
«Όποιος χριστιανός, άντρας ή γυναίκα, υπόσχεται ότι μέσα στο σπίτι του να μην κουβεντιάζει αρβανίτικα (ή βλάχικα αναλόγως), ας σηκωθή απάνω και να μου το πει και εγώ να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν από τον καιρόν που εγεννήθη έως τώρα και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσουν και να λάβη μίαν συγχώρεσιν,που, αν έδινε χιλιάδες πουγγιά δεν θα την εύρισκε» [1].
Τα παραπάνω κήρυττε στα βλαχόφωνα μέρη της Μακεδονίας και τα αλβανόφωνα της Ηπείρου ο Κοσμάς ο Αιτωλός.
Σχετικά με την καταγωγή των Αρβανιτών έχουν γραφτεί πολλά [2] εκ των οποίων τα περισσότερα στερούνται επιστημονικής σοβαρότητας, μιας και οι Αρβανίτες συγγραφείς προσπαθούν να αποδείξουν ότι οι Αρβανίτες είναι γνήσιοι απόγονοι (και αυτοί) των αρχαίων Ελλήνων και αντίστοιχα οι Αλβανοί εθνικιστές ότι οι Αρβανίτες είναι Αλβανοί.
Δεν θα ασχοληθούμε επί του παρόντος με την καταγωγή των Αρβανιτών, αλλά με τη γλώσσα τους. [3]
Η αρβανίτικη γλώσσα ουδέποτε θεωρήθηκε από την ελληνική κεντρική εξουσία ως ύποπτη ή εθνικά επικίνδυνη και οι ομιλώντες αυτήν, οι αρβανίτες δηλαδή, ουδέποτε θεωρήθηκαν ως «εθνικά ύποπτοι» όπως κάποιοι άλλοι (π.χ. σλαβομακεδόνες). Στις εθνικές απογραφές του 1928 και του 1940, όπου καταγράφηκαν οι εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, οι Αρβανίτες δεν αναφέρονται πουθενά ενώ π.χ. αναφέρονται οι Έλληνες Καθολικοί.[4]
Η αρβανίτικη γλώσσα υποχώρησε σταδιακά, λόγω της μη επίσημης χρήσης της στα σχολεία και στην γενική διοίκηση.
Η αρβανίτικη γλώσσα ουδέποτε θεωρήθηκε από την ελληνική κεντρική εξουσία ως ύποπτη ή εθνικά επικίνδυνη και οι ομιλώντες αυτήν, οι αρβανίτες δηλαδή, ουδέποτε θεωρήθηκαν ως «εθνικά ύποπτοι» όπως κάποιοι άλλοι (π.χ. σλαβομακεδόνες). Στις εθνικές απογραφές του 1928 και του 1940, όπου καταγράφηκαν οι εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, οι Αρβανίτες δεν αναφέρονται πουθενά ενώ π.χ. αναφέρονται οι Έλληνες Καθολικοί.[4]
Η αρβανίτικη γλώσσα υποχώρησε σταδιακά, λόγω της μη επίσημης χρήσης της στα σχολεία και στην γενική διοίκηση.
Σε αυτό συνήργησαν και οι ίδιοι οι Αρβανίτες οι οποίοι προκειμένου να ενταχθούν και τυπικά στο ελληνικό έθνος, ειδικά μετά το 1922 και την ανταλλαγή των πληθυσμών, συμμετείχαν και αυτοί –αδιαμαρτύρητα- στην κατασκευή ενός έθνους που θα μιλάει μόνο μία γλώσσα, απαλείφοντας τις υπόλοιπες.
Βέβαια η παραπάνω απόφαση των Αρβανιτών δεν υπήρξε παγκόσμια πρωτοτυπία, αλλά εντάσσεται στην οικειοθελή απόφαση μιας γλωσσικής κοινότητας η οποία συγκλίνει σε όλα τα δομικά στοιχεία του έθνους, αλλά αποκλίνει μόνον σε αυτό της γλώσσας (το οποίο βέβαια μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών κατέστη κυρίαρχο και υπερφαλάγγισε αυτό της θρησκευτικής πίστης) να απολέσει συνειδητά αυτή την ιδιαιτερότητα ώστε να συμμετάσχει ολοκληρωτικά στην «εθνική ουσία».
Βέβαια η παραπάνω απόφαση των Αρβανιτών δεν υπήρξε παγκόσμια πρωτοτυπία, αλλά εντάσσεται στην οικειοθελή απόφαση μιας γλωσσικής κοινότητας η οποία συγκλίνει σε όλα τα δομικά στοιχεία του έθνους, αλλά αποκλίνει μόνον σε αυτό της γλώσσας (το οποίο βέβαια μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών κατέστη κυρίαρχο και υπερφαλάγγισε αυτό της θρησκευτικής πίστης) να απολέσει συνειδητά αυτή την ιδιαιτερότητα ώστε να συμμετάσχει ολοκληρωτικά στην «εθνική ουσία».
