δίκη διότι, κατά τα τότε ισχύοντα, όλα τα εντάλματα αυτού του είδους, που αφορούσαν στρατιωτικούς, έπρεπε να τα εγκρίνει το Υπουργείο Στρατιωτικών, με διαδικασίες που μπορούσαν να επιμηκύνονται κατά βούλησιν [6].
Κατά την δίκη, ο Λεβίδης [7] και άλλοι συνήγοροι των αξιωματικών, έλεγαν για την «Ακρόπολη» ότι «για μια ολόκληρη δεκαετία, η εφημερίδα του Γαβριηλίδη προσέβαλλε συστηματικά τα «ιερά και τα όσια» της ελληνικής φυλής: την Μεγάλη Ιδέα, τον στρατό, την εκκλησία» [8].
«Από τις στήλες της Ακροπόλεως», κατά την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, «είχαν κατά καιρούς παρελάσει ιερείς λαθρέμποροι, καλόγηροι κτηνοβάται και αρχιερείς κομματάρχαι». Ο Βλάσης Γαβριηλίδης ονόμασε την «Μεγάλην Ιδέαν… Μεγάλην Μωρίαν», ενώ θα έπρεπε να γνωρίζει ότι «Πατρίς άνευ Μεγάλης Ιδέας δεν είναι δυνατόν να υφίσταται». Επροπαγάνδιζε πως με την διπλωματία, την ανόρθωση της οικονομίας και τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας θα κέρδιζε η Ελλάδα συμμάχους και θα γινόταν κράτος ισχυρό, ακόμη και με όρους στρατιωτικής ισχύος, και όχι με την αλόγιστη σπατάλη χρημάτων για την αύξηση των αριθμητικών μεγεθών ενός ουσιαστικώς ανικάνου προς πόλεμον στρατού (το τελευταίο έμελλε να αποδειχθεί κατά πανηγυρικό τρόπο τρία χρόνια αργότερα, στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897).
«Πελάτες των ζυθοπωλείων» αποκαλεί η εφημερίδα του κ.Γαβριηλίδη τους έλληνες αξιωματικούς, θα επισημάνει με αγανάκτηση ο στρατιωτικός συνήγορος των κατηγορουμένων συνταγματάρχης Κίτσος Μπότσαρης, για να απαντήσει αμέσως μετά, εν πνεύματι επιθετικού αυτοχθονισμού, στο ρητορικό ερώτημα ποιοι τα λένε αυτά:
«Οι απόγονοι των σωματεμπόρων της Κωνσταντινουπόλεως». Αυτό στόχευε στην Κωνσταντινουπολίτικη καταγωγή του Γαβριηλίδη. Ο υβριστικός χαρακτηρισμός του Μπότσαρη, ωστόσο, δεν αφορούσε προσωπικά τον διευθυντή της Ακροπόλεως. Απευθύνεται συλλήβδην προς όλους τους Ρωμιούς της Πόλης και η εκφορά του σε δημόσιο χώρο απλώς επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός από τα αρνητικά στερεότυπα που κυκλοφορούσαν, υποδορίως, για κάποιους από τους «αλύτρωτους αδελφούς» των «αυτοχθόνων» κατοίκων του Ελληνικού Βασιλείου.
Το μεγαλύτερο έγκλημα όμως της Ακροπόλεως είχε σχέση με τον αντίκτυπο των δημοσιευμάτων της στο εξωτερικό: «Απογοήτευε τους υποδούλους Έλληνας και τους ομογενείς» [9].
Η κοινή επωδός όλων των συνηγόρων των ογδόντα έξι αξιωματικών αλλά και του Βασιλικού Επιτρόπου ήταν ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην παράνομη ασφαλώς ενέργεια για την οποία δικάζονταν, ως εκπρόσωποι και υπερασπιστές της τιμής του έθνους. Προκειμένου «να προστατεύσουν την ελληνικήν φυλήν από τους υβριστάς της».

Και αυτό αναγκάστηκε να το πράξει ο στρατός, διότι ούτε η Βουλή, ούτε η Δικαιοσύνη με τους εισαγγελείς της, ούτε η Αστυνομία, ούτε ο Βασιλεύς, εφρόντισαν, ως όφειλαν, να επέμβουν.