Η αθρόα εισαγωγή των αλβανών μεταναστών στις αρχές της δεκαετίας του 1990 καθώς και τα στερεότυπα που δημιουργήθηκαν γι’αυτούς, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τα αισθήματα ντροπής και ενοχής για τους αρβανιτόφωνους Έλληνες.
Αυτά τα αισθήματα ντροπής προσπάθησαν να τα ξεπεράσουν κάποιοι Αρβανίτες κηρύσσοντας εαυτούς ως απογόνους των Πελασγών, αναβιώνοντας κατ'ουσίαν τις θεωρίες που διατυπώθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνος κυρίως από Αρβανίτες λογίους περί κοινής καταγωγής Αλβανών και Ελλήνων. Κύριος εκφραστής αυτής της αναβίωσης ήταν ο Αριστείδης Κόλλιας.
Αντίστοιχα παραδείγματα όμως, αντίστοιχα με αυτό των Αρβανιτών υπάρχουν πολλά ανά τον κόσμο. Ας ξεκινήσουμε από την Γαλλία:
«Κανείς δεν μπορεί να υποθέσει ότι δεν είναι πιο ωφέλιμο για έναν Βρετόνο ή ένα Βάσκο ή έναν Γάλλο της Ναβάρας να είναι μέλος της γαλλικής εθνικότητας, εφόσον γίνεται αποδεκτός με ίσους όρους σε όλα τα προνόμια που απορρέουν από τη γαλλική πολιτογράφηση… από το να κάθεται κακόκεφος πάνω στους βράχους του, ημιάγριο λείψανο του παρελθόντος, περιστρεφόμενος γύρω από τη δική του μικρή πνευματική τροχιά χωρίς να συμμετέχει ή να ενδιαφέρεται για τη γενική κίνηση του κόσμου». [5]
Ο Ε.Hobsbawm γράφει σχετικά: «Μερικές μικρές εθνότητες και γλώσσες δεν είχαν κανένα μέλλον αν παρέμεναν ανεξάρτητες[…]. Επιπλέον, οι μικρές εθνότητες (σ.σ. εδώ οι Αρβανίτες μπορούν να εκληφθούν ως δυνητική εθνότητα μιας και ουδέποτε αυτοπροσδιορίστηκαν ως εθνικά Αρβανίτες) ή ακόμα τα εθνικά κράτη τα οποία αποδέχτηκαν την ένταξή τους στο μεγαλύτερο έθνος ως κάτι θετικό-ή, αν κάποιος προτιμά, που αποδέχτηκαν τους νόμους της προόδου- δεν αναγνώρισαν κάποιες ασυμφιλίωτες διαφορές μεταξύ της μκροκουλτούρας και της μακροκουλτούρας, ή ακόμη συμβιβάστηκαν με την απώλεια εκείνου που δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή» [6].
Έτσι, οι Σκοτσέζοι, μετά την ένωση του 1707 [7] επινόησαν ως αυτοπροσδιοριστικό δηλωτικό τους, το «Βόρειος Βρετανός» (North Briton). [8]
Όσο για τους Ουαλλούς ο Αιδεσιμώτατος Griffiths του Dissenting College στο Brecknock έγραφε σχετικά :
Όσο για τους Ουαλλούς ο Αιδεσιμώτατος Griffiths του Dissenting College στο Brecknock έγραφε σχετικά :
«Αφήστε την (ουαλική γλώσσα) να πεθάνει δίκαια, ειρηνικά και ευυπόληπτα. Όπως είμαστε προσκολλημένοι σε αυτήν, λίγοι θα επιθυμούσαν να αναβάλλουν την ευθανασία της. Αλλά καμία θυσία δεν θα θεωρηθεί τόσο μεγάλη για να εμποδίσει τη δολοφονία της». [9]
Ας έρθουμε όμως και στα δικά μας. Ένα αντίστοιχο παράδειγμα αυτο-απεμπόλησης και αυτο-απαξίωσης της γλώσσας μπορούμε να βρούμε στα «βλάχικα». Ο μητροπολίτης Λαρίσης Δωρόθεος Σχολάριος, βλάχος στην καταγωγή από το χωριό του Ασπροποτάμου Αμάραντος, ίδρυσε δύο ελληνικά σχολεία, ένα στον Αμάραντο και το άλλο στα Τρίκαλα, τουρκοκρατούμενα ακόμα και τα δύο, προκειμένου να απομάθουν οι Βλάχοι, όπως έλεγε, την «έκφυλον και άχρηστον βλαχική γλώσσαν» και να μάθουν «την εθνικήν των γλώσσαν», την ελληνική. Θεωρούσε την μητρική του φωνή «γλώσσα όλως άχρηστον εις Έλληνας και την καταγωγήν και το φρόνημα». [10]
Η πιο τραγική περίπτωση όμως ήταν οι τουρκόφωνοι χριστιανοί που ήρθαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Χρειάστηκε να φτάσει η δεκαετία του 1950 για να μάθει να μιλάει την ελληνική γλώσσα σημαντικός αριθμός τουρκόφωνων ποντίων, των «Μπαφραλήδων», καθώς και των επίσης τουρκόφωνων Καπαδοκών/Καραμανλήδων και των Γκαγκαούζων [11].