Οι αξιωματικοί, συνεπώς, με την πράξη τους “ετίμησαν την ελληνικήν φυλήν” [10]. Η Ακρόπολις εξέφραζε «αντεθνικάς ιδέας», ήταν «ίδρυμα αντεθνικόν» με «φανερούς και κρυφίους πόρους» , εξυπηρετούσε τους «φανερούς και κρυφούς εχθρούς του στρατού» και ο Γαβριηλίδης εξέφραζε αναρχικές απόψεις[11].

Η απόφαση.

Β. Βασιλειάδης, συνταγματάρχης πεζικού, Ν.Γιάνναρος και Ν.Πουρναράς, αντισυνταγματάρχες, Δ.Βακάλογλους και Α.Πάλλης, ταγματάρχες και Χ.Σοφιανός, αντισυνταγματάρχης. Άπαντες, πλην του Βασιλειάδη, των «ευγενών» όπλων.

Ο πρώτος, ως πρόεδρος του Β’Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, οι επόμενοι ως στρατοδίκες, και ο τελευταίος, με την ιδιότητα του βασιλικού επιτρόπου, ήταν εκείνοι που αθώωσαν πανηγυρικώς στις 24 Σεπτεμβρίου 1897 τους 86 κατηγορούμενους αξιωματικούς για την ολοκληρωτική καταστροφή, μετά από κανονική στρατιωτική επιχείρηση, των γραφείων της εφημερίδος «Ακρόπολις» στις 20 Αυγούστου 1894.
Δύο μήνες μετά από την απόφαση αυτή ιδρύεται από τους στρατιωτικούς η «Εθνική Εταιρία» η οποία μέσα σε τρία χρόνια θα υπερισχύσει πλήρως στην Ελλάδα και εξαιτίας της θα συρθεί η χώρα μας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όπου υπέστη πανωλεθρία.

Πηγή των παραπάνω πληροφοριών, καθώς και των πολύ διαφωτιστικών παραπομπών, το βιβλίο του Γ.Γιαννουλόπουλου, «Η ευγενής μας τύφλωσις», σσ. 3-21 [12].

Η πατριδοκάπηλη λαϊκίζουσα (ακρο)δεξιά, με την πατριδοκαπηλεία και τον αυτοτροφοδοτούμενο καταστροφικό εθνικισμό της «Εθνικής Εταιρείας» επέφερε την ήττα στον πόλεμο του 1897. Η ίδια παράταξη προκάλεσε τον εθνικό διχασμό κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διαχειρίστηκε με τον χειρότερο τρόπο την Μικρασιατική Εκστρατεία με τα γνωστά τραγικά για την χώρα μας αποτελέσματα, συνεργάστηκε με τους Γερμανούς κατά την διάρκεια της Κατοχής, πλαισίωσε το μετεμφυλιακό παρακράτος, έγινε εξουσία κατά την επταετία 1967-1974 και με το ανόητο πραξικόπημα στην Κύπρο ευθύνεται πλήρως για την κατοχή του βορείου τμήματος της μεγαλονήσου από τους τούρκους.
Η ίδια παράταξη με τον στείρο εθνικισμό της οδήγησε σε τέλμα (και σε μελλοντική σίγουρη ήττα) τις διαπραγματεύσεις με την ΠΓΔΜ στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Κάθε φορά που οι –υποτίθεται- εθναμύντορες λαμβάνουν την εξουσία, η χώρα μας χάνει και ένα κομμάτι της. Κάθε φορά που η άκρα Δεξιά βρυχάται, η χώρα μας ζημιώνεται.
Αυτοί λοιπόν που αυτοτιτλοφορούνται ως φύλακες του έθνους, ως υπερπατριώτες, ως οι μόνοι άξιοι να ονομάζονται έλληνες, αυτοί που προσλαμβάνουν την έννοια του έθνους με μεταφυσικούς όρους, αυτοί που σπάνε κινηματογράφους, καίνε βιβλία, προπηλακίζουν και βιαιοπραγούν, χαρακτηρίζουν ανθέλληνα κάθε πολίτη που φέρει υπό το φως της Λογικής τις ιδεοληψίες τους, αυτοί που θέλουν πόλεμο και κάνουν τους παλληκαράδες, αυτοί που θεωρούν όλους όσους δεν αποδέχονται τις παρωχημένες ιδέες τους ως εθνικούς μειοδότες, ως πράκτορες του εχθρού, αυτοί που εξυφαίνουν ή πιστεύουν άκριτα τις πιο απίστευτες συνωμοσίες, όλοι αυτοί είναι οι μεγάλοι και πραγματικοί εχθροί της πατρίδας μας, οι πραγματικοί ανθέλληνες, είναι ο υπ’αριθμόν ένα κίνδυνος της Ελλάδος.
Είναι –όπως σωστά έγραφε ο Βλάσης Γαβριηλίδης- οι «νευροπαθείς ψευδοπατριώτες».
Κλείνω, με μία πολύ εύστοχη κρίση του κ.Γιαννολόπουλου σχετικά με τον ελληνικό εθνικιστικό λόγο:

«[Τα γεγονότα του 1897] οδήγησαν στην ήττα και τον, μικρής διάρκειας έστω, εξευτελισμό του εθνικιστικού λόγου ενός ορισμένου, βαλκανικού, και ειδικώτερα ελληνικού τύπου.
Του εθνικιστικού λόγου της εμμονής σε «ιστορικά δίκαια», του λόγου της αμετροέπειας, της προτεραιότητας στην αρχική εντύπωση και την εξωτερική εμφάνιση των πραγμάτων, της αναντιστοιχίας λόγων και πράξεων, της πλήρους απουσίας πνεύματος επαγγελματισμού, άρα και ευθύνης, της (ορθής) εκτίμησης ότι ο εγχώριος υπερπατριωτισμός ποτέ δεν κόστισε σε κανέναν χάρις στην ιδιάζουσα ανοχή της ελληνικής κοινωνίας σε αυτά τα ζητήματα –το πρόβλημα τελικώς είναι της κοινωνίας και όχι των επιδόξων σωτήρων της- και τέλος, της επιθετικής συμπεριφοράς, στα όρια της θρασυδειλίας, εναντίον του, άοπλου, «εσωτερικού εχθρού»: εναντίον εκείνων που κατά καιρούς αντιλαμβάνονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο, και επιχειρούν να θέσουν σε δημόσιο διάλογο, την πραγματική υφή των εθνικών θεμάτων» [13].