Όσον αφορά τα αρβανίτικα, η σταδιακή και συνειδητή ευθανασία τους από τους ίδιους τους ομιλητές της βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο. Σήμερα, ελάχιστοι νέοι Αρβανίτες (μεταξύ αυτών και ο γράφων, ως Αρβανίτης κατά το ήμισυ) γνωρίζουν αυτό το ιδίωμα. Μάλιστα, αρχίζει να «ενοχλεί» και να εμφανίζεται ως «κουσούρι» των παππούδων μας. Όλα αυτά βέβαια μέσα από την εσφαλμένη θεώρηση της ταύτισης της γλώσσας με το έθνος που την ομιλεί.
Όσον αφορά τα αρβανίτικα, η σταδιακή και συνειδητή ευθανασία τους από τους ίδιους τους ομιλητές της βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο. Σήμερα, ελάχιστοι νέοι Αρβανίτες (μεταξύ αυτών και ο γράφων, ως Αρβανίτης κατά το ήμισυ) γνωρίζουν αυτό το ιδίωμα. Μάλιστα, αρχίζει να «ενοχλεί» και να εμφανίζεται ως «κουσούρι» των παππούδων μας. Όλα αυτά βέβαια μέσα από την εσφαλμένη θεώρηση της ταύτισης της γλώσσας με το έθνος που την ομιλεί.
Μεταξύ των Αρβανιτών επικρατεί μια τάση αυτοεξαπάτησης στηριζόμενη στο βολικό αξίωμα: «είμαστε γνήσιοι Έλληνες αλλά κάποιοι (ποιοι άραγε;) στο παρελθόν, μας επέβαλαν με το ζόρι να μάθουμε αλβανικά και να ξεχάσουμε τα ελληνικά».
Όσο ανιστόρητες και αστείες είναι οι προσπάθειες πολλών Αρβανιτών να παρουσιάσουν εαυτούς ως απογόνους των Πελασγών (!) άλλο τόσο ανιστόρητες και αστείες είναι οι προσπάθειες των Αλβανών εθνικιστών να παρουσιάσουν τους Αρβανίτες ως Αλβανούς που εξελληνίστηκαν βιαίως από το ελληνικό κράτος.
Κλείνω, παραθέτοντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο της κ.Δέδε με τίτλο «οι Έλληνες αρβανίτες» (όπου γίνεται μια επιστημονικοφανής –τραγική ενίοτε- προσπάθεια να αποδειχθεί το αδιανόητο: ότι οι Αρβανίτες είναι και αυτοί απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ανέκαθεν δίγλωσσοι):
Κλείνω, παραθέτοντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο της κ.Δέδε με τίτλο «οι Έλληνες αρβανίτες» (όπου γίνεται μια επιστημονικοφανής –τραγική ενίοτε- προσπάθεια να αποδειχθεί το αδιανόητο: ότι οι Αρβανίτες είναι και αυτοί απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ανέκαθεν δίγλωσσοι):
«Το κήρυγμα του Κοσμά είχε τα θετικά του αποτελέσματα στην Γορίτσα,την Φραστάνην και την Λιούγκαρην όπου μιλούσαν τις δύο γλώσσες […] Και όλα αυτά για τον βόρειο χώρο που ευτύχησε να ευλογηθεί από την παρουσία και την διδασκαλία του Κοσμά.
Στον σημερινό όμως ελεύθερο ελληνικό χώρο δεν υπήρξε καμία τέτοια ευκαιρία και η διγλωσσία επέζησε χωρίς να συνειδητοποιηθεί με κανέναν τρόπο τι κακό μέγα είχε προξενήσει στους παλαιούς αδελφούς του Βορρά.
Επέζησε και μάλιστα μέσα στην δίνη των τόσων αντιξοοτήτων που συνάντησε ο ελληνικός λαός για να σταθεροποιήσει την πολυβασανισμένη εθνική του ταυτότητα, να παραμείνει για κάμποσο ένα χωρίς νόημα, χωρίς καμία ουσία και φυλετική αλήθεια, τυπικό διακριτικό στοιχείο, εκείνο της περίεργης διγλωσσίας, έως ότου σβήσει φυσιολογικά μόνη της». [12]
doctor
__________________________________________________
[1] Μαρία Μιχαήλ-Δέδε, «οι έλληνες αρβανίτες», εκδ.Δωδώνη, Αθήνα, 1997,σσ.97-8.
[2] Αρβανίτες, Θεωρίες για την καταγωγή τους
Για την καταγωγή των Ελλήνων Αρβανιτών υπάρχουν πολλές θεωρίες οι περισσότερες απο τις οποίες δεν είναι και τόσο αξιόπιστες. Η γνώση που υπάρχει είναι καθαρά ιστορική και όχι επιστημονική. Οι Αρβανίτες ξεκίνησαν απο την περιοχή του Αρβάνου (σημερινή Αλβανία). Η περιοχή της σημερινής Αλβανίας είναι η αρχαία Ιλλυρία, κοιτίδα των Δωριέων. Οι Ελληνες Αρβανίτες ήρθαν στην Ελλάδα πριν από την Οθωμανική κατάκτηση και δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στο ζήτημα της θρησκείας και της κουλτούρας.
Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πρίν την Οθωμανική κατάκτηση για το λόγο αυτό διαφέρει απο τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά.
Ιλλυρική καταγωγή
Υπάρχει η άποψη ότι οι Αρβανίτες που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, ήταν αμιγή ιλλυρικά φύλα, τα οποία με το πέρασμα των αιώνων εξελληνίστηκαν και αναμείχθηκαν με τον ελληνικό πληθυσμό, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Οι αντιδράσεις σε αυτή την εκδοχή προέρχονται κυρίως από τους ίδιους τους Αρβανίτες αλλά και από ανθρωπολόγους οι οποίοι στην συντριπτική πλειοψηφία δεν δέχονται την περίπτωση της αλβανικής καταγωγής ενώ κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με το όνομα Αρβανίτες ονομάζονταν οι Αλβανοί που πολεμούσαν στο πλευρό των Τούρκων κατά των Ελλήνων, δηλαδή οι λεγόμενοι Τουρκαλβανοί, που σημαίνει ότι η ονομασία αυτή δεν χρησιμοποιείτο για να δηλώσει τους αλβανόφωνους Έλληνες.
Πελασγική καταγωγή
Ή άποψη περί καταγωγής των Αρβανιτών από τους προέλληνες Πελασγούς, υποστηρίζεται κυρίως από την αλβανική πλευρά και από κάποιους Αρβανίτες συγγραφείς και μελετητές. Έτσι τονίζεται η πελασγική καταγωγή όχι μόνο των Αρβανιτών αλλά και των Αλβανών καθώς και η ταύτιση των αρβανίτικων με την πελασγική γλώσσα, με σκοπό να προβληθεί η άποψη ότι οι το αλβανικό έθνος αποτελεί τον αρχαιότερο πληθυσμό των Βαλκανίων, πριν ακόμα την έλευση των Ελλήνων, και ότι οι Αρβανίτες είναι οι πραγματικοί ιθαγενείς του Ελλαδικού χώρου τους οποίους οι Έλληνες συνάντησαν ως Πελασγούς, κατά την κάθοδο τους. Αυτή η εκδοχή όμως στερείται ρεαλιστικότητας, αφού δεν είναι δυνατόν μετά από τρεις και πλέον χιλιετίες να διασώθηκαν πελασγικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα.
Τόσκικη καταγωγή
Μια δημοφιλής θεωρία είναι αυτή που ανάγει την καταγωγή των Αρβανιτών, στους Τόσκηδες της νότιας Αλβανίας, οι οποίοι αποτελούν τη μία από τις δύο μεγάλες εθνικές ομάδες των Αλβανών (η άλλη είναι οι Γκέγκηδες, που ζουν στην βόρεια Αλβανία). Ως γνωστόν, υπάρχει έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες από φυλετικής και πολιτισμικής άποψης, ενώ η τόσκικη και η γκέγκικη διάλεκτος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, έτσι ώστε οι Γκέγκηδες να θεωρούνται οι πραγματικοί απόγονοι των Ιλλυριών, ενώ οι Τόσκηδες να θεωρούνται απόγονοι εξαλβανισμένων ελληνικών φύλων της Ηπείρου, δηλαδή Ελλήνων οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την Αλβανική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την Ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανίτικη διάλεκτο. Οι Αρβανίτες λοιπόν, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, αποτελούν τους Τόσκηδες που μετανάστευσαν από την Βόρεια Ήπειρο στην Ελλάδα. Η εκδοχή αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι οι Αρβανίτες μπορούν να συνεννοηθούν σε κάποιο βαθμό μιλώντας αρβανίτικα μόνο με τους Τόσκηδες, ενώ η συνεννόηση με τους Γκέγκηδες είναι αδύνατη, όπως επίσης και από το ότι η αρβανίτικη γλώσσα περιέχει πλήθος αρχαϊκών στοιχείων της ελληνικής.
Ο Joahann Georg von Han, το 1854, διερεύνησε την τόσκικη διάλεκτο, μητέρα των αρβανίτικων, και διαπίστωσε την ύπαρξη πολλών ομοιοτήτων με την Ελληνική και μάλιστα δομικών-συντακτικών ομοιοτήτων, πράγμα που καταδεικνύει κατά τον ίδιο την "ελληνικότητα" της τόσκικης, αφού είναι γνωστό ότι δομικά και συντακτικά στοιχεία σε μία γλώσσα δεν μπορούν να δανειστούν.
Δωρική καταγωγή
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Αρβανίτες είναι απόγονοι των δωρικών ελληνικών φύλων. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής τονίζουν τις ομοιότητες στην κουλτούρα μεταξύ Αρβανιτών και Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήταν λαός σκληρός, πολεμοχαρής και λιτός, με κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία (χαρακτηριστικό δωρικό στοιχείο) και την αγροτιά. Κοινωνία κλειστή, μη δεχόμενη επιμειξίες. Οι διάφορες φρατρίες είναι μια ακόμη δωρική μορφή κοινωνικής συγκρότησης. Τα ελληνικά αρβανίτικα απο μελέτες που έχουν γίνει περιέχουν πλήθως ομηρικών λέξεων, η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και "βαριά". Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για μιά δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου.