doctor
_________________________________________

[1] Όλοι ανθυπολοχαγοί και υπολοχαγοί, πλην ενός, του λοχαγού Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκη.
[2] Ο Βλάσης Γαβριηλίδης (1848-1920) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιος του χρυσοχόου Γαβριήλ Γαβριηλίδη. Αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και σπούδασε πολιτικές επιστήμες και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, με υποτροφία του Γεωργίου Σίνου. Στο χώρο των Γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη από τις σελίδες του περιοδικού Επτάλοφος, όπου δημοσίευσε μελέτες για την αρχαία ελληνική τραγωδία και το θεατρικό έργο του William Shakespeare. Την ίδια χρονιά (1868) εξέδωσε την εφημερίδα Ομόνοια, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύτηκε με την εφημερίδα Νεολόγος. Με αφορμή δημοσίευση άρθρου του σχετικά με την καταπίεση της ελληνικής κοινότητας από την οθωμανική διοίκηση στην Πόλη, στην εφημερίδα Μεταρρύθμισις την οποία εξέδωσε μετά την Ομόνοια διώχτηκε από το Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Ο Γαβριηλίδης κατέφυγε κρυφά στην Αθήνα, όπου από το 1877 πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Συνεργάτης αρχικά στην Εφημερίδα των Συζητήσεων και στη συνέχεια εκδότης του σατιρικού περιοδικού Ραμπαγάς (από κοινού με τον Κλεάνθη Τριανταφύλλου), ακολούθησε λίγο αργότερα μοναχική πορεία εκδίδοντας το περιοδικό "Μη Χάνεσαι" του οποίου συνέχεια υπήρξε η εφημερίδα Ακρόπολις, η οποία στάθηκε πρωτοποριακή για την εποχή της τόσο ως προς την εμφάνισή της, όσο και ως προς την ύλη της. Μέσα από τις σελίδες της Ακροπόλεως ο Γαβριηλίδης προσπάθησε να προβάλλει την αγάπη του για την πατρίδα του και παράλληλα το θαυμασμό του για τα ευρωπαϊκά πολιτιστικά επιτεύγματα. Ο ριζοσπαστισμός του και οι συχνά ακραίες θέσεις του εναντίον θεσμών και προσώπων προκάλεσαν αντιδράσεις με αποκορύφωμα την καταστροφή των γραφείων της Ακρόπολης το καλοκαίρι του 1894 από ομάδα της Φρουράς Αθηνών και στη σύλληψή του το Νοέμβριο του 1904. Διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού. Συνεπής οπαδός των μεταρρυθμίσεων του Τρικούπη (όπως και του Ελευθέριου Βενιζέλου για ένα διάστημα) και σφοδρός πολέμιός του όταν δεν τολμούσε τις αναγκαίες ρήξεις με κατεστημένα συμφέροντα και νοοτροπίες, θαυμαστής της κοινωνικής «ευταξίας» και της συνεχούς οικονομικής προόδου των χωρών της δυτικής Ευρώπης και ιδιαιτέρως της Αγγλίας, πολέμιος της παραβιάσεως των νόμων, είτε ευθέως είτε διά της γνωστής μεθόδου της προσωπικής ερμηνείας και της επιλεκτικής εφαρμογής τους. Μετά το 1915 άρχισαν οι οικονομικές δυσκολίες. Πέθανε το 1920 από καρκίνο στα γραφεία της Ακρόπολης. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Βλάση Γαβριηλίδη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Γαβριηλίδης Βλάσης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 5. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Λαμπρίας Τάκης, «Γαβριηλίδης Βλάσης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Συναδινός Θ.Ν., «Γαβριηλίδης Βλάσιος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 8. Αθήνα, Πυρσός, 1929. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).Ο Βλάσης Γαβριηλίδης (1848-1920).
[3] Ο Γαβριηλίδης είχε πριν λίγες ημέρες αναχωρήσει για το Βερολίνο, ενώ η οικογένειά του παραθέριζε στην Κηφισιά.
[4] Ακρόπολις, 26 Σεπτεμβρίου 1894.
[5] Ακρόπολις, 14 Αυγούστου 1894. Στο απόσπασμα αυτό, ο Γαβριηλίδης με σκωπτικό τρόπο και κυρίως, σε ελάχιστες γραμμές –χαρακτηριστικά και τα δύο του ύφους του Βλάση Γαβριηλίδη και της σχολής του- αναδεικνύει ορισμένα πολύ ουσιαστικά θέματα της επικαιρότητας.