Πάρα πολλά κοινά στοιχεία παρουσιάζουν οι Έλληνες Αρβανίτες με τους Σφακιανούς της Κρήτης απο πλευράς κουλτούρας. Είναι γνωστή η πολιτισμική συσχέτιση Σφακιανών - Δωριέων και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι ασχολούνται με την κτηνοτροφία καθώς επίσης και ότι είναι ανυπότακτοι και πολεμοχαρείς, ενώ έχουν ενδογαμική τάση. Ακόμα το κύριο μουσικό όργανο της Κρήτης είναι η λύρα, το όνομα της οποίας προέρχεται απο την λέξη Ιλλυρία, τόπο καταγωγής των Δωριέων. Ακόμα η ύπαρξη των φρατριών-οικογενειών στους Σφακιανούς είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο με τους Αρβανίτες όπως και η βεντέτα η οποία στους σημερινούς Αρβανίτες υπάρχει πολύ λιγότερο σε αντίθεση με τους Σφακιανούς όπου έχει διατηρηθεί. Ενα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο μεταξύ Σφακιανών και Αρβανιτών είναι ορισμένα ενδυματολογικά στοιχεία τα οποία θα λέγαμε δωρικά. Η χαρακτηριστική μαύρη ενδυμασία των Σφακιανών έχει διατηρηθεί ατόφια μέχρι και σήμερα. Στους Έλληνες Αρβανίτες τα παλαιότερα χρόνια συναντούμε τα μαύρα σκουφιά, χαρακτηριστικό των Αρβανιτών τωα παλαιότερων χρόνων. Απο μία ατόφια μαρτυρία του 19ου αιώνα αναφέρεται ότι τρεις Αρβανίτες είχαν πάει σε μία Μονή για να γίνουν μοναχοί. Ο ηγούμενος της Μονής μόλις τους είδε κατάλαβε αμμέσως ότι ήταν Αρβανίτες απο τα χαρακτηριστικά μαύρα σκουφιά τους.
[1] Μαρία Μιχαήλ-Δέδε, «οι έλληνες αρβανίτες», εκδ.Δωδώνη, Αθήνα, 1997,σσ.97-8.
[2] Αρβανίτες, Θεωρίες για την καταγωγή τους
Για την καταγωγή των Ελλήνων Αρβανιτών υπάρχουν πολλές θεωρίες οι περισσότερες απο τις οποίες δεν είναι και τόσο αξιόπιστες. Η γνώση που υπάρχει είναι καθαρά ιστορική και όχι επιστημονική. Οι Αρβανίτες ξεκίνησαν απο την περιοχή του Αρβάνου (σημερινή Αλβανία). Η περιοχή της σημερινής Αλβανίας είναι η αρχαία Ιλλυρία, κοιτίδα των Δωριέων. Οι Ελληνες Αρβανίτες ήρθαν στην Ελλάδα πριν από την Οθωμανική κατάκτηση και δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στο ζήτημα της θρησκείας και της κουλτούρας.
Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πρίν την Οθωμανική κατάκτηση για το λόγο αυτό διαφέρει απο τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά.
Ιλλυρική καταγωγή
Υπάρχει η άποψη ότι οι Αρβανίτες που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, ήταν αμιγή ιλλυρικά φύλα, τα οποία με το πέρασμα των αιώνων εξελληνίστηκαν και αναμείχθηκαν με τον ελληνικό πληθυσμό, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Οι αντιδράσεις σε αυτή την εκδοχή προέρχονται κυρίως από τους ίδιους τους Αρβανίτες αλλά και από ανθρωπολόγους οι οποίοι στην συντριπτική πλειοψηφία δεν δέχονται την περίπτωση της αλβανικής καταγωγής ενώ κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με το όνομα Αρβανίτες ονομάζονταν οι Αλβανοί που πολεμούσαν στο πλευρό των Τούρκων κατά των Ελλήνων, δηλαδή οι λεγόμενοι Τουρκαλβανοί, που σημαίνει ότι η ονομασία αυτή δεν χρησιμοποιείτο για να δηλώσει τους αλβανόφωνους Έλληνες.
Πελασγική καταγωγή
Ή άποψη περί καταγωγής των Αρβανιτών από τους προέλληνες Πελασγούς, υποστηρίζεται κυρίως από την αλβανική πλευρά και από κάποιους Αρβανίτες συγγραφείς και μελετητές. Έτσι τονίζεται η πελασγική καταγωγή όχι μόνο των Αρβανιτών αλλά και των Αλβανών καθώς και η ταύτιση των αρβανίτικων με την πελασγική γλώσσα, με σκοπό να προβληθεί η άποψη ότι οι το αλβανικό έθνος αποτελεί τον αρχαιότερο πληθυσμό των Βαλκανίων, πριν ακόμα την έλευση των Ελλήνων, και ότι οι Αρβανίτες είναι οι πραγματικοί ιθαγενείς του Ελλαδικού χώρου τους οποίους οι Έλληνες συνάντησαν ως Πελασγούς, κατά την κάθοδο τους. Αυτή η εκδοχή όμως στερείται ρεαλιστικότητας, αφού δεν είναι δυνατόν μετά από τρεις και πλέον χιλιετίες να διασώθηκαν πελασγικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα.
Τόσκικη καταγωγή
Μια δημοφιλής θεωρία είναι αυτή που ανάγει την καταγωγή των Αρβανιτών, στους Τόσκηδες της νότιας Αλβανίας, οι οποίοι αποτελούν τη μία από τις δύο μεγάλες εθνικές ομάδες των Αλβανών (η άλλη είναι οι Γκέγκηδες, που ζουν στην βόρεια Αλβανία). Ως γνωστόν, υπάρχει έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες από φυλετικής και πολιτισμικής άποψης, ενώ η τόσκικη και η γκέγκικη διάλεκτος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, έτσι ώστε οι Γκέγκηδες να θεωρούνται οι πραγματικοί απόγονοι των Ιλλυριών, ενώ οι Τόσκηδες να θεωρούνται απόγονοι εξαλβανισμένων ελληνικών φύλων της Ηπείρου, δηλαδή Ελλήνων οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την Αλβανική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την Ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανίτικη διάλεκτο. Οι Αρβανίτες λοιπόν, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, αποτελούν τους Τόσκηδες που μετανάστευσαν από την Βόρεια Ήπειρο στην Ελλάδα. Η εκδοχή αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι οι Αρβανίτες μπορούν να συνεννοηθούν σε κάποιο βαθμό μιλώντας αρβανίτικα μόνο με τους Τόσκηδες, ενώ η συνεννόηση με τους Γκέγκηδες είναι αδύνατη, όπως επίσης και από το ότι η αρβανίτικη γλώσσα περιέχει πλήθος αρχαϊκών στοιχείων της ελληνικής.
Ο Joahann Georg von Han, το 1854, διερεύνησε την τόσκικη διάλεκτο, μητέρα των αρβανίτικων, και διαπίστωσε την ύπαρξη πολλών ομοιοτήτων με την Ελληνική και μάλιστα δομικών-συντακτικών ομοιοτήτων, πράγμα που καταδεικνύει κατά τον ίδιο την "ελληνικότητα" της τόσκικης, αφού είναι γνωστό ότι δομικά και συντακτικά στοιχεία σε μία γλώσσα δεν μπορούν να δανειστούν.
Δωρική καταγωγή
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Αρβανίτες είναι απόγονοι των δωρικών ελληνικών φύλων. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής τονίζουν τις ομοιότητες στην κουλτούρα μεταξύ Αρβανιτών και Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήταν λαός σκληρός, πολεμοχαρής και λιτός, με κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία (χαρακτηριστικό δωρικό στοιχείο) και την αγροτιά. Κοινωνία κλειστή, μη δεχόμενη επιμειξίες. Οι διάφορες φρατρίες είναι μια ακόμη δωρική μορφή κοινωνικής συγκρότησης. Τα ελληνικά αρβανίτικα απο μελέτες που έχουν γίνει περιέχουν πλήθως ομηρικών λέξεων, η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και "βαριά". Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για μιά δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου.
Πάρα πολλά κοινά στοιχεία παρουσιάζουν οι Έλληνες Αρβανίτες με τους Σφακιανούς της Κρήτης απο πλευράς κουλτούρας. Είναι γνωστή η πολιτισμική συσχέτιση Σφακιανών - Δωριέων και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι ασχολούνται με την κτηνοτροφία καθώς επίσης και ότι είναι ανυπότακτοι και πολεμοχαρείς, ενώ έχουν ενδογαμική τάση. Ακόμα το κύριο μουσικό όργανο της Κρήτης είναι η λύρα, το όνομα της οποίας προέρχεται απο την λέξη Ιλλυρία, τόπο καταγωγής των Δωριέων. Ακόμα η ύπαρξη των φρατριών-οικογενειών στους Σφακιανούς είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο με τους Αρβανίτες όπως και η βεντέτα η οποία στους σημερινούς Αρβανίτες υπάρχει πολύ λιγότερο σε αντίθεση με τους Σφακιανούς όπου έχει διατηρηθεί. Ενα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο μεταξύ Σφακιανών και Αρβανιτών είναι ορισμένα ενδυματολογικά στοιχεία τα οποία θα λέγαμε δωρικά. Η χαρακτηριστική μαύρη ενδυμασία των Σφακιανών έχει διατηρηθεί ατόφια μέχρι και σήμερα. Στους Έλληνες Αρβανίτες τα παλαιότερα χρόνια συναντούμε τα μαύρα σκουφιά, χαρακτηριστικό των Αρβανιτών τωα παλαιότερων χρόνων. Απο μία ατόφια μαρτυρία του 19ου αιώνα αναφέρεται ότι τρεις Αρβανίτες είχαν πάει σε μία Μονή για να γίνουν μοναχοί. Ο ηγούμενος της Μονής μόλις τους είδε κατάλαβε αμμέσως ότι ήταν Αρβανίτες απο τα χαρακτηριστικά μαύρα σκουφιά τους.