Πρώτον, το ζήτημα των στρατιωτικών δαπανών, που δεν ήταν ασφαλώς νέο. Το έθεταν κατά καιρούς, μεταξύ άλλων, και τα σατιρικά έντυπα της εποχής, συχνά, είναι αλήθεια, με μάλλον πρόχειρο τρόπο («Ασμοδαίος», 8 και 15 Αυγούστου, 5 και 19 Σεπτεμβρίου 1882, «Παληάνθρωπος», 3 Ιανουαρίου και 28 Ιουλίου 1883). Το δημοσίευμα της «Ακροπόλεως» όμως παρέπεμπε ευθέως σε μια ειδική όψη του προβλήματος, η αναφορά στην οποία δεν προοριζόταν να δημιουργήσει ρίγη ενθουσιασμού στους θιγόμενους. Ότι δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος από τα διατιθέμενα ποσά το απορροφούσαν οι ανελαστικές δαπάνες του στρατεύματος, με άλλα λόγια οι μισθοί των αξιωματικών, κονδύλι που αυξάνονταν σταθερά μετά από κάθε κύμα προαγωγών. Στο θέμα αυτό, στο οικείο κεφάλαιο για το Υπουργείο Στρατιωτικών, αναφερόταν και ο Σπυρίδων Ευλάμπιος, του οποίου το βιβλίο για τις σοβαρές δυσλειτουργίες του ελληνικού δημόσιου τομέα είχε φτάσει στην Αθήνα την άνοιξη του 1894 και αποτελούσε αντικείμενο πολλών συζητήσεων και προβληματισμών (Σπυρίδων Ευλάμπιος, Η εν Ελλάδι κακοδιοίκησις, τα αίτια αυτής και τα της θεραπείας μέσα, Τεργέστη 1894, σσ.246-263.
Δεύτερον, η άμεση σχέση της μεγαλοϊδεατικής πολιτικής και προαγωγών στις τάξεις των αξιωματικών, διά της μεθόδου της «ανδραγαθίας» σε επιχειρήσεις «σπασίματος των συνόρων»… καθ’οδόν προς την Πόλη. Το πολιτικό μέσον από μόνο του, ή, ακόμη καλύτερα, σε συνδυασμό με κάποια έκθεση ανωτέρου για ανδραγαθία, αποτελούσε πολύ συχνά τον μοναδικό τρόπο ανόδου στη βαθμολογική κλίμακα, για το σύνολο σχεδόν των τραγικά υπεράριθμων αξιωματικών και υπαξιωματικών του ελληνικού στρατεύματος, που διακρίνονταν έτσι από τα πρώτα συνήθως χρόνια της σταδιοδρομίας τους, σε «προβιβάσιμους» και, ουσιαστικά, στάσιμους (Τασούλας, ήτοι αι εν Ελλάδι Βουλευτικαί Εκλογαί, Κωμωδία πολιτική, έμμετρος, εις πράξεις εξ, υπό Α.Π.Ευστρατίου, Αθήναι, 1890. Γ.Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, 1821-1921, Αθήναι, Β’ έκδοση 1930, σσ.172-5, Θ.Βερέμης, Οι επεμβάσεις του στρατού στην Ελληνική Πολιτική, 1916-1936, Αθήνα 1977, κεφ.Β’ «Ανατομία του σώματος των Αξιωματικών του στρατού».
[6] Εφ. «Εστία», 29 Αυγούστου 1894.
[7] Ο Νικόλαος Λεβίδης, δικηγόρος, βουλευτής Αττικής, ο οποίος κατά την διάρκεια του μακρού βίου του κατόρθωσε να διανύσει πλήρως την απόσταση από την Αριστερά της εποχής του έως την άκρα Δεξιά, υπήρξε μεταξύ άλλων, ο άνθρωπος-κλειδί της Εταιρείας στην κυβέρνηση Δηλιγιάννη, όταν άρχισε ο πόλεμος του 1897, αλλά και ο εισηγητής της δημοφιλούς θεωρίας, το 1910, ότι τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 τον προκάλεσε η Γερμανία για δύο λόγους: την επιβολή στην Ελλάδα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και τον εξαναγκασμό του Γεωργίου σε παραίτηση (Εφ.Πατρίς, 14 Σεπτ.1910).
[8] Εστία, 25 Σεπτ. 1894, βλ.επίσης, Νικόλαος Δ.Λεβίδης, Αγόρευσις ενώπιον του Β’ Διαρκούς Στρατοδικείου τη 24η Σεπτεμβρίου 1894 έτους, κατά την δίκην ογδοήκοντα έξι Αξιωματικών κατηγορηθέντων επί φθορά της εφημερίδος «Ακρόπολις», Αθήναι, 1894, σσ.6-7.
[9] Εστία, 25 Σεπτεμβρίου 1894.
[10] Ν. Λεβίδης, ό.π., σ. 24.
[11] Ν .Λεβίδης, ό.π., σ.27, άρθρο του Λεβίδη στην Πρωία, 24 Αυγούστου 1894. Αγόρευση του Βασιλικού Επιτρόπου, Εστία, 24 Σεπτεμβρίου 1894.
[12] Πληροφορίες για το βιβλίο και τον συγγραφέα:
Η ευγενής μας τύφλωσις
Εξωτερική πολιτική και "εθνικά θέματα" από την ήττα του 1897 έως τη μικρασιατική καταστροφή
[13] Γ.Γιαννουλόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωσις, σσ.56-7.