Πηγή: wikipedia
[3] Τα Αρβανίτικα (arbërisht) αποτελούν κλάδο της τόσκικης διαλέκτου της Αλβανικής γλώσσας, που ομιλείται στην σημερινή νότια Αλβανία καθώς και σε κάποια μέρη της Ελλάδας. Ως αρβανιτόφωνες ή μέχρι σχετικά πρόσφατα αρβανιτόφωνες περιοχές στην Ελλάδα μπορούν να θεωρηθούν: ένα μέρος της Αττικής και της Βοιωτίας (με δυτικότερο όριο της αρβανιτοφωνίας το χωριό Κυριάκι), το ανατολικό άκρο του νομού Φθιώτιδος (Λοκρίδα), η νότια Εύβοια (μέχρι και το χωριό Αχλαδερή προς βορρά και με εξαιρέσεις την πόλη της Καρύστου, τον Πλατανιστό και το Μαρμάρι), η βόρεια Άνδρος (μέχρι και τα χωριά Βουρκωτή και Απροβάτου προς νότο), τα νησιά του Αργοσαρωνικού Σαλαμίνα, Αγκίστρι, Ύδρα, Σπέτσες και Πόρος, η Τροιζηνία και τα Μέθανα, μεγάλο μέρος του νομού Κορινθίας, ειδικά η περιοχή των Γερανείων, το ανατολικό τμήμα της Κορινθίας (δήμος Σολιγείας) και η περιοχή της Στυμφαλίας (Κλημέντι και γύρω χωριά), το μεγαλύτερο ανατολικό τμήμα του νομού Αργολίδος, μέρος του νομού Αχαϊας (δυτικά της Πάτρας), μέρος της επαρχίας Τριφυλλίας του νομού Μεσσηνίας (το Δώρειο και τα γύρω χωριά, γνωστά ως Σουλιμοχώρια), το χωριό Δάρας της Αρκαδίας καθώς και ένας μικρός θύλακας στην περιοχή του Γέρακα Λακωνίας. Τον 19ο αιώνα τα αρβανίτικα ομιλούνταν και σε χωριά της Ηλείας, της Αρκαδίας και της επαρχίας Καλαβρύτων του νομού Αχαϊας.
Τα αρβανίτικα που ομιλούνται σε κάποια χωριά των νομών Θεσπρωτίας και Πρεβέζης, στον νομό Έβρου από απογόνους προσφύγων από τα αλβανόφωνα χωριά Μεγάλο Ζαλούφι και Ιμπρίκ Τεπέκ της Ανατολικής Θράκης, στις Μάνδρες Κιλκίς, καθώς και στα χωριά Λέχοβο, Δροσοπηγή και Φλάμπουρο Φλωρίνης, πρέπει να διακριθούν από τα αρβανίτικα της νότιας Ελλάδας, λόγω της ιδιαίτερα στενής τους συγγένειας με τη σύγχρονη νοτιοαλβανική (τοσκική) διάλεκτο. Σε σύγκριση με τις αλβανικές διαλέκτους των παραπάνω περιοχών, τα αρβανίτικα της νότιας Ελλάδας είναι σαφώς περισσότερο αρχαϊκά, κυρίως ως προς το λεξιλόγιο, και εγγύτερα προς τη μεσαιωνική μορφή της τοσκικής διαλέκτου.
Τα αρβανίτικα που ομιλούνται σε κάποια χωριά των νομών Θεσπρωτίας και Πρεβέζης, στον νομό Έβρου από απογόνους προσφύγων από τα αλβανόφωνα χωριά Μεγάλο Ζαλούφι και Ιμπρίκ Τεπέκ της Ανατολικής Θράκης, στις Μάνδρες Κιλκίς, καθώς και στα χωριά Λέχοβο, Δροσοπηγή και Φλάμπουρο Φλωρίνης, πρέπει να διακριθούν από τα αρβανίτικα της νότιας Ελλάδας, λόγω της ιδιαίτερα στενής τους συγγένειας με τη σύγχρονη νοτιοαλβανική (τοσκική) διάλεκτο. Σε σύγκριση με τις αλβανικές διαλέκτους των παραπάνω περιοχών, τα αρβανίτικα της νότιας Ελλάδας είναι σαφώς περισσότερο αρχαϊκά, κυρίως ως προς το λεξιλόγιο, και εγγύτερα προς τη μεσαιωνική μορφή της τοσκικής διαλέκτου.
Περισσότερα: wikipedia
[4] Ως εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες στην απογραφή του 1928 αναφέρονται οι εξής-με ποσοστιαία αναφορά επί του συνολικού πληθυσμού της χώρας: (τούρκοι 1,39%, Πομάκοι 0,27%, Αλβανοί-Τσάμηδες 0,3%, Σλαβόφωνοι 1,32%, Κουτσόβλαχοι 0,32%, Αρμένιοι 0,5%, Εβραίοι Σεφαρδίτες(ομιλώντες την ισπανοεβραϊκή) 1,02%, Εβραίοι Ρωμανιώτες(ελληνόφωνοι) 0,15%, Έλληνες Καθολικοί 0,45%, Διάφοροι 0,49%, σύνολο μειονοτήτων 6,21% επί του πληθυσμού). Πηγή: Αθ.Παπαευγαγγέλου, «Βόρειος Ελλάς : Μειονότητες από στατιστικής απόψεως εν σχέσει με τον πληθυσμόν και την εκπαίδευσιν»,όπως παρατίθεται από την εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, τ.12 «Νεώτερος ελληνισμός», κεφ.12 («οι μεινότητες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου») το οποίο έχει γράψει ο κ.Μιχαηλίδης Ιάκωβος, Επίκουρος Καθηγητής Νεότερης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, σσ.574-5.
[5] Mill, Utilitarianism, “Liberty and Representative Government”, σσ. 363-4, όπως παρατίθεται από τον Eric Hobsbawm,”Nations and Nationalism since 1780” Cambrige University Press, ελλ.έκδοση «Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα», Αθήνα, 1994,σ.55.
[6] Hobsbawm, o.π. σσ.55-6.
[7] Acts of Union 1707
[8] Linda Colley, “Whose nation? Class and national consciousness in Britain 1750-1830, σσ.96-117.
[9] Έρευνα για την Εκπαίδευση στην Ουαλλία, Parliamentary Paper, 1847, XXVII, μέρος II (Αναφορά για τις Κομητείες του Brecknock,Cardigan και Radnor),σ.67, όπως το παραθέτει ο Hobsbawm, ο.π. σελ.57.
[10] Φώτιος Δημητρακόπουλος, «Δωρόθεος Σχολάριος: ο ποιήσας και διδάξας», σσ.107-120.
[11] Βλ.σχετικά: «Η Ελληνοτουρκική Ανταλλαγή των Πληθυσμών, πτυχές μιας εθνικής σύγκρουσης»,σσ. 225-237 (Νίκος Μαραντζίδης, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονία «Οι τουρκόφωνοι πόντιοι πρόσφυγες στην Ελλάδα: προβλήματα ενσωμάτωσης»).
[12] Δέδε, ο.π. σσ. 97-8.
[4] Ως εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες στην απογραφή του 1928 αναφέρονται οι εξής-με ποσοστιαία αναφορά επί του συνολικού πληθυσμού της χώρας: (τούρκοι 1,39%, Πομάκοι 0,27%, Αλβανοί-Τσάμηδες 0,3%, Σλαβόφωνοι 1,32%, Κουτσόβλαχοι 0,32%, Αρμένιοι 0,5%, Εβραίοι Σεφαρδίτες(ομιλώντες την ισπανοεβραϊκή) 1,02%, Εβραίοι Ρωμανιώτες(ελληνόφωνοι) 0,15%, Έλληνες Καθολικοί 0,45%, Διάφοροι 0,49%, σύνολο μειονοτήτων 6,21% επί του πληθυσμού). Πηγή: Αθ.Παπαευγαγγέλου, «Βόρειος Ελλάς : Μειονότητες από στατιστικής απόψεως εν σχέσει με τον πληθυσμόν και την εκπαίδευσιν»,όπως παρατίθεται από την εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, τ.12 «Νεώτερος ελληνισμός», κεφ.12 («οι μεινότητες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου») το οποίο έχει γράψει ο κ.Μιχαηλίδης Ιάκωβος, Επίκουρος Καθηγητής Νεότερης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, σσ.574-5.
[5] Mill, Utilitarianism, “Liberty and Representative Government”, σσ. 363-4, όπως παρατίθεται από τον Eric Hobsbawm,”Nations and Nationalism since 1780” Cambrige University Press, ελλ.έκδοση «Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα», Αθήνα, 1994,σ.55.
[6] Hobsbawm, o.π. σσ.55-6.
[7] Acts of Union 1707
[8] Linda Colley, “Whose nation? Class and national consciousness in Britain 1750-1830, σσ.96-117.
[9] Έρευνα για την Εκπαίδευση στην Ουαλλία, Parliamentary Paper, 1847, XXVII, μέρος II (Αναφορά για τις Κομητείες του Brecknock,Cardigan και Radnor),σ.67, όπως το παραθέτει ο Hobsbawm, ο.π. σελ.57.
[10] Φώτιος Δημητρακόπουλος, «Δωρόθεος Σχολάριος: ο ποιήσας και διδάξας», σσ.107-120.
[11] Βλ.σχετικά: «Η Ελληνοτουρκική Ανταλλαγή των Πληθυσμών, πτυχές μιας εθνικής σύγκρουσης»,σσ. 225-237 (Νίκος Μαραντζίδης, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονία «Οι τουρκόφωνοι πόντιοι πρόσφυγες στην Ελλάδα: προβλήματα ενσωμάτωσης»).
[12] Δέδε, ο.π. σσ. 97-8.












.jpg)








